Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Gallhammer - The End


Τον Φλεβάρη του 2003, μετά από πολλά χρόνια πειραματισμών στην ακραία και underground μουσική σκηνή του Τόκιο, η Vivian Slaughter, δημιούργησε την δική της μπάντα. Το όνομα που διάλεξε για το συγκρότημά της είναι: Gallhammer. Ένα όνομα που μαρτυρά και τη σύνθεση της μπάντας, που εκτός της Vivian σε μπάσο και φωνητικά, περιέχει ακόμη δύο θηλυκές παρουσίες, την Risa Reaper σε ντραμς και φωνητικά και την Mika Penetrator στη κιθάρα. Σκοπός τους ήταν να παίξουν ακραίο metal, όπως οι αγαπημένες τους μπάντες, κάτι που τελικά κατάφεραν.

Το θηλυκό τρίο κυκλοφόρησε αρκετά demo και δύο full length δουλειές, όταν στα μέσα του 2010 και λίγο πριν ξεκινήσουν οι ηχογραφήσεις του τρίτου τους full length δίσκου, και χωρίς κάποια προφανή αιτία, η Mika αποχώρησε. Οι δύο εναπομείνασες δεν πτοήθηκαν όμως και αποφάσισαν να συνεχίσουν ως ντουέτο, έστω και χωρίς την πολύτιμη ύπαρξη της κιθάρας. Έτσι, στα τέλη του περασμένου Απριλίου, κυκλοφόρησαν το τρίτο τους άλμπουμ με τίτλο The End. Ένας δίσκος, που έχει διάρκεια 46 λεπτά και περιέχει 7 κομμάτια. Η παραγωγή του -που την έχει αναλάβει ο γνωστός στους μαυρομεταλικούς κύκλους Maniac υπό την επίβλεψη της Vivian, είναι βρώμικη και μπουκωμένη, αλλά ταιριάζει γάντι στην έλλειψη συναισθηματισμού που το διακρίνει.

Το Drone διοργανώνει πιτζάμα πάρτι στο ανήλιαγο καταγώγιο όπου διαμένει και καλεί την μαυρίλα του black και την μιζέρια του doom ενώ, χρέη Dj αναλαμβάνει η punk που παίζει αποκλειστικά death metal. Η αποθέωση της σαπίλας δεν αποτέλεσε ποτέ ξανά ως τώρα αφορμή για εορτασμό. Η έλλειψη κιθάρας, αν και δεν είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται σε metal δίσκο, δεν αποτέλεσε τροχοπέδη για τις μινιόν Ιαπωνεζούλες, οι οποίες πρόσθεσαν στον ήχο τους το σαξόφωνο, το οποίο χειρίζεται με παρανοϊκό τρόπο η Vivian, προσθέτοντας λίγη παραπάνω τρέλα στις καταθλιπτικές τους μελωδίες. Η διπλή στρώση brutal φωνητικών ενισχύεται με την προσθήκη κοριτσίστικων -σχεδόν παιδικών, φωνητικών. Μια λεπτομέρεια: ανατριχιαστικά τρομακτική.

Σίγουρα το The End δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας, όπως και οι Gallhammer δεν διεκδικούν κάποιο βραβείο για την μουσική κατάρτιση τους. Όμως, η μουσική δεν υπάρχει για να μοιράζονται βραβεία στο όνομά της, αλλά για να εκφράζονται όλοι όσοι ασχολούνται μαζί της. Μουσικοί και ακροατές. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προσοχή όλων να εστιάζεται κυρίως στο έργο που παράγεται από τους καλλιτέχνες παρά στο promotion ή στο φύλλο τους. Ειδικά όταν πρόκειται για ένα δύσκολο άκουσμα όπως είναι αυτός ο δίσκος. Ο οποίος, αποτελεί εξαιρετική ευκαιρία για βουτιά στα δυσώδη έγκατα της σκληρής μουσικής, για όσους έως τώρα το σκέφτονταν αλλά δεν το επιχείρησαν, μιας και δεν ξέρω αν θα υπάρξει ανάλογη περίσταση στο μέλλον.


Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Tia Carrera - Cosmic Priestess


Τέταρτη full length δουλειά, αλλά πέμπτη κυκλοφορία συνολικά, αποτελεί το Cosmic Priestess για τους Τεξανούς, Tia Carrera. Το τρίο, που έχει σαν βάση την πόλη του Όστιν, απαρτίζουν οι Erik Conn στα ντραμς, Jamey Simms στο μπάσο και Jason Morales στην κιθάρα, με τους δύο που χειρίζονται τα έγχορδα, να αλλάζουν συχνά ρόλους. Στο δίσκο συμμετέχει και ο Ezra Reynolds, που χειρίζεται το ηλεκτρικό πιάνο σ' ένα κομμάτι. Ο δίσκος, που ηχογραφήθηκε live στο ιδιόκτητο studio της μπάντας, περιέχει 4 κομμάτια, όλα τους insturmental ενώ, η διάρκειά του ξεπερνά την μια ώρα καθώς, αγγίζει τα 65 λεπτά.

Η παραγωγή του άλμπουμ, που έγινε με την παραδοσιακή αναλογική μέθοδο,  καταφέρνει να δώσει πυκνότητα στα κομμάτια, χωρίς να επισκιάσει την διαύγεια του ήχου, καθώς όλα τα όργανα ακούγονται πεντακάθαρα, δίχως να μειώνεται η τραχύτητα τους. Το αποτέλεσμα είναι τόσο καλό και τόσο ζωντανό, που νομίζεις πως η μπάντα παίζει live στο σαλόνι σου. Όσο για την απόδοση της, τα λόγια είναι περιττά. Τα παλικάρια είναι εξαιρετικοί μουσικοί και το καταλαβαίνεις απ΄τις πρώτες κιόλας νότες που ακούς πατώντας το play, είτε στον υποφαινόμενο δίσκο, είτε σε κάποια απ' τις παλαιότερες δουλειές τους.

Οι ίδιοι χαρακτηρίζουν την μουσική τους ως: Sex Metal. Ένας χαρακτηρισμός πρωτότυπος και χιουμοριστικός αλλά νομίζω ότι είναι και πολύ εύστοχος καθώς, το stoner ερωτοτροπεί με την jazz, τα blues καμακώνουν την ψυχεδέλεια, ενώ η rock αγκαλιάζει τη metal. Ο αυθορμητισμός με τον αυτοσχεδιασμό σχηματίζουν μια δυνατή δυάδα, και όπως οι Χιώτες, πάνε παρέα να συναντήσουν την θελκτική επιδεξιότητα, με σκοπό να ανταποκριθούν στο ερωτικό κάλεσμά της. Τα κεράκια έχουν ανάψει, μεθυστικά αρώματα έχουν πλημμυρίσει την ατμόσφαιρα, τα αστέρια σκορπίζουν απλόχερα λίγη απ' την αστρόσκονη τους, η θερμότητα σπάει κάθε ρεκόρ, καθώς νιώθεις πως στις φλέβες σου δεν κυλάει αίμα, αλλά λάβα. Είναι προφανές ότι εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή ξεπέτα ή ένα ακόμη ψυχοφθόρο one night stand, αλλά μιλάμε για κεραυνοβόλο έρωτα και καψούρα ολκής, που όμοιά της δεν συναντάμε ούτε στα πλέον μελίσταχτα και δακρύβρεχτα blockbuster του Hollywood.

Όσο περνά η ώρα και ξεδιπλώνονται οι πελώριες συνθέσεις του δίσκου μπροστά σου, νιώθεις σαν μια άυλη δίνη να σε περικυκλώνει με απειλητικές διαθέσεις. Το μουσικό μονοπάτι που διασχίζεις ακούγοντας αυτό το άλμπουμ, καλύπτεται από ένα τοίχο φυτών, η μυρωδιά των οποίων, είναι τόσο έντονη, που προκαλεί αναθυμιάσεις ικανές να σε ταξιδέψουν σε άλλους πλανήτες -για την ακρίβεια, σε άλλα αστρικά συστήματα. Αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι δεν υπάρχει γυρισμός, διότι υποψιάζεσαι πως ο λαβύρινθος απ'τον οποίο προσπαθείς να βγεις, βρίσκεται μόνο μέσα στο μυαλό σου. Αυτή η σκέψη σε τρομοκρατεί, αν και γνωρίζεις πως ο πανικός είναι ο χειρότερος σύμβουλος σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν μπορείς να του αντισταθείς και μοιραία, τα χάνεις. Ο δίσκος σε έχει κερδίσει κατά κράτος και η νίκη αυτή οφείλεται στην ύπουλη στρατηγική του. Επιχείρησε να παίξει με το μυαλό σου, και τα κατάφερε, σε αιχμαλώτισε. Προσπαθείς για τελευταία φορά να σπάσεις τα δεσμά σου όμως και πάλι, αποτυγχάνεις παταγωδώς.  Έτσι, χωρίς άλλη επιλογή, αποδέχεσαι την ήττα σου και αφήνεσαι ξανά στο έλεος του, καρτερώντας με ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό σου, τις εθιστικές του μελωδίες να σε κατακλύσουν ξανά και ξανά και ξανά..



Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

The Atomic Bitchwax - The Local Fuzz


Οι Αμερικάνοι, γεννημένοι στο New Jersey κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '90, The Atomic Bitchwax, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα της stoner σκηνής. Η μουσική τους περιέχει ψυχεδελικά, space rock και progressive στοιχεία, λιγοστά έως καθόλου φωνητικά -εξαρτάται τον δίσκο (εδώ δεν έχει), και φυσικά πολλά heavy riffs. Με την πάροδο του χρόνου και από δίσκο σε δίσκο, όλα αυτά τα στοιχεία εναλλάσσονταν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, μα το αποτέλεσμα παρέμενε πάντα πολύ καλό για τους ακροατές. Δεν θα μπορούσε να αλλάξει αυτό με την φετινή τους δουλειά -πέμπτη full length συνολικά, η οποία κυκλοφόρησε τον περασμένο Απρίλη και τιτλοφορείται The Local Fuzz, ενώ περιέχει ένα μόνο κομμάτι, το οποίο όμως, έχει διάρκεια 42 λεπτά.

Το τρίο των TAB -που απαρτίζεται από τους Chris Kosnik στο μπάσο, Bob Pantella στα ντραμς και Finn Ryan στην κιθάρα, δεν θα μπορούσε παρά να φροντίσει το νέο τους πόνημα να έχει παραγωγή τόσο καθαρή όσο κι ο ουρανός -όταν δεν φοβάται τις αστραπές, καθώς όλα τα όργανα ακούγονται σωστά, χωρίς το ένα να υπερκαλύπτει το άλλο. Νομίζω πως είναι περιττό να αναφερθώ στην απόδοση της μπάντας, γιατί εδώ ακούμε τρεις μουσικούς να ξεσαλώνουν -κανονικά και με το νόμο. Όσοι έχετε ακούσει κάποια από τις παλαιότερες δουλειές τους, θα γνωρίζετε ότι είναι εξαιρετικοί σε αυτό που κάνουν, ενώ, όσοι τους ακούσετε για πρώτη φορά, δεν θα δυσκολευτείτε να αναγνωρίσετε το ταλέντο, την μουσική παιδεία και την αρτιότητα τους. Άλλωστε, μια ματιά στο βιογραφικό τους, θα σας πείσει.

Το The Local Fuzz ξεκινά με space διάθεση -την οποία διατηρεί καθόλη τη διάρκεια του, συνεχίζει με ανεβασμένες ταχύτητες -που πέφτουν μόνο για λίγα λεπτά, τότε που αναλαμβάνει να μας ταξιδέψει σε αστρικά ηχοτοπία η ψυχεδέλεια, η οποία ταιριάζει άψογα με τα jazz περάσματα που επιχειρεί η μπάντα. Το blues στοιχείο είναι εμφανές, πάρα το ότι το proggressive είναι αυτό που κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο εδώ, ενώ το stoner έχει αυτοπεριοριστεί σε δεύτερο, αν όχι τρίτο ρόλο, οικειοθελώς. Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα να ακούγεται εύκολα το άλμπουμ, καθώς η ροή του μοιάζει με αυτή ενός ποταμού που οδεύει ολοταχώς προς καταρράχτη, αν και νομίζω πως ο δίσκος άνετα θα μπορούσε να είχε χωριστεί σε 5-6 κομμάτια, κάνοντας έτσι την ακρόαση ευκολότερη για όλους, δεδομένου ότι διαφορετικά σημεία του δίσκου αρέσουν περισσότερο ή λιγότερο στον κάθε ένα ξεχωριστά. Μια λεπτομέρεια, η οποία δεν στάθηκε δυνατό να χαλάσει την πολύ καλή εντύπωση που μου προκάλεσε το άκουσμα του νέου δίσκου των The Atomic Bitchwax.


Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Graveyard - Hisingen Blues


Το φθινόπωρο του 2006 γεννήθηκαν οι, εκ Σουηδίας ορμώμενοι, Graveyard. Ένα χρόνο μετά, η τετράδα, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο και ομώνυμο άλμπουμ της, φανερώνοντας με περίσσια ειλικρίνεια και χωρίς αναστολές τις προθέσεις και τις επιρροές τους: '70s Rock. Σίγουρα δεν είναι ούτε οι πρώτοι, ούτε και οι τελευταίοι που παίζουν τέτοιου είδους μουσική, αλλά υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι είναι οι καλύτεροι που επιχειρούν κάτι τέτοιο στις μέρες μας. Και εξηγούμαι: Με δεδομένο πως το 99% των συγκροτημάτων του χθες, του σήμερα και του αύριο, δηλώνουν ως επιρροή συγκροτήματα που μεγαλούργησαν την δεκαετία που εξαπλώθηκε το κίνημα των hippies, είναι σχεδόν απίθανο να ακούσουμε κάτι που δεν θα μοιάζει με παρελθόντες ήχους και κατά την ταπεινή μου γνώμη, αυτό δεν είναι καθόλου άσχημο -κάθε άλλο. Ειδικά όταν μιλάμε για δίσκους όπως το Hisingen Blues.

Το συγκεκριμένο άλμπουμ έχει διάρκεια περίπου 40 λεπτά και αποτελείται από 9 τραγούδια. Η παραγωγή του είναι υπερβολικά καλή, καθώς αναδεικνύει την μουσική που περιέχει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ίσως αυτό να οφείλεται και στο ότι το γκρουπ χρησιμοποίησε την καθόλου ξεπερασμένη -κατά τη γνώμη μου, αναλογική μέθοδο ηχογράφησης. Άλλωστε, το ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν ηλεκτρονικά τεχνάσματα για τη βελτίωση του ήχου δεν σημαίνει ότι αυτός ακούγεται παρωχημένος, αλλά, μάλλον προσδίδει ένα vintage συναίσθημα στο ηχητικό αποτέλεσμα, που σε τέτοιου είδους κυκλοφορίες είναι χρησιμότατο. Το εξώφυλλο νομίζω πως αξίζει ειδικής μνείας, διότι αν και δεν παρουσιάζει κάτι το εξωπραγματικό, παραμένει πανέμορφο, ενώ έξυπνη μου φάνηκε και η κίνηση να το αποκαλύψουν σταδιακά: 1/4 τη φορά, σε διάστημα λίγων εβδομάδων πριν τη κυκλοφορία.

Ωραία όλα αυτά, αλλά τι ακριβώς ακούμε εδώ; Το Doom υποβάλει τα σέβη του στο κλασικό Rock, το οποίο με τη σειρά του παραδέχεται πως χωρίς τα Blues, τίποτα δεν θα υπήρχε όπως το ξέρουμε σήμερα. Φανταστείτε μια μπάντα με τους Jimmy Hendrix και Jimmy Page στις κιθάρες, τον Robert Plant στη φωνή, τον Geezer Buttler στο μπάσο και τον Ian Paice στα ντραμς να διασκευάζουν Rolling Stones έχοντας παραχωρήσει την ευθύνη των ενορχηστρώσεων στον Eric Clapton -εποχής Cream, και αφήνοντας τον Jim Morrison να βάλει τη δικιά του πινελιά στους στίχους -με την βοήθεια των απαγορευμένων και ιδιαιτέρως διαδεδομένων φυτικών και όχι μόνο, ουσιών της εποχής. Κάπως έτσι ακούγονται οι Graveyard στο πολύ καλό Hisingen Blues, στο οποίο μάλλον ανακάλυψαν το στυλ που τους ταιριάζει.

Καθαρόαιμο Rock 'n' Roll από μια μπάντα που νομίζω ότι τα καλύτερα τα έχει μπροστά της. Υπέγραψε συμβόλαιο με μια εταιρία μεγαθήριο στο χώρο της σκληρής μουσικής αλλά από ότι φαίνεται αυτό δεν επηρέασε καθόλου τη μουσική, αλλά ούτε και την γενικότερη αισθητική της, κι αυτό είναι αισιόδοξο. Μακάρι η εταιρία να τους στηρίξει όπως πρέπει δίχως να προσπαθήσει να τους επιβάλει αλλαγές. Η αρχή της συνεργασίας τους μοιάζει θετική μιας και το promotion που τους γίνεται είναι πολύ καλό, κάτι που αντανακλάται και στις πολυάριθμες συναυλίες που έχουν κανονίσει ως τώρα για το ερχόμενο καλοκαίρι. Δυστυχώς, δεν έχει ανακοινωθεί κάποια ημερομηνία στη χώρα μας αλλά θέλω να ελπίζω ότι αυτό θα αλλάξει το συντομότερο διότι νομίζω πως η καθημερινότητά μας χρειάζεται λίγη ξεγνοιασιά και μια συναυλία από μια μπάντα που παίζει τέτοιου είδους μουσική -που θαρρείς πως φτιάχτηκε για πάρτι, θα είναι ταμάμ για να ξεδώσουμε λιγάκι. Anyway, σημασία έχει πως αυτός ο δίσκος, σαν το παλιό καλό κρασί, σου αφήνει μια γεύση μεθυστικά όμορφη.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Planet Of Zeus - Macho Libre


Οι Αθηναίοι Planet Of Zeus, ξεκίνησαν την πορεία τους το 2000 αλλά χρειάστηκε να έρθει το 2004 για να ασχοληθούν εντατικά με την μπάντα. Μετά από μερικά demos και promos, μια αλλαγή στη σύνθεση τους, μπόλικα live στο ενεργητικό τους και ένα συμβόλαιο με γνωστή δισκογραφική, κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους τον Απρίλη του 2008, το οποίο, έτυχε θερμής υποδοχής τόσο από τον τύπο όσο κι από το κοινό. Αυτό μάλλον τους έδωσε την απαραίτητη ενέργεια για να λιώσουν στις πρόβες και να βελτιωθούν όσο περισσότερο μπορούν τόσο σε συνθετικό όσο και σε εκτελεστικό επίπεδο, έτσι ώστε, τρία χρόνια μετά, την Άνοιξη του 2011, έχοντας πλέον αλλάξει και δισκογραφική εταιρία, να κυκλοφορήσουν τον δεύτερο δίσκο τους, Macho Libre, με 11 κομμάτια και διάρκεια 45 λεπτών περίπου.

Και τα κατάφεραν περίφημα διότι, η βελτίωση τους είναι εμφανής απ' τις πρώτες κιόλας νότες του άλμπουμ. Η παραγωγή είναι πεντακάθαρη και ογκώδης, ενώ, σου δίνει την αίσθηση ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε live στο studio -κάτι που μπορεί και να ισχύει, αλλά δυστυχώς, δεν μπορώ να το γνωρίζω με σιγουριά. Τα φωνητικά βρωμάνε bourbon από μακρυά, καθώς, θαρρείς πως δεν προέρχονται από Ελληνικό λαρύγγι αλλά από κάποιο μεθύστακα του Αμερικάνικου Νότου. Οι κιθάρες παράγουν υπέρβαρα riffs, ενώ, το groove στον ήχο που βγάζουν, έχει χτυπήσει κόκκινο. Σ' αυτό το groovy feeling έχει συμβάλει καθοριστικά και το μπάσο, που προσδίδει την απαραίτητη πυκνότητα στα κομμάτια. Τα ντραμς, είναι τόσο αγριεμένα και δυναμικά, που θαρρείς πως έχουν κάποιο προσωπικό πρόβλημα μαζί σου και σκέφτηκαν να το λύσουν, γρονθοκοπώντας σε. Κατάμουτρα.

Ίσως ψυλλιαστήκατε ότι επιρροές του συγκροτήματος αποτελούν μπάντες όπως οι Down, Corrosion Of Conformity, Clutch, που έχουν southern αισθητική στον ήχο τους. Υπάρχουν όμως και αναφορές σε μεγαθήρια τύπου Black Sabbath και Motorhead. Όλα αυτά μπορεί να σας φανούν τετριμμένα, αλλά τα παλικάρια κατάφεραν να τα φιλτράρουν στον ήχο τους με τέτοιο τρόπο, που το απόσταγμα τους να έχει μια ξεχωριστή και original γεύση. Άλλωστε, ποτέ δεν υποστήριξαν πως θέλουν να αλλάξουν τον ρου της μουσικής ιστορίας και ποτέ δεν προσπάθησαν να κάνουν κάτι τέτοιο. Αυτό που πάντα ήθελαν να κάνουν, είναι να παίξουν δυνατή Rock μουσική και αυτό κάνουν. Και μάλιστα, το κάνουν, με τον καλύτερο τρόπο, διότι ο δίσκος που μόλις κυκλοφόρησαν είναι σκέτος δυναμίτης -το φιτίλι του οποίου, όχι μόνο είναι αναμμένο, αλλά βρίσκεται και σε απόσταση αναπνοής απ' την εκρηκτική ύλη.

Τσιγάρα, παγωμένες μπύρες, κέφι, καλή παρέα, καθώς και η αναπόφευκτη ζέστη του ελληνικού θέρους, είναι τα απαραίτητα, για να απολαύσετε αυτό το άλμπουμ και όσοι έχετε την ευκαιρία να τους δείτε live, αφήστε τις δικαιολογίες και φροντίστε να την αρπάξετε απ΄τα μαλλιά. Η μουσική της μπάντας, είναι φτιαγμένη για συναυλίες, αλλά και η ενέργειά που βγάζουν επί σκηνής, μπορεί να συγκριθεί μόνο με την αντίστοιχη ενός οδοστρωτήρα.


Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Castle - In Witch Order


Οι καλιφορνέζοι, Castle, δημιουργήθηκαν το 2007 στο San Francisco και αποτελούνται από τρία άτομα. Τον ιδρυτή, συνθέτη, και κιθαρίστα της μπάντας, Mat Davis, ο οποίος βοηθάει και στα φωνητικά την τραγουδίστρια, Elizabeth Blackwell, η οποία έχει αναλάβει και το μπάσο, ενώ, στο drum kit κάθεται ο Al McCartney. Ίσως τα ονόματα τους να μην σας λένε και πολλά, αλλά όλοι τους έχουν γεμάτο παρελθόν στην underground σκηνή της αμερικάνικης σκληρής μουσικής. Εδώ, κινούνται στον χώρο του Heavy/Doom Metal, αλλά δανείζονται στοιχεία κι από άλλα ιδιώματα. Πριν λίγες μέρες, στις αρχές του τρέχοντος μηνός, κυκλοφόρησαν -μέσω της γερμανικής εταιρίας Van Records, το ντεμπούτο τους με τίτλο: In Witch Order. Αυτό, περιέχει 11 κομμάτια και η διάρκεια του αγγίζει τα 45 λεπτά.

Η παραγωγή του δίσκου είναι καλή για τη μουσική που η μπάντα επέλεξε να παίξει, διότι δεν είναι ούτε γυαλισμένη αλλά ούτε και βρώμικη. Μάλλον πέτυχαν τον τέλειο συνδυασμό μεταξύ των δύο κι αυτό σίγουρα λειτουργεί προς όφελός τους. Η φωνή της κοπέλας είναι τέτοια, που της επιτρέπει να ακούγεται sexy, χωρίς όμως εκείνη να προσπαθήσει να ακουστεί έτσι, κάτι που είναι αξιοσημείωτο, ενώ, η δουλειά που κάνει στο μπάσο είναι απολύτως ικανοποιητική. Ο ηγέτης της μπάντας, παίζει πότε αργόσυρτα heavy riffs και πότε γρήγορα και κοφτά, που όμοιά τους συναντάμε κυρίως σε μοντέρνες metal κυκλοφορίες, για να μην πω ότι πλησιάζουν και τα όρια του thrash σε στιγμές -πολύ σημαντικό στοιχείο αυτό, καθώς κάνει τον δίσκο ενδιαφέρον όχι μόνο για τους φαν της doom, αλλά και για τη πλειοψηφία του metal-ικού κοινού. Η βοήθεια που προσφέρει στα φωνητικά μόνο πολύτιμη μπορεί να χαρακτηριστεί, καθώς εμπλουτίζει τα κομμάτια με τον καλύτερο τρόπο προσθέτοντας σε αυτά, μια occult πινελιά. Μια occult αύρα, η παρουσία της οποίας είναι έντονη και στο στιχουργικό κομμάτι, αφού κύρια επιρροή για τη μπάντα στον εν λόγω τομέα, αποτέλεσαν τα έργα των -ιδιαιτέρως, γνωστών ποιητών και εικαστικών William Blake και Charles Baudelaire. Άξια επαίνων είναι και η απόδοση του ντράμερ. Ο οποίος, δείχνει να το κατέχει άριστα το άθλημα, καθώς, τα χτυπήματά του είναι καταιγηστικά, αλλά νομίζω, πως αυτό που πραγματικά κάνει τη διαφορά, είναι η ακρίβεια με την οποία τα επιχειρεί. Ακρίβεια, που όμοια της, θαρρώ πως συναντάμε μόνο σε Ελβετικής κατασκευής ρολόγια.

Εν κατακλείδι, οι Castle, ζωσμένοι με το In Witch Order έκαναν δυναμικό μπάσιμο στην αρένα της σκληρής μουσικής και σαν άλλοι καμικάζι, είναι αποφασισμένοι να μας πάρουν τα μυαλά με το ντεμπούτο-δυναμίτη που κυκλοφόρησαν να μην βγαίνει στιγμή απ' το repeat. Δικαίως βέβαια, γιατί όσο περίεργο κι αν σας φανεί αυτό, ο συγκεκριμένος δίσκος δεν περιέχει ούτε ένα filler, καθώς, όλα τα κομμάτια έχουν σοβαρό λόγο ύπαρξης κι αυτό σίγουρα βοηθάει στο να αγγίζει το Άριστα ο δίσκος. Έχω την εντύπωση, ότι πολλά απ' τα μεγαθήρια του παρελθόντος που κυκλοφορούν ή σκέφτονται να κυκλοφορήσουν δίσκο αυτήν την χρονιά, ακούγοντας αυτό το άλμπουμ, κατά πάσα πιθανότητα θα αναθεωρήσουν και θα αναβάλλουν -αν όχι ματαιώσουν, τα όποια σχέδιά τους. Και ορθώς θα πράξουν.


Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Primordial - Redemption At The Puritan's Hand



Οι Ιρλανδοί, Primordial, ξεκίνησαν τις μουσικές τους περιπλανήσεις στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 αλλά η δισκογραφική τους υπόσταση άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στις αρχές της δεκαετίας του '90. Με τα πρώτα τους κιόλας demos, έκαναν αρκετό θόρυβο στα underground στέκια. Θόρυβος, που ακόμη και σήμερα -μερικές δεκαετίες μετά και με την αναγνωρισιμότητα τους να συναγωνίζεται κορυφαία metal ονόματα, δεν έχει κοπάσει. Και πως να κοπάσει δηλαδή, αφού η κάθε νέα full length κυκλοφορία τους, ξεπερνά σε πολλά -όπως π.χ. ποιότητα, συναίσθημα και όχι μόνο, την προηγούμενη. Έτσι και τώρα -τον περασμένο Απρίλη για την ακρίβεια, οπότε και κυκλοφόρησε το νέο τους πόνημα, με τίτλο, Redemption At The Puritan's Hand, που έχει διάρκεια 63 λεπτά κι αποτελείται από 8 κομμάτια, ξεπερνά σε αρκετά πράγματα τον προκάτοχό του, αλλά όχι σε όλα.

Η παραγωγή του δίσκου είναι αρκετά καλή, αν κι έχω την εντύπωση ότι θα μπορούσε να ήταν πολύ καλύτερη. Ο Nemtheanga στα φωνητικά, δίνει ερμηνείες επικές, αλλά και πλημμυρισμένες με όλων των ειδών τα έντονα συναισθήματα. Κάτι που οφείλεται και στους πολύ καλούς και επιδεχόμενους πολλές και διαφορετικές ερμηνείες, στίχους. Οι οποίοι στίχοι, μπορεί να έχουν ως κεντρικό σημείο και κοινή αναφορά, τον Θάνατο -σύμφωνα με τον στιχουργό, αλλά ασχολούνται με διαφορετικά μεταξύ τους θέματα. Θρησκεία, πολιτική και όλα τα παρόμοια θέματα που μας έχουν συνηθίσει, ιδωμένα όμως μέσα από αρκετά πρίσματα, καθώς, δεν είναι λίγες οι φορές που το στιχουργικό περιεχόμενο ενός τραγουδιού βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με αυτό ενός άλλους κομματιού, ως προς τα νοήματα και τα πιστεύω που εκφράζει. Ίσως σας φανεί περίεργο αυτό, αλλά θαρρώ πως έγινε ηθελημένα, διότι οι παρωπίδες δεν είναι και ότι καλύτερο. Άλλωστε, ο καθένας μπορεί να τους ερμηνεύσει όπως θέλει -σύμφωνα πάντα με τα προσωπικά του πιστεύω.

Ο Simon O'Laoghaire στα ντραμς, φαίνεται πως ταρακουνήθηκε για τα καλά απ΄την περσινή -και προσωρινή όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, απομάκρυνσή του απ΄τη μπάντα -με αφορμή την απαίσια απόδοση και συμπεριφορά του σε συναυλία που έλαβε χώρα στην Αθήνα, καθώς, σε τούτο τον δίσκο δίνει ρέστα. Αυτός είναι που ορίζει τον ρυθμό σε όλα τα τραγούδια ενώ, παίζει με τέτοιο τρόπο που είναι αδύνατον να μην προσέξεις την αισθητή βελτίωσή του σε θέματα τεχνικής. Ίσως πρέπει να φτάσεις στον πάτο για να μπορέσεις να σηκωθείς ξανά και να σταθείς στα πόδια σου και πάλι, γεμάτος αυτοπεποίθηση, δυνατός κι ακμαίος. Ο Pol MacAmlaigh στο μπάσο, μας θυμίζει για ακόμη μια φορά ότι είναι άρτιος μουσικός. Σε αντίθεση με το σύνηθες, δεν ακολουθεί τα κιθαριστικά riffs αλλά προτιμά να συνοδεύσει το ανελέητο druming του φίλου του και αυτό είναι κάτι που προσθέτει πολλά στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα. Οι κιθάρες των Ciaran MacUiliam και Micheal O'Floinn, δεν παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό το δίσκο. Επέλεξαν να δώσουν χώρο στη φωνή και το rhythm section της μπάντας κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην ακούγονται τόσο μπροστά ή/και δυνατά όσο μας είχαν συνηθίσει ή όσο περιμένει κάποιος να ακούγονται σε μια μπάντα, η οποία κινείται στο χώρο του κελτικού/folk και επικού black metal. Αυτό όμως δεν λειτουργεί αρνητικά όσον αφορά τον συγκεκριμένο δίσκο, το ακριβώς αντίθετο μάλιστα.

Μουσικά ο δίσκος μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως μια μίξη όλων των παλαιότερων δουλειών τους. Αυτό, διότι οι ομοιότητες του νέου τους δίσκου με τα προγενέστερα άλμπουμ τους δεν περιορίζονται μόνο στο συναίσθημα -που σε κάνει να ανατριχιάζεις με χαρακτηριστική ευκολία, όμως, ούτε και στην χαρακτηριστική τους πλέον ατμόσφαιρα, αλλά επεκτείνονται και σε μουσικό επίπεδο. Όχι, δεν κόπιαραν ασύστολα τους εαυτούς τους, ούτε και αναπαρήγαγαν παλαιότερες ιδέες. Απλώς ακούγοντας τον δίσκο, νομίζεις πως τα κομμάτια που τον αποτελούν, κάλλιστα θα μπορούσαν να βρίσκονται -διασκορπισμένα, σε παλαιότερες κυκλοφορίες τους. Αντ'αυτού, βρίσκονται συγκεντρωμένα στο νέο τους άλμπουμ. Ένα άλμπουμ, που νομίζω πως αποτελεί βήμα προόδου για τη μπάντα, διότι μπορεί να στηρίζεται στο παρελθόν, αλλά το σημαντικότερο είναι πως ατενίζει το μέλλον.

Όσο δυσοίωνο κι αν προδιαγράφεται ότι θα είναι αυτό, αν έχουμε τέτοια ακούσματα για έμπνευση, την ανδρεία για συντροφιά κι αν πιστέψουμε λίγο παραπάνω στις ατομικές μας δυνατότητες, τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι θα καταφέρουμε και θα αντεπεξέλθουμε στις όποιες δυσκολίες με επιτυχία. Ακόμη κι αν χρειαστεί να ματώσουμε, δεν θα υποκύψουμε στον πόνο, αλλά ούτε και στις ορέξεις του ξεδοντιάρη γερο-Χάρου. Άλλωστε, όπως λέει και ο σοφός λαός, δεν θα πεθάνουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη! Θα αντισταθούμε μέχρι να δικαιωθούμε κι ας είναι η δικαίωση κάτι που μόνο τα παιδιά μας θα γευτούν. Μέσα από αυτά άλλωστε, θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε κι εμείς, καθώς, θα διηγούνται τους επικούς μας αγώνες για δικαιοσύνη, στους δικούς τους απογόνους, φυτεύοντας στις παιδικές ψυχές τους έναν αθάνατο κι ανεξίτηλο σπόρο: την έννοια της λέξης, ελευθερία. Ανατριχίλα..




Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

The Gates Of Slumber - The Wretch


Οι Αμερικάνοι, The Gates Of Slumber, γεννήθηκαν το 1998 στην Ινδιανάπολη και καταπιάνονται με το αγαπημένο μου παρακλάδι της metal μουσικής, το Doom και δη, το παραδοσιακό Doom. Έως πρόσφατα είχαν στο ενεργητικό τους τέσσερις full length δίσκους, μερικά demos, αρκετά splits και μπόλικα EP. Όμως, πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε κι επίσημα το πέμπτο τους άλμπουμ που τιτλοφορείται, The Wretch. Το νεότευκτο άλμπουμ, αποτελείται από 8 τραγούδια ενώ η διάρκειά του αγγίζει τα 56 λεπτά.

Η παραγωγή του The Wretch είναι η καλύτερη που είχε ως τώρα η μπάντα, καθώς όλα -η φωνή, τα ντραμς, το μπάσο, οι κιθάρες, ακούγονται όπως πρέπει, δίχως το ένα να υπερκαλύπτει το άλλο -όπως συνέβαινε σε προηγούμενες δουλειές τους. Άρα, η αλλαγή studio και παραγωγού κρίνεται άκρως επιτυχημένη, διότι πέρα απ' την διαύγεια στον ήχο, ο Jaime Gomez Arellano -που ανέλαβε την ευθύνη της παραγωγής, έχει δώσει και μια πυκνότητα στον ήχο, άκρως ευνοϊκή για τις νέες συνθέσεις της μπάντας. Συνθέσεις πιο απλοϊκές απ' ότι στο παρελθόν, λιγότερο επικές, μα περισσότερο συναισθηματικές.

Ο κιθαρίστας/τραγουδιστής και δημιουργός της μπάντας, Karl Simon, κάνει εξαιρετική δουλειά τόσο στις κιθάρες όσο και στα φωνητικά. Παράγει γεμάτα, αργόσυρτα και heavy riffs, τα οποία και ντύνει υπέροχα με τα απολαυστικά του solos. Τα βουτηγμένα στην πίκρα φωνητικά, διηγούνται (αυτό-)σαρκαστικές ιστορίες μέσω των στίχων. Κάτι μου λέει πως όταν τα ηχογραφούσε, κάποιος είχε ρίξει αλκοόλ στον καφέ του κι ενώ ο ίδιος το αντελήφθη αυτό, δεν έκανε κάτι για να το αλλάξει. Πολύ ορθή απόφαση θα έλεγα. Το μπάσο του Jason McCash είναι ευδιάκριτο και πολύ σημαντικό στην -όχι και τόσο πολύπλοκη, δομή των κομματιών. Προσδίδει το απαραίτητο groove στα κομμάτια, ενώ, πολλές φορές αντι να κράτα τον ρυθμό, τον αλλάζει. Κάτι που κάνει με την πολύτιμη βοήθεια που του παρέχει ο ντράμερ, Clyde Paradis -μέσω των έγκυρων γεμισμάτων του. Ο οποίος ντράμερ, παίζει λες κάποιος του είπε ότι αυτός θα είναι ο τελευταίος του δίσκος, καθώς, τα χτυπήματα που επιχειρεί είναι σε στιγμές, κατακλυσμικά. Πέρα όμως από την φανταστική απόδοση όλων, είναι πολύ σημαντικό για ένα άλμπουμ τα τραγούδια που το αποτελούν να είναι στη σωστή σειρά. Και ναι, σωστά μαντέψατε. Σε αυτό τον δίσκο, το track listing είναι άψογο. Κάτι που προσδίδει extra δυναμική στο τελικό αποτέλεσμα, διότι ως γνωστόν, η λεπτομέρεια κάνει την διαφορά.

Νομίζω ότι αυτός ο δίσκος είναι ο καλύτερος που έχει βγάλει ποτέ το συγκρότημα. Το gloomy doom που παίζουν σ' αυτό το άλμπουμ, ίσως σας φέρει στο νου μπάντες όπως οι Lord Vicar, Pagan Altar ή Saint Vitus. Κάτι καθόλου πρωτότυπο για μπάντα που παίζει αυτού του είδους τη μουσική, θα σκεφτεί κάποιος και δίκαια. Καθόλου άσχημο στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, διότι αν και θυμίζει τις παραπάνω μπάντες -κυρίως ως προς την ατμόσφαιρά και όχι τόσο ως προς τη μουσική αυτή καθαυτή, το κάνει με τέτοιο τρόπο, που είσαι σίγουρος ότι αυτό, δεν έγινε επιτηδευμένα. Παραδοσιακό Doom Metal παιγμένο υποδειγματικά από μια μπάντα, που γνωρίζει το παρελθόν και όπως αποδεικνύεται, ξέρει να το τιμά χωρίς να καταφεύγει σε αντιγραφές. Must, για όλους τους φαν του είδους κι όχι μόνο.


Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Pentagram - Last Rites



Πολλά μπορεί να γράψει κάποιος, για τους δημιουργημένους κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '70, Αμερικάνους, Pentagram, οι οποίοι, είναι γνωστοί στην πλειοψηφία του metal κόσμου, όχι μόνο εξαιτίας της μουσική τους, αλλά και για τις αμέτρητες περίεργες ιστορίες που έχουν ακουστεί γι' αυτούς, κατά καιρούς -άλλοτε αληθινές κι άλλοτε όχι. Δεν θα αναφερθώ σε κάποια απ' αυτές, ούτε θα προσπαθήσω να αναλύσω τα πως και τα γιατί, της γεμάτης και περιπετειώδους καριέρας τους -που σε αντίθεση με τις προβλέψεις, συνεχίζεται ακόμη, 40 χρόνια μετά την έναρξη της. Αυτό, εκτός από ενθαρρυντικό -για όλους μας, είναι και ένα πολύτιμο μάθημα για τις νεότερες μπάντες. Ένα μάθημα αντοχής που προσφέρεται απλόχερα απ' τον Bobby Liebling και την τρελοπαρέα του.

Ο μόλις έβδομος επίσημος full length δίσκος τους, που τιτλοφορείται, Last Rites, κυκλοφόρησε τον περασμένο Απρίλη κι έχει διάρκεια 45 λεπτά περίπου, ενώ, αποτελείται από 12 κομμάτια. Τα περισσότερα εκ των οποίων, είναι επανεκτελέσεις παλαιότερων συνθέσεων της μπάντας, καθώς, αν δεν κάνω κάποιο σοβαρό λάθος, μόλις τρία απ' αυτά δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ ξανά στο παρελθόν. Όποιος περιμένει πρωτοτυπίες ή καινοτομίες λοιπόν, ας ψάξει κάπου αλλού καλύτερα, γιατί εδώ θα μιλήσουμε για πωρωτικό, αγνό, παλαιάς -μα όχι ξεπερασμένης, κοπής, heavy/doom metal, παιγμένο όπως τότε, τον παλιό καλό καιρό. Άλλωστε, δεν είναι εύκολο να μάθεις νέα κόλπα σε ένα γέρικο σκυλί.

Η παραγωγή είναι καλύτερη από ποτέ για δίσκο του συγκροτήματος, καθώς, ο ήχος είναι καθαρός χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από τη δυναμική των τραγουδιών. Η φωνή του γερο-Bobby δείχνει σε καλή κατάσταση, έστω κι αν ακούγεται κάπως γερασμένη σε ορισμένα σημεία -δεν είναι και λίγα αυτά που πέρασε άλλωστε. Ο Victor Griffin που επέστρεψε στη μπάντα -αφού παραμέρισε τις όποιες κόντρες είχε με τον προαναφερθέντα τραγουδιστή, έπιασε την κιθάρα του και μας χάρισε κάποια στιβαρά old school heavy metal riffs, αλλά και κάποια εκπληκτικής ομορφιάς σολαρίσματα. Μπασίστας και ντράμερ αν και νεούδια στη μπάντα, μας έδειξαν -ελέω της απόδοσης τους, με τον καλύτερο τρόπο ότι δεν είναι νεούδια και στην μεταλλική πιάτσα -ρίξτε μια ματιά στην καριέρα τους και θα καταλάβετε. Πολύ καλή δουλειά έχει γίνει στο εξώφυλλο, αλλά και στο όλο artwork, από τον Mo Moussa, που η συνεργασία του με DC Comics και Marvel, τον έκαναν αρκετά γνωστό για να μπορέσει να δραστηριοποιηθεί εκτός από τον χώρο της μουσικής, στον χώρο του κινηματογράφου, αλλά και της τηλεόρασης. Στους -σκοτεινούς, στίχους, δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο concept.

Τέλος, το Last Rites, αναπόφευκτα, θα συγκριθεί με τα προηγούμενα άλμπουμ της μπάντας, κάτι απολύτως δικαιολογημένο, μιας και πολλά από τα κομμάτια του γράφτηκαν πριν σχεδόν 40 χρόνια. Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρισης σίγουρα δεν θα έχει νικητή το φετινό άλμπουμ, αλλά αυτό επ'ουδενί δεν σημαίνει πως αυτή η κυκλοφορία είναι η πιο αδύναμη του συγκροτήματος. Πρόκειται για ένα καλό άλμπουμ, από μια μπάντα θρύλο της metal μουσικής, που επαναφέρει το συγκρότημα στο προσκήνιο και του χαρίζει λίγη ακόμη φήμη, χωρίς να αμαυρώνει το ένδοξο παρελθόν του. Η επιστροφή των Pentagram, είναι το σπουδαιότερο που μας προσφέρει αυτή η κυκλοφορία, ενώ, το περιεχόμενο της, προσπαθεί να κερδίσει την προσοχή μας κι ως ένα σημείο τα καταφέρνει.


Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Enslaved - The Sleeping Gods [EP]




Οι Νορβηγοί, Enslaved, δημιουργήθηκαν το 1991 και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην γέννηση, αλλά πολύ περισσότερο, στην εξάπλωση του δεύτερου black metal κύματος -που άνθισε στις αρχές των 90's, αν και σχεδόν ποτέ, δεν υπήρξαν η κλασική Σκανδιναβική -και δη, Νορβηγική, black metal μπάντα, μιας και η μουσική τους ήταν από τις πρώτες κιόλας μέρες της ύπαρξής τους, αδάμαστη. Οι δομές των τραγουδιών τους ήταν και είναι ανορθόδοξες και θαρρώ πως με την πάροδο των ετών, αυτό γίνεται όλο και περισσότερο εμφανές στις -πάντα, πολύπλοκες κι άκρως ενδιαφέρουσες συνθέσεις τους. Άλλωστε, νομίζω, πως αυτό είναι που τους έκανε να ξεχωρίσουν από τα υπόλοιπα black συγκροτήματα.

Η αφοσίωση τους στη viking μυθολογία, όπως επίσης και τα progressive περάσματα τους -που συνήθως είναι γαρνιρισμένα με λίγη ψυχεδέλεια, αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Eslaved. Όλα αυτά, καθώς, κι άλλα πολλά κι εξίσου ενδιαφέροντα στοιχεία, θα τα βρούμε στο φετινό τους EP, με τίτλο: The Sleeping Gods, το οποίο, αποτελείται από 5 κομμάτια κι έχει συνολική διάρκεια 28 λεπτά. Ενώ, αξίζει να αναφερθεί και το ότι διατίθεται δωρεάν προς download, ίσως, διότι κυκλοφόρησε μόλις ένα χρόνο -λίγους μήνες βασικά, μετά το -κατά γενική ομολογία, αριστουργηματικό, Axioma Ethica Odini.

Το εναρκτήριο κομμάτι “Heimvegen”, συμπυκνώνει με επιτυχία την πρώιμη ωμότητα τους με τις progressive τάσεις τους, καθώς, εξελίσσεται σε ένα ψυχεδελικό black/doom ποίημα. Το “Alu Misyrki” που ακολουθεί, είναι το πιο ακραίο κομμάτι τούτης της κυκλοφορίας, καθώς, συνδυάζουν το black με punk αλλά και ολίγη από sludge. Το “Synthesis”, που αποτελεί το ιντερλούδιο τούτης της κυκλοφορίας, είναι ένα σχεδόν -διότι περιέχει κάποια στοιχειωμένα ψιθυριστά φωνητικά, instrumental κομμάτι, με έντονο ambient χαρακτήρα. Το τέταρτο και προτελευταίο κομμάτι, “Nordlys”, είναι απόλυτα instrumental, ενώ, οι showgaze αναφορές είναι σε πρώτο πλάνο κάθολη τη διάρκεια του.Το τελευταίο και ομώνυμο με το EP κομμάτι, “The Sleeping Gods”, με το folk χαρακτήρα που του προσδίδουν οι ακουστικές κιθάρες, τα φωνητικά σαν ψαλμωδίες, όπως και τα πλήκτρα -που δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι ακούς κάποιο πνευστό, κλείνουν το EP, με έναν υπέροχο, μα συνάμα, απότομο τρόπο. Αυτό ήταν όλο δηλαδή? -εύλογα αναρωτιέσαι.

Όπως ίσως αντιληφθήκατε, το συγκεκριμένο άκουσμα, κυλάει όπως ένα ρυάκι σε κατηφορική πλαγιά βουνού, γρήγορα κι όμορφα. Σε αυτό, πέρα απ' την ποιότητα των κομματιών και την απόδοση της μπάντας, έπαιξε καθοριστικό ρόλο, η παραγωγή του EP, που είναι εξαιρετική. Η μικρή διάρκεια του είναι το μόνο άσχημο που συνάντησα εδώ, αλλά εντάξει, για EP, δηλαδή, Extended Play, μιλάμε κι όχι για ολοκληρωμένο δίσκο, οπότε, no complains, όπως λέμε και στο χωριό μου. Εν αναμονή κάποιας νέας full length δουλειάς από το υποφαινόμενο συγκρότημα, ας βολευτούμε με τούτο το, πανέμορφο, υποκατάστατο.


Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

POFPP - Music Festival @ Palaio Arsakeio 14/5



Η ώρα έναρξης του φεστιβάλ, σύμφωνα με την αφίσα, ήταν 20:00 και έχοντας φτάσει στο χώρο του Παλιού Αρσάκειου Πατρών -που βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της πόλης, λίγα λεπτά αργοπορημένος, νόμιζα ότι θα είχα χάσει το πρώτο συγκρότημα εξ' ολοκλήρου ή τουλάχιστον τα πρώτα τους κομμάτια. Ευτυχώς όμως, οι μπάντες δεν είχαν αρχίσει ακόμη να παίζουν κι έτσι μπορώ να πω, με ειλικρίνεια, πως ανακουφίστηκα. Ρίχνοντας τις πρώτες αναγνωριστικές ματιές στον προαύλιο χώρο όπου βρισκόμασταν, είδα λίγα άτομα, κάπου 30-40, ανάμεσά τους και τα μέλη των 4 από τις 5 μπάντες που έπαιζαν την πρώτη μέρα του φεστιβάλ. Παρεϊστικο κλίμα λοιπόν, αφού ακόμη κι όταν το κοινό έφτασε το pick του, δεν ξεπέρασε τα 150 άτομα. Αυτό όμως δεν μειώνει καθόλου την επιτυχία της εναρκτήριας μέρας του μουσικού διημέρου, γιατί τόσο ο κόσμος όσο και οι μπάντες, το ευχαριστήθηκαν πάρα πολύ. Πάλι καλά, διότι δυστυχώς δεν θα μπορέσω να παραβρεθώ και σήμερα -εξαιτίας κάποιων υποχρεώσεων, αν και θα το ήθελα πάρα πολύ, ειδικά απ' τη στιγμή που η έναρξη ήταν τόσο δυναμική κι επιτυχημένη. Τι να κάνουμε όμως? Αυτά έχει η ζωή.

Η αρχή έγινε με τους πατρινούς, Ignorabimus, που μετρούν έναν μόλις χρόνο ζωής. Βγήκαν στη σκηνή, στις 21:00 και μας κράτησαν παρέα, με το ατμοσφαιρικό progressive/post metal τους, για μισή ώρα περίπου. Η απόδοση τους ήταν πολύ καλή αν και νομίζω πως δεν είχανε εμφανιστεί ξανά live. Ίσως έτσι δικαιολογείται και το ότι ήταν λίγο σφιγμένοι ως προς την επικοινωνία τους με το κοινό, το οποίο τους υποδέχτηκε θερμά και έδειξε να γουστάρει τη μουσική της μπάντας. Κάτι που ήταν απόλυτα φυσιολογικό, διότι, το κουαρτέτο φάνηκε καλοπροβαρισμένο κι εξαιρετικά δεμένο. Εν αναμονή της πρώτης τους ηχογράφησης, το μόνο που έχω να πω για τη μπάντα, είναι πως διέκρινα ταλέντο. Ελπίζω να το συνεχίσουν σοβαρά και να μην απογοητευθούν -εξαιτίας, τυχόν δυσκολιών που σίγουρα θα συναντήσουν, ειδικά τώρα στο ξεκίνημα τους, γιατί φάνηκε ότι το κατέχουν το άθλημα.

Γύρω στις 21:30, μας συστήθηκαν οι Peaceful Violence, οι οποίοι με το blackened sludge τους, μας ζέσταναν για τα καλά και ήταν υπεύθυνοι για τη δημιουργία του πρώτου -μικρού, mosh pit της βραδιάς. Δυστυχώς, οι πληροφορίες μου σχετικά με την μπάντα περιορίζονται σε αυτά που είδα/άκουσα χθες. Η μπάντα αποτελείται από πέντε άτομα - μια φωνή, δυο κιθάρες, ένα μπάσο και φυσικά ντραμς. Κάπου πήρε το αυτί μου ότι αυτό ήταν το δεύτερο μόλις live τους και οφείλω να ομολογήσω πως αν κάτι τέτοιο ισχύει, τότε σίγουρα τα παιδιά έχουν ταλέντο και μεράκι, διότι, προφανώς, θα έχουν λιώσει στις πρόβες. Στη μισή ώρα που έπαιξαν για εμάς, ήταν εξαιρετικοί και κέρδισαν το κοινό, τόσο με τα τραγούδια τους όσο και με το κέφι που τους διακατείχε. Πολύ καλά δεμένοι, κέρδισαν όλοι τους τις εντυπώσεις αλλά προσωπικά θέλω να δώσω ένα έξτρα μπράβο στο παλικάρι που ήταν στα φωνητικά. Συναίσθημα αλλά και τρομερές εναλλαγές από brutal σε ουρλιαχτά και σε καθαρά. Εύγε.

Η ώρα είχε πάει 22:10 όταν και ξεκίνησαν να παίζουν οι Αθηναίοι, Universe217. Ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπα live και το σίγουρο είναι πως με την πρώτη ευκαιρία θα τους ξαναδώ. Όχι μόνο γιατί η απόδοσή τους ήταν εξαιρετική, όχι μόνο γιατί γουστάρω τη μουσική τους, όχι μόνο γιατί χθες παίξανε μετά βίας ένα 20λεπτο και μόλις 4 κομμάτια -άρα καταλαβαίνετε πως αυτό δεν ήταν αρκετό, αλλά κι επειδή παρατήρησα πως είναι εξαιρετικά φιλικοί και καθόλου ψωνισμένοι. Έκαναν κατάθεση ψυχής για όση ώρα έπαιξαν και επειδή δεν θέλω να αδικήσω τους υπόλοιπους -που υπήρξαν θαυμάσιοι, θα αρκεστώ σε ένα λακωνικό σχόλιο σχετικά με την κοπέλα που έχει αναλάβει τα φωνητικά: Απίστευτη! Μου το είχαν πει, το είχα ψιλιαστεί κι εγώ ακούγοντας τις μέχρι τώρα κυκλοφορίες τους, αλλά χθες ήρθε η επιβεβαίωση: η μπάντα αυτή, χαραμίζεται στη χώρα μας.

Το ρολόι έδειχνε 22:45 όταν οι Planet Of Zeus, εξ Αθηνών κι αυτοί, μας καλησπέρισαν τσαμπουκαλεμένα με δυο συνεχόμενα κομμάτια, χωρίς διακοπή. Το southern doom/stoner τους ήταν όσο δυνατό χρειαζόταν για να μας κάνει να κουνηθούμε στους ρυθμούς που η μπάντα επέβαλε. Δυναμική η παρουσία τους, κάτι απόλυτα λογικό, αφού η μπάντα είναι μαζί αρκετά χρονιά και έχουν στην πλάτη τους άπειρα live, άρα, το ότι η απόδοσή τους ήταν εκπληκτική, νομίζω το αντιληφθήκατε ήδη. Παίξανε για μισή περίπου ώρα κι αυτοί -όπως και οι υπόλοιπες μπάντες άλλωστε. Ακούσαμε κομμάτια παλαιότερα -από το προ τριετίας ντεμπούτο τους, αλλά και νεότερα τραγούδια που συμπεριλαμβάνονται στον φετινό τους δίσκο, που δεν έχει βγει ακόμη στα δισκοπωλεία -κάτι που αναμένεται να συμβεί στο άμεσο μέλλον, θαρρώ. Δίκαια κέρδισαν το θερμό χειροκρότημα του κόσμου. Άξιοι.

Τέλος, λίγο μετά τις 23:30, πήραν θέση στην σκηνή οι ντόπιοι, Weathers. Είχαν αναλάβει να κλείσουν την βραδιά και το έκαναν με απόλυτα επιτυχημένο τρόπο. Ήδη, απ΄την ακρόαση του φετινού τους EP, τους είχα πάρει με καλό μάτι, αλλά, αυτή τους η εμφάνιση με εξέπληξε ευχάριστα. Το τρίο, εμφανίστηκε απόλυτα έτοιμο για τη συναυλία και δεν πτοήθηκε από τα μικρά προβληματάκια στον ήχο, που προέκυψαν σε ένα-δυο κομμάτια. Δεν πτοήθηκε ούτε κι ό κόσμος όμως, αφού έδειχνε να γουστάρει τη μουσική της μπάντας, δημιουργώντας για ακόμη μια φορά, mosh pits. Η πλειοψηφία των κομματιών τους είναι χωρίς λόγια, αλλά, αυτό δεν αφαίρεσε τίποτα από το τελικό αποτέλεσμα, αντιθέτως, όξυνε το tripαριστό feeling της μουσικής τους. Σε κάποια φάση προς το τέλος, ο ντράμερ, φάνηκε να έχει κάποιο μυικό (?) πρόβλημα, αλλά, αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο ούτε για τον ίδιο, αλλά ούτε και για τη μπάντα, που ολοκλήρωσε το σετ της, όπως και τη βραδιά, με μια εκπληκτική διασκευή στο Funeralopolis των.. ξέρετε ποιών. Για να ακριβολογώ όμως, το σετ τελείωσε με ένα τζαμάρισμα που ακολούθησε την άνωθεν αναφερθείσα διασκευή, ενώ, τα μέλη άλλαξαν ρόλους κατά τη διάρκεια του, φέρνοντας στη σκηνή και ένα άτομο που μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν ανάμεσα στο κοινό και προφανώς, τους απολάμβανε όπως όλοι μας άλλωστε.

Αξίζουν πολλά μπράβο και συγχαρητήρια σε όλους όσους εμπνεύστηκαν το φεστιβάλ, καθώς και σε εκείνους που συνέβαλαν στην δημιουργία και πραγματοποίησή του. Διοργανωτές, μπάντες και κοινό υπήρξαν όλοι τους φανταστικοί. Μακάρι να υπάρξουν παρόμοιες πρωτοβουλίες και στο (άμεσο) μέλλον, έτσι ώστε, να απολαύσουμε ακόμη περισσότερες αλλά κι εξίσου όμορφες με τη χθεσινή, εκδηλώσεις.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

SepticFlesh - The Great Mass



Οι δημιουργημένοι το 1990 στην Αθήνα, SepticFlesh, είναι ένα από τα γνωστότερα ελληνικά metal συγκροτήματα. Αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία τους, θα καταλάβουμε το γιατί θεωρούνται -και κατά τη γνώμη μου είναι, κορυφαία μπάντα. Σχεδόν, 21 χρόνια -συμπεριλαμβανομένου του διαλείμματος που έκαναν, πειραματίζονται με τη μουσική τους και προσπαθούν μέσω αυτής να εκφραστούν. Όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, θέλουν η μουσική τους, πρωτίστως, να αρέσει στους ίδιους, και δευτερευόντως στον κόσμο που τους ακολουθεί. Σίγουρα αυτό αποτελεί μαγκιά αλλά και μεγάλο ρίσκο, καθώς, στις μέρες μας υπάρχει πληθώρα και υπερπροσφορά κυκλοφοριών όπως και συγκροτημάτων, και το να κάνεις του κεφαλιού σου κι όχι αυτό που ξέρεις ότι θα αρέσει στο κοινό, απαιτεί γενναιότητα, τρέλα, άγνοια κινδύνου, όλα αυτά μαζί ή και τίποτα από αυτά. Απ΄την άλλη όμως, αν δεν σε ενδιαφέρει και τόσο πολύ η ανταπόκριση που θα έχει η δουλειά σου, γιατί να μπεις στον κόπο να την κυκλοφορήσεις, να την προωθήσεις, κλπ, και να μην την κρατήσεις για σένα και μόνο? Μήπως όμως το κουράζουμε το ζήτημα παραπάνω απ' ότι πρέπει? Η ουσία είναι η μουσική και σ' αυτή πρέπει να επικεντρωθούμε.

Πριν λίγες εβδομάδες, στα μέσα του Απρίλη και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, αν δεν απατώμαι, η μπάντα, θεώρησε πως ήρθε η ώρα να μας προσφέρει, την δεύτερη μετά το reunion και όγδοη συνολικά, full length κυκλοφορία της, με τίτλο The Great Mass και διάρκεια 43 λεπτών, ενώ, αποτελείται από 10 κομμάτια. Βέβαια έχουν κυκλοφορήσει αρκετές special editions που περιέχουν διάφορα extra καλούδια, όπως, DVD μαγνητοσκοπημένο κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων ή/και δεύτερο CD με τα τραγούδια παιγμένα αποκλειστικά απ' τη φιλαρμονική ορχήστρα. Εδώ, να σημειώσω πως όλες οι special editions του δίσκου, περιέχουν διαφορετικό και ξεχωριστό artwork. Η κυκλοφορία αυτή, πριν ακόμη βγει στα ράφια, ψηφιακά ή συμβατικά, των καταστημάτων, προκάλεσε πολλές -και σε αρκετές περιπτώσεις, έντονες, συζητήσεις. Απόλυτα δικαιολογημένα συνέβη αυτό, νομίζω, γιατί ο δίσκος έχει πολλά σημεία, από τα οποία κάποιος μπορεί να πιαστεί και να αναλωθεί σε υπερβολές, αρνητικές ή θετικές -ελάχιστη σημασία έχει.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, τσεκάρωντας κάποια σημαντικά δεδομένα σχετικά με το συγκεκριμένο άλμπουμ. Η μπάντα έγραψε η ίδια τα κομμάτια που παίζει η ορχήστρα, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει συνήθως. Άρα, η ορχήστρα δεν χρησιμοποιείται μόνο για να ντύσει τις συνθέσεις του συγκροτήματος, αλλά, πρωταγωνιστεί στην εξέλιξη των τραγουδιών, καθώς, σε αρκετές περιπτώσεις παίρνει τα πρωτεία από τις lead κιθάρες. Η φιλαρμονική ορχήστρα λοιπόν δεν θα ήταν καθόλου άτοπο αν θεωρηθεί ως το πέμπτο μέλος της μπάντας, ασχέτως εάν η συγκεκριμένη αποτελείται από 130 μουσικούς. Κάτι που μας δίνει να καταλάβουμε πως οι ηχογραφήσεις θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον πολύπλοκες, καθώς, το να συνεννοηθείς/συντονιστείς  με όλα αυτά τα άτομα -που αποτελούν την Φιλαρμονική της Πράγας, δεν νομίζω πως είναι κι ότι πιο εύκολο, ακόμη κι αν ο επαγγελματισμός υπήρξε υψηλός, εκατέρωθεν. Δύσκολα πράγματα αυτά. Η παραγωγή έγινε από την μπάντα, στα Abyss στούντιο του γνωστότατου Peter Tagtren, η συμβολή του οποίου ήταν καθοριστική ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Άξια αναφοράς, είναι και η επιστροφή των γυναικείων οπερετικών φωνητικών στον ήχο της μπάντας, που μαζί με κάποια διάσπαρτα χορωδιακά σημεία, προσθέτουν μια όμορφη πινελιά στον δίσκο.

Ωραία όλα αυτά κι όπως επισημάνθηκε πιο πάνω, δύσκολα. Άρα, χρονοβόρα και σίγουρα όχι και τόσο οικονομικά. Άξιζε τον κόπο όμως όλο αυτό? Έλα μου ντε. Οι Septic Flesh -που για κάποιο λόγο τον οποίο δυσκολεύομαι να καταλάβω αλλάξαν τον τρόπο γραφής του ονόματός τους σε SepticFlesh, μας προσέφεραν ένα άλμπουμ πιο ήπιο απ' τον προκάτοχο του αλλά συνάμα περισσότερο δύσκολο ως προς την ακρόασή του. Σε τούτο το δίσκο, το μελωδικό τους Death γλυκοκοιτάει τον progressive ήχο, αλλά, νομίζω πως χωρίς την πολύτιμη προστασία της Φιλαρμονικής -που εκτός των άλλων προσδίδει και κάτι το κινηματογραφικό στον ήχο του δίσκου, η μπάντα θα είχε πρόβλημα. Οι καθαρά metalίκες ιδέες που περιέχει το The Great Mass δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο ή εξαιρετικό. Τα υπέροχα brutal φωνητικά του γκρουπ είναι εδώ όπως και τα καθαρά, που θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί και καλύτερα στον υποφαινόμενο δίσκο. Οι χαρακτηριστικές lead μελωδίες τους είναι εδώ όπως και τα γνωστά τους blastbeats τα οποία συνοδεύονται από έναν νεοτερισμό -όσον αφορά την τεχνική, του drummer -που ονόμασε hellblast, αν κι αυτό νομίζω ότι συμβαίνει μόνο σε ένα κομμάτι του δίσκου και ειλικρινά, αμφιβάλλω κατά πόσο προσφέρει κάτι το ξεχωριστό στον ακροατή. Τα ρυθμικά σημεία προσπαθούν να κρατήσουν τα μπόσικα αλλά δεν ξέρω αν αυτό είναι εφικτό, μιας και ο προσανατολισμός έχει χαθεί.

Δεν μου αρέσει αυτό που θα πω, αλλά, έχω την εντύπωση -για να μην πω την βεβαιότητα, πως το συγκρότημα μπορεί να μας δώσει καλύτερα πράγματα. Το έχει αποδείξει άλλωστε σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν, είτε ως Septic Flesh είτε ως Chaostar κλπ. Η όλα προσπάθεια που καταβλήθηκε για να δημιουργηθεί το The Great Mass -ένας τίτλος που επιδέχεται πολλές ερμηνείες, είναι αν μη τι άλλο, κάτι το αξιέπαινο. Δεν είναι όμως αρκετό για να με πείσει πως αυτό είναι το καλύτερο που μπορούσαν να κάνουν υπό τις παρούσες συνθήκες. Ακόμη κι έτσι, φαίνεται, πως αυτός ο δίσκος θα θεωρηθεί κορυφαίος από πολλούς -ίσως από τους περισσότερους, που θα τον ακούσουν, θα καταλάβει υψηλότατη θέση στις λίστες τους με τα καλύτερα του έτους, κι ας μην είναι ότι καλύτερο έχει κυκλοφορήσει η μπάντα. Ενδιαφέρον και εκτελεστικά άρτιος ο δίσκος λοιπόν, αλλά, θα μου επιτρέψετε να κρατήσω αποθεωτικά σχόλια και διθυραμβικές κραυγές, για κάποιες άλλες κυκλοφορίες της τρέχουσας χρονιάς, που θαρρώ, πως το αξίζουν περισσότερο.

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Haggard, Crow7 Live






Η Dark Symphony Tour, των Γερμανών και δημιουργημένων το 1991, Haggard, έκανε στάση και στην Ελλάδα, όπου και δόθηκε, στο metal κοινό της Θεσσαλονίκης αλλά και της Αθήνας, η ευκαιρία να τους δει ζωντανά, για τρίτη φορά τα τελευταία τρία χρόνια. Δυστυχώς, αυτή ήταν η πρώτη φορά για εμένα, καθώς, λόγο διάφορων καταστάσεων, δεν είχα μπορέσει να παραβρεθώ σε κάποια απ' τις προηγούμενες εμφανίσεις τους. Αποδείχτηκε, ότι όσα μου είχανε μεταφέρει για τα live τους, ήταν απολύτως αληθινά, καθώς, η απόδοση της μπάντας ήταν -το λιγότερο, εξαιρετική. Αν το support συγκρότημα, οι Γερμανοί και δημιουργημένοι το 2005, Crow7, είχε καλύτερο ήχο ή έπαιζαν λιγότερη ώρα, το βράδυ μας, ίσως, άγγιζε και το χαρακτηρισμό: τέλειο. Αλλά ας μην είμαστε και πλεονέκτες! Κάτι παραπάνω από τρεις ώρες live παρακολουθήσαμε οπότε δεν δικαιούμαστε να' χουμε παράπονο πόσω μάλλον όταν η τιμή του εισιτηρίου δεν ξέφυγε απ΄το 25άρι.

Η ώρα ήταν 20:45 και το κοινό αποτελούνταν από περίπου 500 άτομα εκείνη τη στιγμή, όταν και ανέβηκαν στη σκηνή οι Βεστφαλοί Crow7. Αφού παρέβλεψα το παιδιάστικο όνομα τους, που είναι ταμάμ για παρατσούκλι έφηβου υποστηρικτή λιμανίσιας ομάδας, προσπάθησα να επικεντρωθώ στη μουσική τους. Φευ! Ο ήχος ήταν άθλιος στα πρώτα τρία κομμάτια, αλλά και οι διορθώσεις που έγιναν στα επόμενα τραγούδια, δεν έκαναν μεγάλη διαφορά. Anyway, οι συνθέσεις τους δεν με ενθουσίασαν, ενώ, με ξένισε κάπως και η χρήση προηχογραφήμενων σημείων στα κομμάτια τους, καθώς, θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα αν συμμετείχε και η τραγουδίστρια τους στο show. Οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι είχαν κέφι τα παλικάρια και χαιρότανε που παίζανε για εμάς, έστω κι αν ο κόσμος ήταν αρκετά έως πολύ μουδιασμένος με την πάρτη τους. Αυτοί, υπήρξαν φιλότιμοι και προσπάθησαν να μας ζεστάνουν, όχι μόνο με τη μουσική τους, αλλά και με διάφορα άλλα μικρά happenings. Μας μοίρασαν εσώρουχα -ανδρικά και γυναικεία, με το λογότυπο των Haggard αλλά και μπλουζάκια με το λογότυπό τους, κατά τη διάρκεια του 10λεπτου λόγου/παρουσίασης των μελών. Μας καληνύχτισαν όταν, μετά από παραμονή περίπου 50 με 55 λεπτών στο σανίδι, έπαιξαν μια διαφορετική εκδοχή του γνωστού hit, Beat It, που ανήκει στον ένα και μοναδικό, αείμνηστο Βασιλιά της Ποπ, Michael Jackson.



Η προσέλευση του κόσμου έκλεισε κάπου στα 650-700 άτομα και το ρολόι έδειχνε 22:05 όταν και πάτησαν στη σκηνή του Fuzz οι Haggard. Αυτή τη φορά μας ήρθαν 12 άτομα και αφού μας καλησπέρισαν, έκαναν ένα μικρό και σύντομο soundcheck, κατά τη διάρκεια του οποίου έλαβε χώρα και το αστείο της βραδιάς. Η κοπέλα που είχε αναλάβει εξ' ολοκλήρου τα οπερετικά φωνητικά -μιας και έλειπε λόγω ασθένειας ο τενόρος-μορφή Fiffi, δοκίμαζε τον ήχο του μικροφώνου της και μόλις τελείωσε ακούστηκε μια μπάσα ανδρική φωνή να λέει: ''Αηδόνι!'' και αμέσως πλημμύρισε γέλια και χειροκροτήματα η αίθουσα. Η θερμή και όμορφη ατμόσφαιρα που επικράτησε αμέσως μετά το εν λόγω συμβάν, έδωσε στην μπάντα το έναυσμα και κάπως έτσι, με το παρακάτω κομμάτι, άρχισε το ταξίδι..



..Ένα ταξίδι σε ηχοτοπία ονειρικά με συντροφιά θεατρικούς στίχους και παραμυθένιες μελωδίες. Ο ήχος, σε αντίθεση με το supporting act, ήταν εξαιρετικός και επέτρεψε στην μπάντα να αποδώσει τα μέγιστα χωρίς σκοτούρες. Η συνεργασία και η χημεία μεταξύ των μελών ήταν εντυπωσιακά, λαμβάνοντας υπόψη, τη συχνή αλλαγή του line up της μπάντας από live σε live όπως κι από δίσκο σε δίσκο, αλλά και το δύσκολο του όλου εγχειρήματος, καθώς, μιλάμε για 12 άτομα και 14 όργανα επί σκηνής. Η μπάντα γούσταρε που ήταν πάνω στη σκήνη και το έδειχνε με κάθε τρόπο. Η απόδοσή της κυμάνθηκε σε υψηλότατα επίπεδα, το κέφι είχε χτυπήσει κόκκινο απ΄την πρώτη κιόλας νότα που έπαιξαν και η επικοινωνία με το κοινό ήταν εξαιρετική, καθώς, υπήρχε αλληλοεκτίμηση εκτός των άλλων.

Η αλληλεπίδραση μπάντας-κοινού ήταν τόσο καλή ώστε όταν μας ζητήθηκε να τραγουδήσουμε το ρεφρέν από το κομμάτι The Final Victory, το κάναμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Όμως, η μπάντα δεν εντυπωσιάστηκε από το αποτέλεσμα που βγάλαμε κι έτσι ο τραγουδιστής/κιθαρίστας, Asis, μας ρώτησε εαν περνάμε καλά. Η απάντηση ήταν ένα θορυβώδες Υeah! Χωρίς να χάσει χρόνο ο Asis μας είπε πως έτσι, με τέτοια ένταση, ήθελε να τραγουδήσουμε πριν και για να μας ανεβάσει κι άλλο ξεκίνησε να παίζει το riff του South Of Heaven των γνωστών και μη εξαιρετέων Slayer! Αυτή ήταν και η πρώτη από τις συνολικά δύο διασκευές που έπαιξε το συγκρότημα. Πριν από αυτό όμως, κατά τη διάρκεια του εκπληκτικού -και προσωπικού αγαπημένου, Herr Mannelig, ο κιθαρίστας, Claudio, παρέα με τον mainman του γκρουπ, Asis, έφυγαν απ' τη σκηνή και εμφανίστηκαν ξαφνικά ανάμεσα στο κοινό, απ' όπου και έπαιξαν τα μέρη που τους αναλογούσαν για τον εν λόγο κομμάτι. Μια αναμφισβήτητα όμορφη πινελιά. Το καλύτερο όμως το άφησαν για το τέλος. Ποιο ήταν αυτό? Διαβάστε την επόμενη παράγραφο.

Τελευταίο κομμάτι της κανονικής διάρκειας της συναυλίας ήταν το Awakening The Centuries απ΄τον ομώνυμο δίσκο. Η μπάντα κατέβηκε για λίγο απ΄τη σκήνη, στην οποία επέστρεψε, μετά από τα ''We Want More'' και τα ρυθμικά ''Haggard'' που το κοινό φώναξε. Πρώτα, ανέβηκε ο Asis, οπού αφού φώναζε ένα-ένα τα μέλη της μπάντας, εκείνα, ανέβαιναν στη σκηνή όπου και τους χάριζε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο, παρουσιάζοντάς/συστήνοντας τους. Μόλις τελείωσε το come back της μπάντας στο σανίδι, μας είπανε ότι θα παίξουν ένα τελευταίο τραγούδι. Τι το ήθελαν, να μας το ανακοινώσουν αυτό? Υπήρξε αμέσως αντίλογος απ' το κοινό και τελικά, μετά από συζήτηση αλλά και ύστερα από λίγα παζάρια, καταλήξαμε στο ότι θα μας παίξουνε τρία τραγούδια ακόμη. Κι όμως, μας έπαιξαν τέσσερα! Με το ένα από αυτά να είναι το You Suffer των Napalm Death, που όπως μας εξομολογήθηκαν, το προβάρανε ώρες επί ωρών για να μας το παίξουνε.Το συγκεκριμένο κομμάτι, διαρκείας μόλις ενός δευτερολέπτου, είναι εξαιρετικά δύσκολο ως προς την τεχνική του -αν μη τι άλλο και λογικό να απαιτεί ιδρώτα και κόπο για να αποδοθεί όπως πρέπει.

Τέλος, πρέπει να αναφέρω πως η μπάντα αποτελείται από άτομα προσγειωμένα, ευγενέστατα και συμπαθέστατα και καθόλου μα καθόλου σνομπ ή ψωνισμένα. Αυτό το λέω διότι, μας προέτρεψαν να παραμείνουμε στο χώρο μετά το τέλος της συναυλίας για κουβεντούλα, φωτογραφίες και τα σχετικά -άσχετα αν οι securitάδες του μαγαζιού είχαν διαφορετική άποψη και προσπάθησαν να την επιβάλουν με όχι και τόσο κομψό τρόπο. Τουλάχιστον, ήμουν στους τυχερούς που πρόλαβαν να γνωρίσουν κάποια μέλη της μπάντας. Επίσης, αξίζει να αναφέρω πως, το επόμενο άλμπουμ τους θα έχει θεματολογία δανεισμένη ή/και εμπνευσμένη απ' τα παραμύθια των αδερφών Grimm και οι ηχογραφήσεις του δίσκου θα ξεκινήσουν μέσα στο καλοκαίρι, όπως μας ενημέρωσε ο Asis. Περιττό να αναφέρω, πως δήλωσε ότι θα μας ξαναεπισκεφθούν με την πρώτη ευκαιρία.

Όσοι για οποιοδήποτε λόγο τους χάσατε, φροντίστε την επόμενη φορά να δώσετε το παρόν, γιατί πραγματικά, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα το ευχαριστηθείτε. Ακόμη κι αν δεν ξέρετε όλα τα τραγούδια ή τους στίχους, ή νομίζετε ότι είστε περισσότερο μικροί/μεγάλοι από ότι συνήθως είναι ο μέσος όρος ηλικίας για τέτοιου είδους συναυλία, μην κολλάτε σε αυτά. Η μουσική είναι μια και είναι για όλους και οι Haggard, όταν παίζουνε live, δίνουν τα πάντα επί σκηνής, σεβόμενοι τον εαυτό τους αλλά πάνω από όλα, σεβόμενοι το κοινό που πλήρωσε για να τους δεί. Respect. Πάντα τέτοια. Το setlist αποτελούταν από τα κάτωθι κομμάτια:

 In Des Konigs Hallen
The Sleeping Child
Eppur Si Muove
Tales Of Ithiria
Herr Mannelig
South Of Heaven (Slayer Cover)
Per Aspera Ad Astra
Heavenly Damnation
The Final Victory
In A Fool Moon Procession
Upon Fallen Autumn Leaves
Origin Of A Crystal Soul
In A Pale Moon's Shadow
Awaking The Centuries
Encore:
Lost
You Suffer (Napalm Death cover)
The Observer
All Inizio e la Morte





Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Wizard Smoke - The Speed Of Smoke




Οι Αμερικάνοι και δημιουργημένοι το 2008 στην Ατλάντα, Wizard Smoke, κυκλοφόρησαν πριν λίγες εβδομάδες το δεύτερο full length δίσκο τους, με τίτλο The Speed Of Smoke. Η μπάντα αποτελείται από 5 άτομα, έναν στον μπάσο, έναν στη φωνή, έναν στα ντραμς και δύο στις κιθάρες. Κατατάσσονται στον χώρο του sludge, όμως, ρίχνουν ματιές γεμάτες νόημα στο doom αλλά και στο stoner, ενώ, το groove που ακούμε στη μουσική τους είναι, τουλάχιστον, υπερπωρωτικό. Ο δεύτερος δίσκος τους, όπως και το προ διετίας ντεμπούτο τους, κυκλοφόρησε χωρίς την εμπλοκή κάποιας δισκογραφικής εταιρίας, αυτοχρηματοδοτούμενα αλλά κι ανεξάρτητα. Πράγμα, που εκτός όλων των άλλων, σημαίνει πως μπορείτε να το προμηθευτείτε γρήγορα, άκοπα, ελεύθερα, αλλά κυρίως, απολύτως νόμιμα, από το official site του συγκροτήματος, στο οποίο και θα μεταφερθείτε, εάν κάνετε ένα κλικ, εδώ.

Με 6 κομμάτια και συνολική διάρκεια 45 λεπτών, το The Speed Of Smoke, είναι ένα γεμάτο από καλές ιδέες, περιπετειώδες άλμπουμ. Η διάρκεια των κομματιών, είναι λίγο πάνω απ' τον μέσο όρο της μεταλλικής μουσικής, αλλά κοντά σε αυτόν της doom σκηνής. Σε τούτο το δίσκο όμως, η μπάντα δεν αναλώνεται σε ένα μεγαλειώδες, κεντρικό riff,για να χτίσει πάνω του όλο το άλμπουμ -όπως συνηθίζετε στις doom κυκλοφορίες, αλλά, οι κιθάρες παράγουν πολλά, δυνατά και τεράστια riffs που τα συμπληρώνουν άριστα σε σημεία, η μελωδική ακουστική κιθάρα αλλά και τα πλήκτρα που ακούγονται διάσπαρτα σε κάποια σημεία της νέας αυτής κυκλοφορίας. Το μπάσο, δεν έχει ρόλο κομπάρσου εδώ, καθώς, αρκετές είναι οι φορές που δίνει έναυσμα για ύπουλες ρυθμικές επιθέσεις ενώ, τα ντραμς κρατούν το ρυθμό σωστά και εντυπωσιάζουν με τα γυρίσματα που κάνουν σε κάποιες στιγμές του δίσκου. Όσο για τα φωνητικά, είναι άκρως ταιριαστά με την μουσική της μπάντας και νομίζω ότι ίσως αποτελούν και ατού για το συγκρότημα, καθώς, η φωνή του είναι πολύ ενδιαφέρουσα και ξεχωριστή.Στα συν, βρίσκεται και η παραγωγή του εν λόγο δίσκου, που καταφέρνει να αναδείξει με τον καλύτερο τρόπο τη μουσική, αλλά και το feeling που ήθελε η μπάντα.

Ψυχεδελικό rock, γεμάτο από doomy riffs, με τη βρωμιά του sludge να αιωρείται καθόλη τη διάρκεια του δίσκου, ακόμη κι όταν οι prog πειραματισμοί της μπάντας καταλήγουν σε -πάντα απολαυστικές, Ανατολίτικες φόρμες, κι όλα αυτά, καθώς, ο τραγουδιστής προσπαθεί να μας διηγηθεί κάποια ιστορία μέσω των στίχων, μόνο που για να την κατανοήσω, θαρρώ, πως θα πρέπει να βρεθώ σε κατάσταση παρόμοια με αυτή των κατοίκων, αλλά πολύ περισσότερο των τουριστών, του Άμστερνταμ, μετά από την αναμενόμενη εμβάθυνση τους στα καλούδια, που το έχουν κάνει τόσο διάσημο ανα τον κόσμο. Αυτό είναι το The Speed Of Smoke, ένα άλμπουμ που σε ανεβάζει και σε κάνει να κουνηθείς στο ρυθμό του χωρίς αναστολές και δίχως τύψεις. Νομίζω, πως η αναγνώριση για το συγκρότημα θα έρθει με αυτή την κυκλοφορία και ίσως και κάποιο δισκογραφικό συμβόλαιο, ως επιβράβευση. Ακόμη και τίποτα από αυτά να μη γίνει, το σίγουρο είναι ότι εμείς θα συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τη μουσική τους, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή στο -όχι και τόσο μακρινό μακρινό, μέλλον, θα έρθουν στα μέρη μας για κάποια ή κάποιες ζωντανές εμφανίσεις.


Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Indian - Guiltless





Στα μέσα του Απρίλη, κυκλοφόρησαν το τέταρτο τους άλμπουμ, με τίτλο: Guiltless, Οι Αμερικάνοι, δημιουργημένοι το 2003 και με έδρα το Σικάγο, Indian. Ο Sludge/Doom metal ήχος στον οποίο κινούνται, φαίνεται ξεκάθαρα, με αυτή τους την κυκλοφορία, πως δεν ήταν αρκετός για να τους χωρέσει, καθώς, τα black/noise στοιχεία της μουσικής τους, είναι περισσότερα από κάθε άλλη φορά. Το μονοπάτι προς τα ακραία ηχοτοπία είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται κι απ' τις προηγούμενες δουλειές τους, μιας και κάθε τους δίσκος, ήταν βαρύτερος και πιο extreme απ΄τον προηγούμενο. Εδώ όμως, ίσως, έπαιξε ρόλο η προσθήκη, σε φωνητικά και κιθάρες, του Will Lindsay, που έχει θητεύσει σε μπάντες όπως οι Nachtmystium, Wolves In The Throne Room, Middian και A Storm Of Light.

Το διαρκείας 41 λεπτών και αποτελούμενο από 7 κομμάτια, Guiltless, είναι εξωπραγματικά όμορφο. Η παραγωγή του στοχεύει, στο να αναδείξει τον παραμορφωμένο, σκοτεινό εαυτό της μουσικής της μπάντας, χωρίς όμως, να θάψει τον riffy χαρακτήρα που την διακρίνει. Ο στόχος, του Sanford Parker, που ήταν ο υπεύθυνος κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, επετεύχθη στο ακέραιο, καθώς, ο δίσκος είναι τρομακτικός αλλά και γεμάτος συναισθήματα, τόσο έντονα, που αναρωτιέσαι αν όντως είσαι τόσο καλά ψυχικά, όσο θέλεις να πιστεύεις. Η οργή, η κατήφεια κι ο πόνος των φωνητικών, που άλλοτε είναι ουρλιαχτά κι άλλοτε στριγγλιές, είναι τόσο αληθινά, όσο και οι στίχοι που βγαίνουν με μανία απ' τα σωθικά των ανθρώπων πίσω απ' το μικρόφωνο. Οι κιθάρες, σαν χαμαιλεόντες, σε οδηγούν πότε με γρήγορο -για τα δεδομένα της μπάντας και πότε με αργό βηματισμό σε μέρη απόκοσμα. Εκεί, που το μπάσο αναζητεί την διέξοδο του ψυχεδελικού Noise λαβύρινθου, τον οποίο, με την θέλησή του, αποπειράθηκε να διασχίσει. Τα ντραμς, δεν θα μπορούσαν να παραμείνουν αμέτοχα κι έτσι συμμετέχουν κι αυτά σε τούτο το αρρωστημένο ταξίδι, που έχει προορισμό, την μίζερη, διαστροφική και καταθλιπτική πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού.

Η μπάντα βρισκόταν σε κέφια όταν δημιουργούσε τον εν λόγο δίσκο, αλλά αυτό επ'ουδενί δεν σημαίνει, ότι το άλμπουμ αυτό, είναι το κατάλληλο soundtrack για χαρούμενες περιστάσεις. Αντίθετα, ο συγκεκριμένος δίσκος γίνεται λυτρωτικά απολαυστικός, μόνο όταν η ψυχική σας κατάσταση πλησιάζει κι αγγίζει το ναδίρ. Η σαπίλα που σου βγάζει το άλμπουμ όταν το ακούς, είναι αυτή που αντι να το κάνει στρυφνό, το κάνει θελκτικό. Όσο πιο πολύ το ακούω, τόσο πιο πολύ με απωθεί κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα το χέρι να πάει στο repeat. Σχήμα οξύμωρο, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Το Guiltless, είναι απωθητικά όμορφο και νομίζω πως η μπάντα ξεπέρασε τον εαυτό της με αυτό. Θαρρώ, πως αυτή είναι η κορυφαία τους δουλειά ως τώρα και αυτό, αυτόματα, ανεβάζει τον πήχη των προσδοκιών σε υψηλότατα επίπεδα. Δεν θα μου προκαλέσει καμία έκπληξη, αν, στο τέλος της χρονιάς, οπότε και συνηθίζεται να δημοσιεύονται στο σύνολο του τύπου, λίστες με τις κορυφαίες κυκλοφορίες της χρονιάς, καταλάβει μια από τις υψηλότερες θέσεις στην πλειοψηφία αυτών.



Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Altar Of Plagues - Mammal



Μεγάλη κινητικότητα στην metal σκηνή της Ιρλανδίας παρατηρείται φέτος και αυτό με χαροποιεί ιδιαιτέρως, μιας και από εκεί προέρχονται κάποιες από τις αγαπημένες μου μπάντες. Μια από αυτές, είναι οι Altar Of Plagues, που δημιουργήθηκαν το 2006, στην πόλη Cork. Η οποία χαρακτηρίζεται από πολλούς Ιρλανδούς ως η αληθινή πρωτεύουσα της χώρας, εξαιτίας, της μεγάλης συμμετοχής των κατοίκων της στα κοινά του κράτους, κι ας μην είναι η μεγαλύτερη σε μέγεθος ή πληθυσμό περιοχή. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης και η ερμηνεία του ονόματός της, που σημαίνει βάλτος. Αυτό μας δίνει και μια εικόνα για την μουσική της μπάντας -στην οποία αναφέρομαι σε τούτο το ποστ, και που μόλις πριν από μια εβδομάδα, περίπου, κυκλοφόρησε το δεύτερο full length δίσκο της, με τίτλο Mammal.

Η διάρκεια του άλμπουμ αγγίζει τα 52 λεπτά κι ας αποτελείται από μόλις τέσσερα κομμάτια. Επομένως, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, ο δίσκος χρειάζεται την απόλυτη προσοχή σας κατά την ακρόασή του, γιατί, τα κομμάτια αναπτύσσονται με όχι και τόσο γοργό ρυθμό, καθώς, δεν θα ήταν υπερβολή ή λάθος αν τα χαρακτήριζα αραιωμένα ως προς τη δομή τους. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι καθόλου μειωτικός, αλλά αρκετά επεξηγηματικός ως προς το άπλωμα των συνθέσεων. Άλλωστε, η post rock αισθητική στο χτίσιμο των τραγουδιών και οι jazz σταγόνες στον μελωδικό black metal ωκεανό που διασχίζει το group καθ΄οδόν για τις νησίδες της ευτυχίας που υπάρχουν στην απέναντι όχθη. Στις παρυφές αυτής της μουντής και γκρίζας όχθης σε υποδέχονται με τα μοιρολόγια τους ηλικιωμένες γυναίκες που ήδη έχουν ζήσει κι απ΄τις δυο πλευρές, που έχουν γευτεί τη ζωή αλλά και τον θάνατο. Η υποδοχή τους αποτελεί συγχρόνως και ξεπροβόδισμα καθώς ακολουθείται μονάχα απ' το κύκνειο άσμα του δίσκου αλλά και συνάμα το δικό σου.

Όποιος προσπαθήσει να χώσει κάτω από μια ταμπέλα το υποφαινόμενο συγκρότημα, είναι σίγουρο ότι θα αποτύχει και μάλιστα με παταγώδη τρόπο. Δεν είναι black metal, δεν είναι post rock, δεν είναι jazz, δεν είναι ambient, δεν είναι folk, δεν είναι noise. Είναι όλα αυτά μαζί. Η παλαιότερη περιοδεία με Wolves In The Throne Room και Isis μάλλον προδίδει με τον καλύτερο τρόπο τις βασικές επιρροές τους. Θα ήμουν, όμως, αφελής, εάν έκρινα από αυτές το συγκρότημα, καθώς, στο νέο τους πόνημα θα βρουν πράγματα που θα γουστάρουν οι οπαδοί των εξαιρετικών Καναδών Godspeed You! Black Emperor αλλά και των παραφυάδων τους Silver Mountain Zion, όπως, θα βρουν στιγμές που θα πωρωθούν και οι οπαδοί των Νορβηγών Mayhem. Πολύ αλλοπρόσαλλα μπορεί να σας φαίνονται όλα αυτά, αλλά είμαι σίγουρος πως μόλις ακούσετε το εν λόγω άλμπουμ θα συμφωνήσουμε.

Είναι πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια η μίξη του black metal με διάφορες άλλες εκφάνσεις της μουσικής, κυρίως μελωδικές. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, αλλά, όπως πολλά, πρόσφατα, παραδείγματα στο χώρο της σκληρής μουσικής έδειξαν, πως ο κορεσμός που έπεται της υπερπαραγωγής/υπερπροσφοράς μόνο καλό δεν κάνει -κάθε άλλο μάλιστα, καθώς, αρκετές φορές έχει οδηγήσει στην απαξίωση ονόματα μεγάλα και γνωστά που ίσως και να μην άξιζαν τέτοιας ισοπεδωτικής συμπεριφοράς. Όμως ,ας μην ξεφύγουμε κι άλλο, γιατί, εδώ μιλάμε για ένα συγκεκριμένο συγκρότημα που ποτέ δεν υιοθέτησε κάποια ταμπέλα και που ποτέ δεν δήλωσε πως παίζει μουσική για τις μάζες και τη δόξα -το αντίθετο μάλιστα, και για μια συγκεκριμένη κυκλοφορία που εμπεριέχει εκτός από μπόλικο συναίσθημα κι αρκετή έμπνευση, ρίσκο. Καταλαβαίνεται τι εννοώ, ελπίζω.


Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Lake Of Tears - Illwill



Σχεδόν είκοσι χρόνια στο κουρμπέτι, οι Σουηδοί, Lake Of Tears και με 7 full length κυκλοφορίες, έχουν περάσει πολλά σκαμπανεβάσματα στην καριέρα τους. Λογικό, αν σκεφτείς πως δεν περιορίστηκαν κάτω από την ασφάλεια της πολυφορέμενης και συχνά παρεξηγημένης ταμπέλας gothic/doom, όπως χαρακτηρίστηκαν απ΄την αρχή της καριέρας τους, αλλά, προσπάθησαν και συνεχίζουν να το κάνουν, να πειραματιστούν με τον ήχο τους. Έτσι, στην όγδοη επίσημη κυκλοφορία τους με τίτλο Illwill, ξεφεύγουν αρκετά απ' την προαναφερθείσα ταμπέλα, καθώς, συμπεριέλαβαν καινούρια στοιχεία στην μουσική τους. Το κατά πόσο είναι επιτυχημένες, οι νέες τους μουσικές προσθήκες, δεν μπορώ να το κρίνω, αλλά, αυτό που μπορώ να κάνω, είναι να σας καταθέσω την άποψή μου σχετικά.

Ο δίσκος έχει διάρκεια 40 λεπτά και αποτελείται από 10 κομμάτια. Η παραγωγή, είναι διαυγέστατη και έτσι, ακούγονται όλα τα όργανα και τα φωνητικά πολύ καθαρά. Οι κιθάρες, είναι δυναμικές και παράγουν γρήγορα riffs και solos -κάτι όχι και τόσο συνηθισμένο απ' τη μπάντα, αν και υπάρχουν και κάποια σημεία με ακουστική κιθάρα, που γλυκαίνει κάπως τον θυμό των δύο ηλεκτρικών, συμβάλλοντας παράλληλα και κάτι το ονειρικό και το λυρικό στην όλη ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Το μπάσο, ακούγεται πεντακάθαρα και καταλαβαίνεις εύκολα το πόσο σημαντικό είναι στη δομή αλλά και στην εξέλιξη των τραγουδιών. Τα φωνητικά, ποικίλουν ανάλογα με τις απαιτήσεις του εκάστοτε τραγουδιού, άλλοτε είναι τραχιά κι άλλοτε πιο μελωδικά. Ο ντράμερ είναι σε εξαιρετική φόρμα σε αυτό το άλμπουμ ενώ σημαντικές, στο τελικό αποτέλεσμα, αλλά και σωστά χρησιμοποιημένες, είναι οι πινελιές των keys, που δίνουν μια πάντα καλοδεχούμενη διαστημική ψευδαίσθηση.

Νομίζω, πως το όμορφο εξώφυλλο του άλμπουμ, δεν σε προδιαθέτει για τον μουσικό καταιγισμό και πλουραλισμό που πρόκειται να ακούσεις μόλις πατήσεις το Play. Ίσως, επειδή φαίνεται κάπως κρύο αλλά συνάμα γαλήνιο. Ίσως βέβαια, αυτό να το βλέπω έτσι μόνο εγώ. Σημασία όμως έχει ότι εδώ, οι Σουηδοί, πάντρεψαν με επιτυχία πολλές και διαφορετικές επιρροές. Από Pink Floyd πινελιές μέχρι Immortal-ικά περάσματα, αλλά και από κλασικές gothίζον στιγμές που θυμίζουν έντονα Moonspell ή/και Tiamat μέχρι Made by Motorhead καθαρόαιμες, βρώμικες ροκιές φιλτραρισμένες με ολίγον από speed metal αισθητική. Μπορεί να σας φαίνονται λίγο οξύμωρα όλα αυτά, αλλά, οι Σκανδιναβοί προσπάθησαν, και με αρκετό ρίσκο, πέτυχαν το αποτέλεσμα που ήθελαν.

Εν κατακλείδι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο δίσκος αυτός, μπορεί να μην είναι ο καλύτερός τους, αλλά σίγουρα είναι μια πολλή καλή δουλειά, που θα τους διατηρήσει ή επαναφέρει αν θέλετε, στο προσκήνιο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σίγουρα αξίζει τον χρόνο και την προσοχή σας, καθώς, θα σας ανταμείψει. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε αλλά κι όπως οι ίδιοι θα διαπιστώσετε ακούγοντάς το, είναι ένα άλμπουμ πολυποίκιλο που δύσκολα θα αφήσει παραπονεμένο κάποιον ακροατή. Ίσως να μην αρέσει ολόκληρος σε όλους αλλά δύσκολα δεν θα μπουν στο repeat έστω και κάποια απ΄τα κομμάτια που περιέχει. Νομίζω όμως, πως τη σήμερον ημέρα, με τους γρήγορους ρυθμούς, αυτό είναι που μετράει.