Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Wight - Wight Weedy Wight


Το 2008, κάπου στη Γερμανία, δημιουργήθηκαν οι Wight. Ένα συγκρότημα, αποτελούμενο από τρεις ανθρώπους, που αγαπούν πολύ την μουσική περασμένων δεκαετιών, όπως π.χ. τη μουσική των 60's και των 70's. Η πρωτοεμφανιζόμενη τριάδα, κυκλοφόρησε το αυτοχρηματοδοτούμενο ντεμπούτο της, Wight Weedy Wight, τον περασμένο Γενάρη, κάνοντας εντυπωσιακότατο μπάσιμο στα heavy μουσικά δρώμενα καθώς, τα 46 λεπτά που διαρκεί ο αποτελούμενος από 6 κομμάτια δίσκος, είναι αρκετά για να σε μεταφέρουν σε κάποια άλλη, πολύχρωμη, αλλά και πιο μακρινή διάσταση του χωροχρόνου, εκεί όπου τα ανθισμένα λουλούδια, κελαηδούν.

Το τρίο είναι απίστευτα καλά δεμένο και αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από τις πρώτες κιόλας νότες του δίσκου, η παραγωγή του οποίου είναι πολύ καλή, μιας και το παραισθησιογόνο σύννεφο που την καλύπτει, ευνοεί τον ήχο της μπάντας. Οι κιθάρες, παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο γι' αυτό το συγκρότημα καθώς, αυτές είναι που χτίζουν θεόρατους doom τείχους και το καλύπτουν με ένα ψυχεδελικό πέπλο, φτιαγμένο από κάνναβη ενώ, τα blues δεν θα μπορούσαν να λείπουν από την εξίσωση. Το μπάσο, είναι η ήρεμη δύναμη αυτής της δουλειάς, αλλά νομίζω, πως εδώ, βρίσκει απόλυτη εφαρμογή το γνωστό ρητό, που λέει για τα σιγανά ποταμάκια. Κάπως έτσι το μπάσο, κλέβει την παράσταση, χωρίς όμως να απαιτεί την προσοχή μας, αφού έτσι κι αλλιώς, ξέρει ότι θα την έχει. Τα ντραμς, κρατούν με απόλυτη ακρίβεια τον ρυθμό ενώ, το σαξόφωνο, που κάνει την εμφάνιση του για πολύ λίγο, προς το τέλος του δίσκου, είναι απλά εξωπραγματικά όμορφο καθώς, τα λίγα δευτερόλεπτα, στα οποία ακούγεται, μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν ως μαγικά, διότι, το jazzy feeling που προσδίδει, είναι απλά μαγευτικό. Όπως και τα φωνητικά καθώς, αν και χρησιμοποιούνται ελάχιστα, κάνουν τη διαφορά. Η φωνή του παλικαριού δεν είναι η καλύτερη από τεχνικής πλευράς, αλλά από πλευράς feeling, νομίζω, πως είναι από τις λίγες του χώρου, που ξεχωρίζουν.

Το Wight Weedy Wight, δεν είναι απλά ένα πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο, αλλά ένα πάρα πολύ καλό ντεμπούτο, μιας και είναι από αυτούς τους δίσκους, που σκάνε από το πουθενά και σε συναρπάσουν. Οι Wight φαίνεται πως θα μας απασχολήσουν πολύ στο μέλλον, κι αυτό είναι κάτι πολύ καλό, τόσο για το ιδίωμα, μέσα στα όρια του οποίου κινούνται, όσο και για τα αυτάκια μας, τα οποία, μόλις ακούσουν τον συγκεκριμένο δίσκο, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα μας παρασύρουν κι εμάς, ως ολότητα, σε μια μουσική δίνη, μέσα από την οποία, δεν θα θέλουμε να βγούμε.

Wight Weedy Wight by Wight

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Bandito - II



Οι Ολλανδοί Bandito είναι μια πολύ νέα μπάντα, αφού, αν δεν απατώμαι, δημιουργήθηκαν μόλις το 2009 στην πόλη Nijmegen, αλλά έχουν προλάβει ήδη να κυκλοφορήσουν δυο EP κι ένα single. Οι δουλειές αυτές, μας έδειξαν την μουσική κατεύθυνση που η μπάντα επέλεξε, κι αυτή δεν είναι άλλη από το stoner rock, το οποίο όμως έχουν διανθίσει με ολίγη από ψυχεδέλεια ενώ, το hard rock feeling, που έχει η μουσική τους, είναι εμφανέστατο και προσδίδει μια αίσθηση φρεσκάδας στον ήχο τους ενώ, αξίζει να αναφερθεί πως διανέμουν τη μουσική τους δωρεάν, μέσα από τα διάφορα site, στα οποία φιλοξενούνται.

Η δεύτερη κυκλοφορία τους, τιτλοφορείται ΙΙ και περιέχει τέσσερα κομμάτια ενώ, η συνολική της διάρκεια δεν ξεπερνά τα 19 λεπτά, κάτι που είναι λογικό μιας και δεν πρόκειται για full length δίσκο, αλλά για EP. Ένα EP, πολύ καλό, που περιέχει ξεσηκωτικά τραγούδια, που σε παρασέρνουν στο ρυθμό τους, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Η παραγωγή είναι πολύ καλή καθώς, όλα τα όργανα ακούγονται σωστά ενώ, η απόδοση της μπάντας είναι δυναμική και εκτός από γνώση μουσικής, φανερώνει και την ύπαρξη ταλέντου. Ταλέντο, που με το ρυθμό που δουλεύουν τούτοι εδώ, είμαι σίγουρος πως δεν θα χαραμιστεί.

Ελπιδοφόρα μηνύματα από τη χώρα της τουλίπας, μιας και το συγκεκριμένο συγκρότημα, μοιάζει και είναι αποφασισμένο να αφήσει το στίγμα του στη heavy rock μουσική. Οι studio δουλειές τους είναι πολλά υποσχόμενες ενώ, οι Live εμφανίσεις τους, σύμφωνα με τα όσα πήρε το μάτι μου στο Internet, πρέπει να σφύζουν από ενέργεια. Ανυπομονώ λοιπόν, για μια ολοκληρωμένη δουλειά από τους Bandito, μιας και το δεύτερο EP τους, είναι πολύ καλό, αλλά είναι και πολύ μικρό σε διάρκεια. Θέλω κι άλλο.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Grandloom - Sunburst


Από το Κότμπους της Γερμανίας προέρχονται οι Grandloom, μια μπάντα, που δημιουργήθηκε το 2007 και αυτοπροσδιορίζεται ως ψυχεδελικό heavy jam rock συγκρότημα -και πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, μιας και η μουσική τους είναι ακριβώς αυτή που οι ίδιοι περιγράφουν: Heavy rock, που προκύπτει κυρίως μέσα από jamάρισμα των μελών. Η πρώτη τους κυκλοφορία ήρθε το 2009 και ήταν ηχογραφημένη Live ενώ, ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησαν την πρώτη τους studio δουλειά, που είχε την μορφή ενός EP. Πριν λίγες εβδομάδες όμως, κυκλοφόρησαν κι επίσημα τον ντεμπούτο full length δίσκο τους, Sunburst, με διάρκεια περίπου 50 λεπτά και περιεχόμενο έξι κομμάτια.

Το τρίο από το Βρανδεμβούργο φαίνεται πως έχει ταλέντο και όρεξη για να το αναπτύξει, μιας και το spaced-out ψυχεδελικό rock τους, είναι πολύ ελκυστικό. Κάτι που οφείλεται και στις μουσικές ικανότητες των μελών καθώς, ο κιθαρίστας μοιάζει να χειρίζεται το έγχορδο του με μαεστρία, αφού οι trippy μελωδίες του, συμπληρώνονται άριστα από τα stoner riffs του ενώ, το μπάσο σιγοντάρει με τον καλύτερο τρόπο, προσθέτοντας το πάντα καλοδεχούμενο και απαραίτητο groove στην μουσική της μπάντας, αλλά δεν διστάζει να πάρει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όποτε αυτό χρειάζεται. Τα δε ντραμς, απλά συμμετέχουν στην μαγεία και συμβάλουν κι αυτά με τη σειρά τους στην δημιουργία μιας ονειρικά υπνωτικής ατμόσφαιρας ενώ, στην όλη ατμόσφαιρα συμμετέχουν και τα φωνητικά -δια της απουσίας τους, μιας και αυτή η απουσία, θαρρώ, πως είναι ευεργετική για τη μουσική της μπάντας.

Σίγουρα οι Grandloom δεν παίζουν κάτι πρωτότυπο, αλλά αυτό που παίζουν, το παίζουν πολύ καλά -και νομίζω πως αυτό είναι που μετράει στο τέλος. Το Sunburst είναι ένα πολύ καλό ντεμπούτο, από μια μπάντα, που φαίνεται πολλά υποσχόμενη. Ελπίζω να συνεχίσουν αυτό που κάνουν με την ίδια όρεξη, αλλά και τον ίδιο ζήλο, τα παλικάρια, διότι, διέκρινα πολλές δυνατότητες σε αυτούς. Θα είναι κρίμα να χαθεί ένα τέτοιο συγκρότημα, αν κι εδώ που τα λέμε, οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο δεν νομίζω πως είναι πολλές, μιας και όπως μάλλον έχετε καταλάβει, τούτοι εδώ, φαίνεται πως θα έχουν λαμπρό μέλλον. 


Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Maligno - The Funeral Domine



Από το Μεξικό μας έρχονται οι Maligno, που δημιουργήθηκαν το 2005 με σκοπό να παίξουν heavy μουσική. Ένα χρόνο μετά την γέννηση τους κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους ενώ, το 2008 κυκλοφόρησε ο δεύτερος δίσκος τους, Universevil, που τους έκανε γνωστούς κι εκτός των μεξικάνικων συνόρων. Σίγουρα, η αναγνωρισιμότητα τους στην Ευρώπη δεν βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο ακόμη, αλλά είμαι σίγουρος πως αυτό θα αλλάξει λιαν συντόμως, μιας και το τρίτο τους full length άλμπουμ, The Funeral Domine, που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, είναι πάρα πολύ δυνατό.

Ο εν λόγο δίσκος, αποτελείται από 9 κομμάτια κι έχει διάρκεια 42 λεπτά. Η παραγωγή του είναι πολύ καλή καθώς, τα πάντα ακούγονται καθαρά ενώ, αξίζει να αναφερθεί πως την έχει επιμεληθεί η ίδια η μπάντα. Το εξώφυλλο του δίσκου, είναι απλά τρομερό καθώς, θυμίζει έντονα 70's horror ταινία ενώ, η occult αύρα που αποπνέει, ταιριάζει με την μουσική που περιέχει το άλμπουμ. Μουσική, που διαφέρει λίγο σε σχέση με αυτή που ακούμε στους προηγούμενους δίσκους της μπάντας -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το doom στοιχείο απουσιάζει, αντιθέτως, συνεχίζει να κυριαρχεί. Όμως, οι κλασσικές metal αναφορές της μπάντας, έχουν αυξηθεί κατά πολύ, κάτι που προσδίδει φρεσκάδα στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα ενώ, αξίζει να αναφερθεί πως οι όποιες επιρροές της μπάντας, παραμένουν εμφανείς, αλλά έχουν φιλτραριστεί σωστά καθώς, ο ήχος του συγκροτήματος εδώ, μοιάζει και είναι, περισσότερο προσωπικός από ποτέ.

Η απόδοση και των τεσσάρων μελών είναι πολύ καλή. Ο τραγουδιστής φαίνεται πως βρίσκει την ταυτότητα του καθώς, έχει σε μεγάλο βαθμό απολέσει τις αναφορές στον Ozzy ενώ, ο κιθαρίστας εξαπολύει σε σχετικά υψηλές ταχύτητες τα δυναμικά riffs του. Το μπάσο, προσδίδει το απαραίτητο groove στον ήχο της μπάντας ενώ, τα ντραμς σε στιγμές σφυροκοπούνται αλύπητα από τον ντράμερ. Οι δύο guest συμμετοχές του δίσκου -ο Alex Skolnick των Testament και το μεξικάνικο κιθαριστικό duo Rodrigo Y Gabriela, αποτελούν το κερασάκι στην τούρτα καθώς, η συμμετοχή τους είναι καθόλα ουσιαστική.

Οι Maligno δείχνουν πως βαδίζουν με σταθερό βηματισμό προς την επιτυχία και αυτό οφείλεται εν πολλοίς και στο πολύ καλό The Funeral Domine, που είμαι σχεδόν σίγουρος, ότι θα τους ανοίξει διάπλατα τις πόρτες για την ευρωπαϊκή αγορά. Άλλωστε, θαρρώ πως κάτι τέτοιο το αξίζουν, διότι η αφοσίωση σε αυτό που κάνουν και η σκληρή δουλειά που έχουν ρίξει όλα αυτά τα χρόνια, πρέπει να ανταμειφθεί. Εάν θέλετε να τους ακούσετε -κάτι που σας προτείνω ανεπιφύλακτα και χωρίς κανένα ενδοιασμό, απλά κάντε ένα κλικ εδώ, και θα μεταφερθείτε στη σελίδα της μπάντας στο soundcloud, όπου και μπορείτε να ακούσετε ολόκληρο τον δίσκο, δωρεάν. 


Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Serpentcult - Raised By Wolves


Οι Serpentcult δημιουργήθηκαν το καλοκαίρι του 2006, στο Βέλγιο, ως τρίο, αλλά, ένα χρόνο αργότερα, προστέθηκε στο συγκρότημα και η τραγουδίστρια -με την οποία κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο EP, όπως και το ντεμπούτο Full Length τους, το 2007 και το 2008 αντίστοιχα. Στις αρχές του 2010, η κοπέλα που χειριζόταν τα φωνητικά αποχώρησε από το συγκρότημα οριστικά, κάνοντας πολλούς να νομίζουν πως το συγκρότημα βάδιζε προς τη διάλυση. Όμως, τελικά το συγκρότημα αποφάσισε να συνεχίσει και μάλιστα στην αρχική του μορφή, δηλαδή, ως τρίο. Μια απόφαση, που αντιμετωπίστηκε με ένα σχετικό μούδιασμα από τους φίλους της μπάντας, αλλά όπως αποδεικνύεται με τον ολόφρεσκο δεύτερο δίσκο της μπάντας, Raised By Wolves, η αποχώρηση αυτή, επηρέασε την μπάντα θετικά και όχι αρνητικά.

Ο νέος δίσκος της μπάντας, κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες και αποτελείται 4 κομμάτια ενώ, η διάρκειά του αγγίζει τα 40 λεπτά. Την παραγωγή έχει επιμεληθεί η ίδια η μπάντα -με την πολύτιμη βοήθεια του Greg Chandler των Βρετανών Esoteric, κάτι που σημαίνει πως ο ήχος του άλμπουμ είναι ιδιαίτερα βαρύς και δυναμικός. Η ατμόσφαιρα του δίσκου είναι καθηλωτική καθώς, η καλά κρυμμένη ένταση που επικρατεί σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ, την καθιστά σαγηνευτική. Η ροή του άλμπουμ είναι πολύ καλή και παρά τις μεγάλες διάρκειες των κομματιών, δεν βαριέσαι ούτε στιγμή ενώ, αξίζει να αναφερθεί πως ο δίσκος δεν είναι instrumental -παρά τη φυγή της τραγουδίστριας και τη μη αντικατάσταση της, μιας και υπάρχουν κάποια λιγοστά, μα πολύ καλά τοποθετημένα, φωνητικά, σε αυτόν.

Έπειτα από την προαναφερθείσα αποχώρηση, η μπάντα έπρεπε να δουλέψει πιο σκληρά, ώστε να μπορέσει να διατηρήσει τα ως τώρα κεκτημένα. Κάτι που έγινε καθώς, η βελτίωση της μπάντας σε πολλούς τομείς, είναι εμφανέστατη. Συνθετικά, η μπάντα προχώρησε ένα βήμα παρακάτω καθώς, μεγάλωσε -δίχως να ξεχειλώσει, τις συνθέσεις της ενώ, η απόδοση και των τριών μελών της -που είναι πάρα πολύ καλή, συμπεριλαμβάνεται στα θετικά του άλμπουμ. Οι κιθάρες -που είναι χαμηλά κουρδισμένες, μας προσφέρουν απλόχερα, μελαγχολικά όμορφες μελωδίες ενώ, τα μεγαλειώδη riffs που παράγουν, έχουν μια 70'ς αισθητική. Ο ήχος, που η παραγωγή προσέδωσε στο μπάσο, είναι παχύς και βαθύς, κι αυτό ο μπασίστας το εκμεταλλεύεται με τον καλύτερο τρόπο ενώ, τα ντραμς, είναι υπεύθυνα για την δημιουργία ενός μουσικού σεισμού καθώς, τα χτυπήματα που δέχονται είναι δυνατά.

Εν κατακλείδι, έχω την εντύπωση ότι οι Serpentcult με το νέο τους πόνημα, κατάφεραν να μετατρέψουν σε κάτι πολύ θετικό, την αρνητική επίδραση της απώλειας που είχαν καθώς, η δημιουργικότητα τους βρήκε μεγαλύτερο χώρο για να εξελιχθεί, κι έτσι, το Raised By Wolves, μπορεί να έχει απολέσει την γυναικεία αύρα που είχαν οι προκάτοχοι του, αυτό όμως, δεν σημαίνει πως υπολείπεται σε κάτι από αυτούς. Για την ακρίβεια, νομίζω πως είναι η ποιοτικότερη δουλειά που έχει κυκλοφορήσει ως τώρα αυτή η πολύ καλή μπάντα.


Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Ponamero Sundown - Rodeo Electrica


Από την Στοκχόλμη της Σουηδίας κατάγονται οι Ponamero Sundown, που δημιουργήθηκαν κάπου στα τέλη του 2005 με σκοπό να παίξουν δυναμική rock μουσική, δηλαδή, τραγούδια ευκολομνημόνευτα, αποτελούμενα από δυνατά και groovy riffs. Στα έξι χρόνια που ως τώρα μετρά η ύπαρξή τους, έχουν κυκλοφορήσει 4 demos και δύο full length δουλειές, με την πιο πρόσφατη από αυτές να κυκλοφορεί πριν λίγους μήνες και να τιτλοφορείται Rodeo Electrica. Ο εν λόγω δίσκος, ξεπερνάει σε διάρκεια τα 53 λεπτά ενώ, αποτελείται από 13 κομμάτια, που αξίζει να αναφερθεί πως έχουν τοποθετηθεί με στρατηγικό τρόπο στον δίσκο καθώς, η σειρά στην οποία βρίσκονται, βοηθάει τον δίσκο να κυλά όπως το ποταμίσιο νερό που οδεύει προς τον καταρράκτη -κάτι που κάνει τον συγκεκριμένο δίσκο να ξεχωρίσει εύκολα απ' τον σωρό παρόμοιων κυκλοφοριών, διότι όπως έχει αναφερθεί πολλάκις στο παρόν blog, το tracklisting καθορίζει σε σημαντικό βαθμό την επιτυχία ή μη, ενός δίσκου.

Η παραγωγή είναι εξαιρετική καθώς, όλα ακούγονται όπως πρέπει ενώ, το ίδιο εξαιρετική είναι και η απόδοση της μπάντας, μιας και τα παλικάρια φαίνεται πως είχαν τρελά κέφια κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του συγκεκριμένου άλμπουμ. Ο κιθαρίστας μοιράζει απλόχερα riffs βουτηγμένα στο fuzz και στο groove ενώ, τα leads του είναι πότε μελωδικά και πότε αγριέμενα, αλλά πάντοτε εύστοχα. Η δε δουλειά, που κάνει με τις ακουστικές κιθάρες, είναι απλά φανταστική. Ο μπασίστας κάνει κι αυτός πολύ καλή δουλειά, αν κι έχει την δυσκολότερη αποστολή στον δίσκο: να συνοδέψει τα ντραμς. Τα οποία, δέχονται χτυπήματα μίσους από τον ντράμερ -που όπως φαίνεται, τον στοιχειώνει ακόμη το black metal παρελθόν του. Όσον αφορά τα φωνητικά, αυτά μάλλον αποτελούν το ατού της μπάντας καθώς, ο τύπος που κρατά το μικρόφωνο, δίνει ρέστα -είτε τραγουδά μελωδικά, είτε αγριεμένα.

Οι Ponamero Sundown με το γεμάτο ενέργεια rock τους, μας προσέφεραν έναν δίσκο που άνετα μπαίνει στα καλύτερα της χρονιάς, μιας και το stoner αναμιγνύεται επιτυχημένα με το fuzz ενώ, οι υφέρπουσες grudge επιρροές της μπάντας, παίζουν κι αυτές τον ρόλο τους με τον καλύτερο τρόπο, καθιστώντας το Rodeo Electrica έναν από τους καλύτερους hard/stoner δίσκους της χρονιάς καθώς, οι μελωδικές, οι γρήγορες, οι heavy, αλλά και οι πιο ωμές στιγμές του δίσκου, βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία μεταξύ τους, προσφέροντας στον ακροατή μουσική ποικιλία. Η στιγμή, που αυτή η μπάντα θα αποκτήσει την αναγνώριση, αλλά και την φήμη που της αναλογεί και της αξίζει, νομίζω, πως δεν θα αργήσει.


Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Ballet Deviare - Disconsolate



Το ότι θα έγραφα κάτι σχετικό με το μπαλέτο, ομολογώ, πως δεν το περίμενα. Όχι επειδή φοβήθηκα ότι θα μου μειώσει τον ανδρισμό, αλλά επειδή είμαι εντελώς άσχετος με το θέμα και διότι ποτέ -μέχρι πριν από λίγο τουλάχιστον, δεν φαντάστηκα ότι αυτή η μορφή τέχνης, θα μπορούσε να συνδυαστεί με την metal μουσική. Κι όμως, ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός -που ιδρύθηκε το 2003 στην Νέα Υόρκη των Η.Π.Α., ονόματι Ballet Deviare, κάνει αυτό ακριβώς: συνδυάζει το μπαλέτο με τη σκληρή μουσική.

Οι δύο ιδρυτές αυτής της -όχι και τόσο συνηθισμένης, σχολής χορού, Laura Kowalewski και Andrew Carpenter, έχουν ως στόχο να διευρύνουν το πεδίο δράσης του χορού, μέσω της παρουσίασης πρωτότυπων και ορισμένες φορές, προκλητικών, έργων. Με πιο απλά λόγια, δημιουργούν χορογραφίες, που απεικονίζουν την ανθρώπινη υπόσταση, όταν αυτή βρίσκεται σε κατάσταση δύσκολη, τραγική, όταν δηλαδή τα συναισθήματα του ατόμου είναι ακραία και έντονα. Η λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά όμως, είναι η μουσική υπόκρουση που επιλέγουν για τις χορογραφίες τους καθώς, αυτές δεν προέρχονται από τον εκπληκτικό κόσμο της Κλασσικής μουσικής -όπως συνηθίζεται σε ανάλογες παραστάσεις, αλλά από το χώρο της σκληρής μουσικής. Πιο συγκεκριμένα, στο παρόν κείμενο, θα διαβάσετε για την πιο πρόσφατη προσπάθεια τους, που συνοδεύεται μουσικά, από το αγαπημένο μου παρακλάδι της metal, το Doom και δη, με το όχι ιδιαίτερα δημοφιλές, Funeral Doom ενώ, αξίζει να αναφερθεί πως η συγκεκριμένη χορευτική ομάδα, έχει δουλέψει με βάση τραγούδια συγκροτημάτων όπως οι Swallow The Sun και My Dying Bride, μεταξύ άλλων.

Το Disconsolate (μτφ. Απαρηγόρητος), είναι ένα 9λεπτο, πειραματικό μα συνάμα μαγευτικό film, που παρουσιάζει τον πόνο και την απόγνωση του ανθρώπου. Σκηνοθετημένο από ένα νεαρό και φιλόδοξο άτομο, ντυμένο μουσικά με το τραγούδι Waldlander im Herbst (μτφ. Στο δάσος το φθινόπωρο), που βρίσκεται στον προ πενταετίας ντεμπούτο δίσκο (Desolate North) των Celestiial, ενός Αμερικάνικου συγκροτήματος -που αποτελείται μόνο από ένα άτομο, τον Tanner Anderson, και που περιπλανιέται από δημιουργίας του (2004) στα ζοφερά μονοπάτια του Funeral Doom, ίσως, το πιο αργό -αλλά και βασανιστικό, είδος μουσικής που υπάρχει. Η παρακολούθηση του εν λόγω film, προκαλεί ποικίλα και πολύ έντονα συναισθήματα, που παρουσιάζονται με αφοπλιστικά εκφραστικό τρόπο από τις χορεύτριες που συμμετέχουν στο συγκεκριμένο τόλμημα. Οι οποίες χορεύτριες, νομίζω πως κάνουν φανταστική δουλειά ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, μιας και όπως προανέφερα, είμαι εντελώς άσχετος με το θέμα, οπότε είναι λογικό να μην μπορώ να το κρίνω.

Μπορώ όμως να δηλώσω πως το συγκεκριμένο project είναι εκπληκτικό. Δεν γνωρίζω και ούτε με ενδιαφέρει να μάθω αν οι χορεύτριες είναι σωστές τεχνικά ή οτιδήποτε τέτοιο. Αυτό που με ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αν ο συνδυασμός μουσικής και χορού, είναι οπτικά -κι όχι μόνο, ευχάριστος. Και το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξα μετά από πολλές θεάσεις του εν λόγω έργου είναι: πως ναι, το συγκεκριμένο δημιούργημα είναι όχι μόνο ευχάριστο, αλλά όμορφο, εξαιρετικά όμορφο. Μπορεί σε κάποιους να φανεί περίεργος αυτός ο συνδυασμός, αλλά είμαι σίγουρος, πως μόλις φύγουν οι όποιες παρωπίδες, οι αντιδράσεις -από την εμπειρία που ονομάζεται Disconsolate, θα είναι άκρως θετικές. Άλλωστε, αν δεν ίσχυε αυτό, οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι Opeth, δεν θα έκαναν ποτέ πρόταση live συνεργασίας στο Ballet Deviare. Όχι ότι αυτό αποτελεί κριτήριο, αλλά είναι η απόδειξη, πως εδώ δεν πρόκειται για κάποιου είδους παρωδία, αλλά αντιθέτως, πρόκειται για ένα πρωτότυπο και καλοδουλεμένο project, που βρίθει από έμπνευση και μεράκι.


Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Hijos De Mayo - In Sound Underground


Στην Ολλανδική πόλη Eindhoven δημιουργήθηκαν το 2006 οι Hijos De Mayo -ελληνιστί: Τα Παιδιά του Μάη, που παίζουν ένα περίεργο μείγμα post, noise, stoner και ψυχεδελικού rock. Στην πενταετή έως τώρα πορεία τους, δεν κατάφεραν να αποφύγουν κάποιες αλλαγές μελών στη σύνθεση τους, αυτό όμως, δεν τους εμπόδισε να κυκλοφορήσουν κάποια demos και promos, που έδωσαν στο κοινό μια πρώτη γεύση από τη μουσική της μπάντας καθώς, ο πρώτος τους full length δίσκος, κυκλοφόρησε μόλις την περασμένη Πρωτομαγιά. Ο εν λόγω δίσκος -για τον οποίο γράφεται τούτο το κείμενο, ονομάζεται In Sound Underground κι έχει διάρκεια περίπου 53 λεπτά ενώ, αποτελείται από 9 κομμάτια.

Το επίσημο ντεμπούτο των Ολλανδών είναι -από πολλές απόψεις, μια αρκετά καλά δουλεμένη κυκλοφορία. Καταρχάς, στο οπτικό κομμάτι τα πράγματα είναι άκρως θετικά καθώς, το εξώφυλλο του άλμπουμ σε βάζει για τα καλά στο κλίμα του δίσκου. Η παραγωγή του οποίου, βρίσκεται σε καλό επίπεδο, αλλά όχι τέλειο. Βέβαια, η θολούρα που χαρακτηρίζει τον ήχο του ντεμπούτου της μπάντας, είναι κάτι που κολακεύει το είδος της μουσικής που επιχειρούν να παίξουν, οπότε δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για παράπονα στον συγκεκριμένο τομέα. Η απόδοση της μπάντας είναι πολύ καλή, μιας και όλοι τους φαίνεται πως είναι πολύ καλοί χειριστές των οργάνων που χρησιμοποιούν.

Οι κιθάρες, νομίζω, πως βαφτίστηκαν σε μια κολυμπήθρα γεμάτη με δηλητηριώδες νερό ενώ, όταν ξυπνούν απ΄τον ψυχεδελικό λήθαργο που σε στιγμές βρίσκονται, δεν φοβούνται να ξεσπάσουν την οργή τους ξερνώντας πελώρια stoner riffs, που αρκετές καταξιωμένες μπάντες θα ζήλευαν. Το μπάσο, είναι ο κύριος υπεύθυνος για τη δημιουργία, αλλά και την διατήρηση -καθ' όλη τη διάρκεια του δίσκου, μιας υφέρπουσας και ψυχότροπης δίνης, μιας και τα κυκλωτικά μουσικά μέρη που σκαρώνει, θαρρείς πως σε ζαλίζουν, χωρίς όμως να σε κουράζουν ούτε στιγμή. Ίσως βέβαια, αυτό να οφείλεται στα καίρια χτυπήματα των ντραμς, που σε κρατούν συνέχεια σε εγρήγορση. Τα noise στοιχεία χρησιμοποιούνται πανέξυπνα καθώς, συμβάλλουν αποφασιστικά στην δημιουργία μιας όμορφης μα και συνάμα άρρωστης ατμόσφαιρας ενώ, τα φωνητικά της κοπέλας, προσδίδουν μια μαγεία στο τελικό αποτέλεσμα διότι, θαρρώ, πως είναι αυτά που απογειώνουν το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, μιας και αυτά, είτε είναι μελωδικά -σε σημείο υπνωτισμού, είτε είναι αγριεμένα, προσδίδουν μια αίσθηση παράνοιας, που ταιριάζει γάντι με τη μουσική φιλοσοφία της μπάντας.

Εν κατακλείδι, οι Hijos De Mayo, με γέμισαν ελπίδες με το ντεμπούτο τους καθώς, φαίνεται πως υπάρχει και ταλέντο, αλλά και πολύ όρεξη για δουλειά -κάτι που μόνο σε καλό μπορεί να τους βγει, έτσι κι αλλιώς. Το ντεμπούτο τους In Sound Underground, μπορεί να μην είναι τέλειο, είναι όμως ένα πολύ καλό πρώτο δείγμα δουλειάς, που αφήνει πάμπολλες υποσχέσεις για το μέλλον. Το οποίο μέλλον, ελπίζω να επιβεβαιώσει το καλό προαίσθημα που έχω γι' αυτή τη μπάντα, αν και όπως όλοι ξέρουμε, ο χρόνος είναι αδάμαστος, οπότε το μόνο που μπορούμε να κάνουμε προς το παρόν, είναι απλά να απολαύσουμε αυτό το ωραίο δισκάκι, το οποίο, αξίζει να σημειωθεί, πως διανέμεται δωρεάν από τη μπάντα -και μπορείτε να το αποκτήσετε ευθύς αμέσως, αρκεί βεβαίως, να κάνετε ένα κλικ εδώ.


Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Φθινοπωρινή Βροχή Από Νότες


Το ερχόμενο Φθινόπωρο θα είναι πολύ δυνατό συναυλιακά για την χωρά μας καθώς, πολλές μπάντες του σκληρού ήχου έχουν ήδη ανακοινώσει επίσημα ότι θα εμφανιστούν ζωντανά μπροστά στο ελληνικό κοινό. Με τις μέχρι τώρα επίσημες ανακοινώσεις, ο Οκτώβρης είναι ο μήνας που φαίνεται πιο γεμάτος, αλλά καλό θα ήταν να κάνουμε λίγη υπομονή ακόμη καθώς, οι φήμες που ακούγονται για επερχόμενες φθινοπωρινές συναυλίες στη χώρα μας, οργιάζουν. Ας δούμε όμως, λίγο πιο αναλυτικά, κάποιες συναυλίες που έχουν ήδη επισημοποιηθεί.

Οι Βρετανοί Cathedral -στυλοβάτες της doom μουσικής τα τελευταία 20 χρόνια, ανακοίνωσαν πριν κάποιους μήνες ότι το 2012 θα κυκλοφορήσουν το κύκνειο άσμα τους ενώ, επιβεβαίωσαν πως το τρέχον έτος, θα είναι το τελευταίο, όσον αφορά τις live εμφανίσεις τους. Οι ενδιαφερόμενοι λοιπόν -που δεν είναι και λίγοι φαντάζομαι, καλό θα είναι να κάνουν τα κουμάντα τους όσο πιο νωρίς γίνεται, διότι προβλέπεται να γίνει μακελειό για την εξασφάλιση ενός από τα μαγικά χαρτάκια που θα μας προσφέρουν την ευκαιρία να δούμε για τελευταία φορά μια από τις κορυφαίες μπάντες του σκληρού ήχου. 30 Σεπτέμβρη στο Block 33 το στερνό ραντεβού στη Θεσσαλονίκη και 1 Οκτώβρη στο Gagarin το έσχατο ραντεβού στην Αθήνα. Οι τιμές είναι σε λογικά πλαίσια καθώς αυτές διαμορφώνονται ως εξής: 20, 25 και 30 ευρώ. Όπως καταλαβαίνετε, κανείς δεν πρέπει να λείψει.

Εδώ και λίγες ημέρες ανακοινώθηκε επίσημα από τους Candlemass η πρόθεση τους να μας επισκεφθούν για ακόμη μια φορά. Το γεγονός επιβεβαιώθηκε και έτσι οι Σουηδοί θα παίξουν ζωντανά στο Fuzz στις 8 Οκτώβρη. Δεν πρόκειται όμως για μια ακόμη συνηθισμένη συναυλία των Σκανδιναβών Θεών του Doom, διότι, με ευκαιρία τη συμπλήρωση 25 χρόνων από την κυκλοφορία του, θα παίξουν ζωντανά, ολόκληρο το μνημειώδες Epicus Doomicus Metallicus -ένα άλμπουμ που σημάδεψε την καριέρα τους, αλλά και τη σκληρή μουσική συνάμα. Στη σκηνή για την ερμηνεία των τραγουδιών αυτού του ιστορικού δίσκου θα ανέβει ο Johan Langqvist -ο τραγουδιστής της μπάντας την εποχή που κυκλοφόρησε ο δίσκος ενώ, ο Robert Lowe θα ερμηνεύσει τα υπόλοιπα κομμάτια του set. Τα ωραία νέα σχετικά με αυτή τη συναυλία δεν τελειώνουν εδώ όμως, διότι στο σανίδι θα ανέβουν και οι θρυλικοί Αμερικάνοι Trouble -που έχουν επηρεάσει όσο λίγη τη heavy μουσική ενώ, αξίζει ειδικής αναφοράς ότι τα φωνητικά θα αναλάβει για τη συναυλία αυτή ο Kory Clarke των Warrior Soul. Αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα συναυλία θα ανοίξουν οι doomsters εκ Φινλανδίας ονόματι Lord Vicar. Λεπτομέρειες για τις τιμές και τον τρόπο απόκτησης εισιτηρίων δεν έχουν γίνει ακόμη γνωστές, αλλά οι σχετικές ανακοινώσεις δεν θα αργήσουν να δημοσιευθούν.

Οι ιδιαίτερα αγαπητοί στο ελληνικό κοινό Mogwai, κυκλοφόρησαν πριν λίγους μήνες τον νέο τους δίσκο ενώ, τον Σεπτέμβρη αναμένεται να κυκλοφορήσουν κι ένα EP με νέα τραγούδια. Με αφορμή αυτές τις κυκλοφορίες, θα επισκεφθούν για ακόμη μια φορά τη χώρα μας ενώ, θα κάνουν στάση και στην Αθήνα, αλλά και στην Θεσσαλονίκη. Στην πρωτεύουσα θα εμφανιστούν στο Fuzz στις 21 του Οκτώβρη ενώ, μια μέρα μετά -στις 22 του Οκτώβρη, θα εμφανιστούν στο Block 33 της συμπρωτεύουσας. Τιμές εισιτηρίων και τρόπος απόκτησης αυτών, δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη, αλλά αυτό αναμένεται να αλλάξει στο εγγύς μέλλον.

Οι Φινλανδοί Amorphis, με αφορμή την προ ολίγων εβδομάδων κυκλοφορία του νέου τους δίσκου, θα επισκεφτούν για άλλη μια φορά την Ελλάδα για συναυλίες και -όπως το συνηθίζουν, θα εμφανιστούν τόσο στην Θεσσαλονίκη όσο και στην Αθήνα. Στις 12 Νοεμβρίου θα εμφανιστούν στο Block 33, με την τιμή του εισιτηρίου να βρίσκεται στα 28 ευρώ ενώ, μια ημέρα μετά, στις 13 του μήνα, θα εμφανιστούν στο Gagarin, με την τιμή του εισιτηρίου να είναι στα 32 ευρώ. Λίγες μέρες μετά, στις 18 και 19 Νοέμβρη, στο Gagarin θα εμφανιστούν και οι Iced Earth, με τιμή του εισιτηρίου να είναι αρμυρούτσικη καθώς, αυτή ορίστηκε στα 35 ευρώ. Αμέσως μετά τις 2 Αθηναϊκές εμφανίσεις τους, στις 20 του μηνός, οι Αμερικάνοι θα επισκεφθούν για μια συναυλία τη Θεσσαλονίκη, με το ραντεβού να δίνεται στο Principal Club Theater και το κόστος αυτού να κυμαίνεται μεταξύ 30 και 35 ευρώ.

Τέλος, οι αγαπημένοι μου The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble, ανακοίνωσαν ότι θα έρθουν για μια μοναδική ζωντανή εμφάνιση στη χώρα μας στις 11 του Νοέμβρη στην Αθήνα, χωρίς ακόμη να έχουν γίνει γνωστές περισσότερες λεπτομέρειές σχετικά. Εν αναμονή περισσότερων ανακοινώσεων για επερχόμενες συναυλίες στη χώρα μας, το μόνο που μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά αυτή τη στιγμή, είναι ότι το ερχόμενο Φθινόπωρο δεν θα πλήξουμε ούτε στιγμή. Βέβαια, για να μπορέσουμε να απολαύσουμε όλες ή κάποιες από αυτές τις -πολύ ενδιαφέρουσες, συναυλίες, θα πρέπει να αντεπεξέλθουμε και οικονομικά, κάτι που σημαίνει ότι θα πρέπει να αρχίσουμε τις οικονομίες το συντομότερο δυνατό.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Sungrazer - Mirador


Στις αρχές του 2009 δημιουργήθηκαν οι Ολλανδοί Sungrazer, που με το περσινό ντεμπούτο δίσκο τους, μας παρουσίασαν ένα πολύ ενδιαφέρον μείγμα stoner και ψυχεδέλειας. Σχεδόν ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του ομώνυμου πρώτου τους δίσκου, το τρίο από το Μάαστριχ κυκλοφόρησε πριν από μια περίπου εβδομάδα τον δεύτερο full length δίσκο του με τίτλο Mirador, που αποτελείται από 7 κομμάτια και έχει διάρκεια περίπου 48 λεπτά.Ένας δίσκος, που επιβεβαιώνει με εμφατικό τρόπο όλα τα θετικά σχόλια που έχουν ακουστεί για το συγκρότημα ενώ, δίνει ταυτόχρονα την καλύτερη απάντηση σε όσους πέρυσι τους αμφισβήτησαν καθώς, το νέο τους πόνημα αποτελεί την μεγαλύτερη απόδειξη προόδου και βελτίωσης του συγκροτήματος, μιας και αυτό κατάφερε να αφομοιώσει όλες του τις επιρροές σωστά, δημιουργώντας έτσι έναν ήχο, πέρα για πέρα προσωπικό.

Το εξώφυλλο σε βάζει κατευθείαν στον κλίμα ενώ, αξίζει να αναφερθεί πως η παραγωγή του άλμπουμ είναι πολύ καλή. Το επίπεδο των συνθέσεων έχει ανέβει θεαματικά καθώς, ο συνδυασμός groove, jamαρίσματος και ψυχεδέλειας έχει επιτευχθεί με τρόπο σχεδόν τέλειο. Τα φωνητικά σε υπνωτίζουν και σε ταξιδεύουν σε ένα κόσμο μαγικό, εκεί όπου οι κιθάρες ζωγραφίζουν ψυχεδελικά fuzz ηχοτοπία πάνω σε ένα καμβά σκεπασμένο με την σκόνη της ερήμου και ξεβρασμένο στην άκρη κάποιου βάλτου, στα ελώδη νερά του οποίου το μπάσο έκανε το πρωινό του ντουζάκι όταν τον εντόπισε ενώ, την ίδια στιγμή, λίγο πιο δίπλα από εκεί, τα ντραμς με τα σπινθηροβόλα χτυπήματα τους, έτρεφαν μια φωτιά, που αν και στόχευε στο να βοηθήσει στο στέγνωμα του καμβά, τελικά, τον τύλιξε εξ ολοκλήρου με τις φλόγες της..

..Κάτι που είχε ως αποτέλεσμα η ηχητική ζωγραφιά που ήταν εγκλωβισμένη στον πυρπολημένο -πλέον, καμβά, να απογειωθεί σαν άλλο βεγγαλικό και να ξεκινήσει ένα διαγαλαξιακό ταξίδι διασχίζοντας τα πέρατα του σύμπαντος, πάντα υπό την -όχι και τόσο διακριτική, προστασία-συντροφιά του Ήλιου. Οι φλόγες που το συντροφεύουν σε αυτό το αστρικό ταξίδι, κάνουν το Mirador να μοιάζει με κομήτη εν πτήσει, μόνο που αυτή τη φορά η κατεύθυνση του δεν έχει μόνο ως τελικό προορισμό τον Πλανήτη Γη, αλλά και ως αφετηρία.

Η μουσική των Sungrazer, όπως αυτή μας παρουσιάζεται μέσα από το τελευταίο τους δίσκο, μοιάζει και είναι καταπραϋντική καθώς, χωρίς να πλασάρεται σαν φάρμακο -και πολύ σωστά, μιας και δεν είναι τέτοιο, έχει την ικανότητα να ηρεμεί το μυαλό και να φέρνει μια αίσθηση γαλήνης στην ψυχή. Το ταξιδιάρικο feeling που βγάζει είναι το ιδανικό soundtrack για τις καλοκαιρινές μας διακοπές -στις οποίες είθισται να κυριαρχεί η χαλαρότητα, η καλή διάθεση, η ξεγνοιασιά και όχι μόνο. Απλά πατήστε το play, δυναμώστε την ένταση στα ηχεία/ακουστικά σας, κλείστε τα μάτια και.. απολαύστε.

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Wo Fat - Noche Del Chupacabra


Οι Wo Fat, που κατάγονται από το Dallas του Texas, δημιουργήθηκαν το 2003 και έκτοτε επιδίδονται ανελλιπώς σε συνθετικά όργια, προσφέροντάς μας ένας ωραιότατο μείγμα stoner, ψυχεδέλειας, blues και doom ενώ, δεν λείπουν από το τελικό μείγμα ούτε τα jazz, αλλά ούτε και τα noise ψήγματα, που προσθέτουν ακόμη περισσότερη ποικιλία στο τελικό αποτέλεσμα. Τρεις full length δίσκους έχουν κυκλοφορήσει ως τώρα, με τον τελευταίο να κυκλοφορεί επίσημα τον περασμένο Φλεβάρη και να προσφέρει απλόχερα σε όλους τους φίλους του heavy ήχου απανωτούς οργασμούς με την πρώτη κιόλας ακρόασή του.

Noche Del Chupacabra, το όνομα του υποφαινόμενου δίσκου, που έχει διάρκεια αισθητά μικρότερη από τους προκατόχους του καθώς, αυτή κινείται κοντά στα 45 λεπτά ενώ, αποτελείται από 5 κομμάτια-οδοστρωτήρες, εκ των οποίων κανένα δεν πέφτει κάτω από τα 6 λεπτά. Την παραγωγή και την μίξη του δίσκου την έχει επιμεληθεί η ίδια η μπάντα, οπότε είναι περιττό να αναφέρω ότι όλα ακούγονται όσο και όπως πρέπει εδώ καθώς, η δυσωδία του βάλτου που φαίνεται στο εξώφυλλο του δίσκου, έχει ενωθεί εις σάρκα μιαν με το ευωδιαστό και ευεργετικά δροσερό καλοκαιρινό αεράκι.

Η επίδοση της μπάντας είναι εξωπραγματική ενώ, η αλληλεπίδραση των τριών μελών της μπάντας κρίνεται ως φανταστική. Η κιθάρα παράγει τερατώδη riffs, εκπληκτικά leads και εξαιρετικά παιγμένα και δεμένα με το σύνολο του εκάστοτε κομματιού solos, που πολλοί μεγάλοι κιθαρίστες θα ζήλευαν. Το μπάσο αναλαμβάνει συνεχώς πρωτοβουλίες καθώς, δεν φοβάται να ηγηθεί των κομματιών, αλλά ούτε και να συνοδεύσει τα υπόλοιπα όργανα όταν αυτό απαιτείται ενώ, το ότι ο ήχος που παράγει είναι αυτός που προσδίδει βαρύτητα και όγκο στον δίσκο, μάλλον το έχετε υποψιαστεί. Στα ντραμς γίνεται εξαιρετική δουλειά καθώς, είτε κρατούν το ρυθμό με ακρίβεια Ελβετικού ρολογιού, είτε groove-άρουν οδηγώντας τις συνθέσεις σε μονοπάτια ελώδη που οδηγούν στη μέση κάποιας ηλιοκαμένης ερήμου. Τα φωνητικά κάλλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως το κερασάκι στην τούρτα, μιας και η έξυπνη και όχι ιδιαίτερα εκτενής χρήση τους, απογειώνει το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.

Μου είναι δύσκολο να περιγράψω την μουσική των Wo Fat καθώς, το stoner συνουσιάζεται με την ψυχεδέλεια, την ίδια στιγμή που τα blues μπαλαμουτιάζουν το doom ενώ, αξίζει να αναφερθεί πως jazz και noise κρυφοκοιτάζουν τις ερωτικές περιπτύξεις των υπόλοιπων ιδιωμάτων -στις οποίες παραλίγο να ξεχάσω πως χρησιμοποιούνται ερωτικά βοηθήματα ονάματι fuzz και desert. Χμ, νομίζω πως η προσπάθεια να ξεγελάσω τον εαυτό μου και να βρω λέξεις να περιγράψω τη μουσική, που το φαντασμαγορικό Noche Del Chupacabra περιέχει, αποδεικνύεται αποτυχημένη καθώς, η παρομοίωση της με ερωτική πράξη μάλλον την αδικεί, αφού η ικανοποίηση που σου προσφέρει νομίζω πως δεν είναι εφάμιλλη της συνουσίας, μα μεγαλύτερη. Όχι, δεν με έπιασε η ζέστη, ούτε με χτύπησε ο ήλιος κατακέφαλα, αλλά ούτε και με παράτησε η γκόμενα. Αν και εδώ που τα λέμε θα έπρεπε, μιας και τελευταία είμαι περισσότερο αφοσιωμένος σ' αυτό το άλμπουμ παρά σε εκείνη. Επειδή όμως εδώ δεν γράφω για τα προσωπικά μου, αλλά για τις μουσικές που γουστάρω, κλείνοντας έχω να σας πω ότι παρότι δεν μου αρέσει η χρήση της προστακτικής, θα αναγκαστώ να την χρησιμοποιήσω, μιας και αυτό το άλμπουμ πρέπει οπωσδήποτε να το ακούσετε. Ναι, είναι τόσο μα τόσο καλό, που η ακρόασή του άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως χάρη προς τον εαυτό σας. Αλήθεια.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

J.D. Overdrive - Sex, Whiskey & Southern Blood


Οφείλω να ομολογήσω πως ξαφνιάστηκα όταν συνειδητοποίησα ότι οι J.D. Overdrive κατάγονται από την Πολωνία. Αυτό, γιατί πρώτα άκουσα τον δίσκο και μετά ψάχτηκα περισσότερο για αυτούς -μιας και μου άρεσε αρκετά αυτό που άκουσα, και υπέθεσα πως τα παλικάρια αυτά θα προέρχονται από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού καθώς, όπως μαρτυρά το εξώφυλλο, το όνομα τους (καθώς τα αρχικά J.D. προέρχονται από την παγκοσμίως γνωστή φίρμα παραγωγής ουίσκι, Jack Daniels) αλλά και ο τίτλος (Sex, Whiskey & Southern Blood) του ντεμπούτου άλμπουμ τους, που κυκλοφόρησε τον περασμένο μήνα, η μουσική τους, αλλά και η γενικότερη αισθητική τους, είναι σφόδρα επηρεασμένη από τις Η.Π.Α. -πιο συγκεκριμένα, από τις νοτιότερες πολιτείες τους.

Το πρώτο full length άλμπουμ της πολωνικής μπάντας αποτελείται από 10 κομμάτια -εκ των οποίων το ένα είναι -μια αρκετά δυναμική, διασκευή στο Purple Haze του Jimi Hendrix, κι ένα πολύ επιτυχημένο intro ενώ, η διάρκεια του ξεπερνάει τα 45 λεπτά. Η παραγωγή του δίσκου είναι αρκετά καλή, αλλά όχι τέλεια καθώς, τη βρήκα λίγο παραπάνω γυαλισμένη από ότι θα ήθελα, πάραυτα όλα τα όργανα ακούγονται πεντακάθαρα, κι αυτό είναι που μετράει στο τέλος. Η απόδοση της μπάντας είναι πολύ καλή, ο ντράμερ χτυπάει με μίσος τα ντραμς του, προσπαθώντας να γκρεμίσει το σταθερό τοίχος που χτίζει το μπάσο ενώ, η κιθάρα παράγει κάποια πολύ δυνατά riffs, αλλά ακόμη και τα solos της κινούνται σε καλό επίπεδο, μιας και κολλάνε πολύ σωστά στα τραγούδια, στα οποία χρησιμοποιούνται. Η φωνή, είναι το ατού της συγκεκριμένης μπάντας καθώς, ο τύπος πίσω απ' το μικρόφωνο, τραγουδά με ψυχή ενώ -αν και μάλλον το ψυλλιαστήκατε, τα χνώτα του βρωμάνε αλκοόλ από χιλιόμετρα μακρυά.

Οι J.D. Overdrive, μια σχετικά νέα μπάντα καθώς, δημιουργήθηκαν το 2007, έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία από τις πολλές live εμφανίσεις τους -μερικές εκ των οποίων με σημαντικά ονόματα του χώρου, κυκλοφόρησαν ένα γεμάτο ενέργεια πρώτο δίσκο, που είναι φτιαγμένος για να ακουστεί ζωντανά, αλλά και που αφήνει πολλές ελπίδες για την μελλοντική παρουσία της μπάντας στο χώρο. Βέβαια, για να επιτύχουν θα πρέπει να συνεχίσουν να δουλεύουν σκληρά, ώστε να καταφέρουν να δέσουν ακόμη καλύτερα τις πολλές επιρροές τους -που κυμαίνονται από το southern rock έως και το nu metal, έτσι ώστε να εξαλείψουν τα στίγματα της επαναληπτικότητας και του κορεσμού, που εμφανίστηκαν στο -αρκετά καλό, Sex, Whiskey & Southern Blood. Ανυπομονώ για την επόμενη δισκογραφική απόπειρά τους, με κρυφή ελπίδα, αυτή, να είναι καλύτερη του απλά καλού ντεμπούτου τους.

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Shroud Eater - ThunderNoise



Η Florida των Η.Π.Α. είναι γνωστή -εκτός όλων των άλλων, για τις death metal μπάντες που έχει βγάλει, οι οποίες έχουν γράψει πολλές σελίδες στην ιστορία της σκληρής μουσικής. Οι Shroud Eater, μια νέα μπάντα, καθώς δημιουργήθηκαν το 2009 στο ιδιαίτερα θερμό και κοσμοπολίτικο Miami, έχουν όνομα που παραπέμπει σε μουσικές του προαναφερθέντος ιδιώματος της σκληρής μουσικής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ασχολούνται και με αυτό το ιδίωμα. Για την ακρίβεια, η σχέση τους, με το ιδιαιτέρως δημοφιλές ιδίωμα που ονομάζεται death metal, αναλώνεται στον τόπο καταγωγής τους και ίσως και στην αισθητική του εξωφύλλου του ντεμπούτου δίσκου τους, μιας και το νεότευκτο τρίο, που αποτελείται από έναν άντρα στα ντραμς, και δυο γυναίκες σε κιθάρα, μπάσο και φωνητικά, παίζει ένα τρομερά γοητευτικό μείγμα doom/sludge, εμπλουτισμένο με ολίγη από ψυχεδέλεια, αλλά ακόμη και punk, stoner ενώ, δεν λείπουν τα progressive στοιχεία από την μουσική τους.

Συγκεκριμένα, η μπάντα έχει κυκλοφορήσει ένα EP το 2009 -μόλις λίγους μήνες μετά τη δημιουργία της, ενώ, στις αρχές του τρέχοντος έτους, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο full length της με τίτλο: ThunderNoise. Ένα άλμπουμ, με μπόλικη ενέργεια, που αποτελείται από 11 κομμάτια και διαρκεί περίπου 44 λεπτά. Η παραγωγή του είναι αρκετά καλή, αλλά έχω την εντύπωση ότι θα μπορούσε να είναι λίγο καλύτερη. Ο ήχος είναι αρκετά μπουκωμένος -κάτι που προσωπικά μου αρέσει σε αυτό το είδος μουσικής, αλλά παρόλα αυτά, όλα τα όργανα ακούγονται καλά, εκτός ίσως από τα ντραμς, ο ήχος των οποίων είναι το μοναδικό πραγματικό ψεγάδι που έχω να προσάψω στον δίσκο. Το οξύμωρο είναι ότι το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα είναι αρκετά καλό, μιας και τα έγχορδα φαίνεται να αλληλεπιδρούν σωστά με τα ντραμς, τα οποία, όπως μάλλον καταλάβατε, θεωρώ αδικημένα απ' την παραγωγή.

Η τραγουδίστρια/κιθαρίστρια/στιχουργός του συγκροτήματος, Jeannie Saiz, φαίνεται αρκετά οργισμένη σε αυτόν τον δίσκο, διότι τα φωνητικά της ξεχειλίζουν από πάθος ενώ, δεν θα ήταν λάθος όποιος αντί για την λέξη πάθος, χρησιμοποιούσε για τα περιγράψει λέξεις όπως: οργή, θυμός, τσαντίλα. Η κιθαριστική δουλειά της είναι εκπληκτική, καθώς τα riffs της πετούν λάσπες, σηκώνουν σκόνη, τόση, που ο ήλιος κρύβεται, καθώς τα solos και τα leads σε αποτελειώνουν με το κοφτερό τους ύφος, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με πυρακτωμένη λεπίδα. Η Janette Valentine, που έχει αναλάβει το μπάσο, μας υπενθυμίζει, πως δεν είναι και ότι πιο σώφρον στις μέρες μας να θεωρούμε το γυναικείο φύλλο αδύναμο. Οι μπασογραμμές της είναι βουτηγμένες, ως επί το πλείστον, στην παραμόρφωση, αλλά ακόμη κι έτσι, ξεχωρίζεις εύκολα τι ακριβώς παίζει και τρομάζεις με το ταλέντο της, καθώς το παίξιμό της αποτελεί για την μπάντα ό,τι αποτελεί το σκυρόδεμα για τον πιο ψηλό ουρανοξύστη: συστατικό απαραίτητο. Ο Felipe Torres, που έχει αναλάβει τα ντραμς, κάνει πολύ καλή δουλειά. Κρατάει με αριστοτεχνικό τρόπο το ρυθμό ενώ, ταυτόχρονα προσδίδει groove με το παίξιμό του. Τα δε γεμίσματα που επιχειρεί σε στιγμές, είναι απλά φανταστικά.

Είναι πλέον προφανές, πως από τους βάλτους του Miami, ξεπήδησε ένα τέρας, που αν και διαφέρει αρκετά από τα υπόλοιπα θηρία της περιοχής, είναι το ίδιο -αν όχι περισσότερο, επικίνδυνο, σε σύγκριση με τους death συντοπίτες του. Η ενέργεια, αλλά και η φρεσκάδα, που συνοδεύει αυτήν την κυκλοφορία, είναι πραγματικά, κάτι το πολύ χρήσιμο και απαραίτητο, για την αναζωογόνηση ενός ιδιώματος, που τελευταία είχε πέσει σε ένα μικρό τέλμα στασιμότητας. Το ThunderNoise των πάρα πολλά υποσχόμενων Shroud Eater, είναι ένας δίσκος must-have για όλους τους φανς του ιδιώματος, αλλά και της σκληρής μουσικής γενικότερα. Απορώ, πως αυτή η μπάντα είναι ακόμη χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο, αν και κάτι μου λέει πως μετά το τρομερό ντεμπούτο τους, δεν θα αργήσει πολύ ακόμη η σχετική πρόταση. Αν κρίνω από το δυναμικό μπάσιμο της μπάντας στα δρώμενα της σκληρής μουσικής, πιστεύω, πως αυτή, θα μας απασχολήσει πολύ στο μέλλον. Και δίκαια.

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Full House Brew Crew - Bet It All


Οι Full House Brew Crew δημιουργήθηκαν το 2009 και αποτελούνται από μια παρέα ατόμων με μεγάλη εμπειρία στο χώρο της σκληρής μουσικής, μιας και όλοι τους έχουν θητεύσει σε άλλες μπάντες κατά το παρελθόν κι ως εκ τούτου η συναυλιακή -και όχι μόνο, εμπειρία τους, είναι άξια αναφοράς. Νεοσύστατη μπάντα λοιπόν, αλλά όχι αποτελούμενη από αμούστακα νεούδια, άλλωστε, το ρητό λέει: ο νέος είναι ωραίος, αλλά ο παλιός είναι αλλιώς, οπότε, πιθανολογώ ότι ο συνδυασμός νεότητος κι εμπειρίας -που συναντάται εδώ, πρέπει να είναι εκρηκτικός. Για να δούμε όμως, αν όντως αυτό ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Πριν λίγο καιρό, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ των Αθηναίων, που τιτλοφορείται: Bet It All, έχει διάρκεια περίπου 43 λεπτά και αποτελείται από 10 τραγούδια. Heavy rock με αρκετές southern αναφορές, bluesy και doomy ψήγματα. Κάπως έτσι, μπορεί να περιγραφεί η μουσική που περιέχει αυτό το άλμπουμ, το οποίο ξεχειλίζει από ενέργεια, μιας και οι επιθετικοί προσδιορισμοί: δυναμικό, συμπαγές και ξεσηκωτικό, βρίσκουν εδώ, απόλυτη εφαρμογή. Pantera και Black Label Society είναι δύο μπάντες, που μπορούν να αναφερθούν ως κύριες επιρροές της μπάντας, χωρίς αυτό να αφαιρεί από την γνησιότητα τους.

Η παραγωγή του άλμπουμ είναι δυνατή και όσο βρώμικη πρέπει, καθώς, ενώ σου επιτρέπει να ακούς όλα τα όργανα καθαρά, προσθέτει συγχρόνως ένα αλήτικο feeling στον ήχο της μπάντας. Το rythm section είναι δεμένο τόσο καλά, όσο και οι φυτικές ίνες που αποτελούν τα ναυτικά σχοινιά ενώ, τα riffs, τα leads αλλά και τα solos που η κιθάρα παράγει, είναι τόσο δυναμικά, που ίσως τα προαναφερθέντα ως επιρροές συγκροτήματα, να ζήλευαν κάποια αυτά. Η δουλειά στα φωνητικά είναι πολύ καλή, μιας και φαίνεται πως ο τραγουδιστής έχει πιάσει στο απόλυτο την ατμόσφαιρα της μπάντας ενώ, αξίζει να αναφερθεί πως σε κάποια σημεία ο τρόπος που τραγουδά, μου θυμίζει έντονα τον γνωστό και μη εξαιρετέο, James Hetfield, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο να επιτύχει κάποιος -το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. Βέβαια, δεν ξέρω αν το παλικάρι το επιδίωξε ή όχι, αλλά ξέρω, πως αυτό το άλμπουμ, που τις πρώτες μέρες της κυκλοφορίας του διανεμόταν δωρεάν μέσω διαδικτύου, κυκλοφόρησε με έξοδα της μπάντας και αυτό θαρρώ πως θα αλλάξει πολύ σύντομα, μιας και δεν βλέπω να παραμένει χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο αυτή η μπάντα για πολύ ακόμη.

Κρίνοντας από τη μουσική της μπάντας και από το feedback που έχω από φίλους που έχουν παραστεί σε live τους, κατέληξα να έχω βάσιμες ελπίδες ότι αυτά τα παλικάρια θα μας προσφέρουν ακόμη καλύτερα πράγματα στο μέλλον. Το ότι τους συμπάθησα αμέσως όμως, δεν οφείλεται μόνο στη μουσική τους, αλλά και στο συνδυασμό εξώφυλλου, τίτλου δίσκου και ονόματος μπάντας, που μας φανερώνουν ιδιαίτερη αγάπη για συγκεκριμένο παιχνίδι της τράπουλας και φυσικά, για το βασικό προϊόν της ζυθοποιίας, που δεν είναι άλλο από τη γνωστή μας μπύρα. Η οποία, είναι και το καλύτερο συνοδευτικό -μαζί με το θερμό ελληνικό καιρό του καλοκαιριού, για την ακρόαση και απόλαυση αυτού του πολύ καλού δίσκου.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Karma To Burn - V


Οι Αμερικάνοι Karma To Burn αποτελούν μια αρκετά ιδιάζουσα περίπτωση μπάντας. Αυτό διότι η συνολική ύπαρξή τους δεν ξεπερνάει χρονικά το μεγάλο διάλειμα που έκαναν. Δημιουργήθηκαν το 1994 και έως το 2002 όταν και διαλύθηκαν είχαν προλάβει να κυκλοφορήσουν τρία full length άλμπουμ κι άλλα τόσα EPs. Μετά από 7 χρόνια επαναδραστηριοποιήθηκαν το 2009 και ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησαν την 4η full length δουλειά τους ενώ, πριν λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε επίσημα και η πέμπτη full length δισκογραφική δουλειά τους με τον εύγλωττο τίτλο: V, με συνολική διάρκεια 38 λεπτά και περιεχόμενο 8 τραγούδια -εκ των οποίων το ένα διασκευή.

Ένα άλμπουμ, η παραγωγή του οποίου είναι υπερβολικά καθαρή. Όσο και αν σας φανεί περίεργο, αυτό δεν είναι πάντα κάτι το θετικό και στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον αποτελεί τροχοπέδη για τη μπάντα παρά ατού καθώς, ο παραγωγός αλλά και το studio ηχογράφησης έχουν την καλύτερη φήμη, αλλά στα δικά μου αυτάκια η συνεργασία αυτή δεν έκατσε καλά για αρκετούς λόγους, όπως π.χ. ο ήχος των drums, που μπορεί το παλικάρι να παίζει καλά, μιας και η απόδοσή του είναι σε αρκετά υψηλά επίπεδα, αλλά μου φαίνεται πως ο ήχος τους είναι αρκετά γυαλισμένος, σχεδόν πλαστικοποιημένος, κι αυτό με χαλάει πολύ. Οι κιθάρες και το μπάσο ακούγονται μια χαρά και οφείλω να ομολογήσω πως το μπάσο ακούγεται υπερβολικά καλό, κάτι που με χαροποίησε ιδιαίτερα, μιας και το συγκεκριμένο μουσικό όργανο είναι η αδυναμία μου. Εν ολίγοις, από μια μπάντα που παίζει stoner, θα προτιμούσα η παραγωγή να είναι βρώμικη κι όχι απαραίτητα καθαρή.

Στο συνθετικό κομμάτι, η μπάντα εμφανίζεται εμφανώς βελτιωμένη συγκριτικά με τον περσινό δίσκο της, αλλά δυστυχώς και λίγο αδύναμη στον συγκεκριμένο τομέα, μιας και εκτός τριών κομματιών, όλα τα υπόλοιπα κομμάτια υπολείπονται δυναμικής, σε σημείο να σου φαίνονται απλά αναμασήματα του παρελθόντος ή στην καλύτερη, να περνούν αδιάφορα από τα αυτιά σου, μιας και όσο κι αν προσπαθώ δεν μπορώ να θυμηθώ κάποιο riff. Ακόμη και η διασκευή του Never Say Die των... ελάτε τώρα, νομίζω ότι μπήκε απλά και μόνο για να αυξηθεί ο χρόνος του δίσκου, διότι αν και η μπάντα το προσέγγισε με τις καλύτερες των προθέσεων, νομίζω ότι το συγκεκριμένο κομμάτι είναι από τα πιο αδύναμα της δισκογραφίας των Sabbath, οπότε, μάλλον υπήρξε λίγο ατυχής αυτή η επιλογή. Τα φωνητικά, που για άλλη μια φορά χρησιμοποιούνται ελάχιστα και μόνο στα τραγούδια που δεν τιτλοφορούνται με αριθμό, έχουν δέσει πολύ καλά με τη μουσική και την ατμόσφαιρα του δίσκου ενώ, και στην διασκευή η δουλειά που έχει γίνει σε αυτόν τον τομέα είναι πολύ καλή.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα δίσκο που οι fans του συγκροτήματος θα αγαπήσουν, αλλά όσοι τους ακούσουν για πρώτη φορά μέσω αυτού του άλμπουμ, μάλλον δεν θα συγκινηθούν ιδιαίτερα. Όχι επειδή είναι κακός ο δίσκος, αλλά επειδή δεν προσφέρει τίποτα καινούριο, ούτε στο μουσικό χώρο στον οποίο κινείται, αλλά ούτε και στην ίδια την μπάντα, που είμαι σίγουρος πως γνωρίζει ότι μπορεί να παίξει καλύτερα πράγματα. Ελπίζω αυτό να μην αργήσει να γίνει, διότι η μπάντα αυτή, είναι από τις αγαπημένες μου instrumental μπάντες και δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση το επόμενο πόνημά τους να είναι τόσο αδιάφορο όσο και το φετινό τους. Στον τομέα διασκέδαση πάντως, ο δίσκος αυτός πετυχαίνει τον σκοπό του μιας και σε κάνει να κινήσεις ρυθμικά τον σβέρκο σου σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά δυστυχώς, αυτό ίσως να μην είναι αρκετό. Βέβαια, περί ορέξεως..