Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Spelljammer - Vol II


Οι Spelljammer, οι οποίοι αποτελούνται από τους Robert Sorling, Niklas Olsson, Cloffe Caspersson και Oscar Olseryd, δημιουργήθηκαν το 2007 στην Στοκχόλμη της Σουηδίας. Το 2010 κυκλοφόρησαν την πρώτη τους δουλειά, το EP Inches From The Sun, το οποίο περιείχε 4 κομμάτια πρώιμου desert/stoner rock χαρακτήρα, ενώ στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, τούτη η μπάντα μας προσέφερε την δεύτερη δουλειά της, η οποία τιτλοφορείται Vol II, ενώ κι αυτή κυκλοφόρησε σε μορφή EP.

Το εν λόγω EP αποτελείται από τρία κομμάτια συνολικής διάρκειας 25 λεπτών, τα οποία καταδεικνύουν μια στροφή στον ήχο της μπάντας προς περισσότερο doom μονοπάτια, κάτι, που σίγουρα αποτελεί -ευχάριστη- έκπληξη, ενώ έχω την εντύπωση, πως ο νέος τους ήχος, τους ταιριάζει πολύ. Το εκπληκτικό του εξώφυλλο, που χρονολογείται στα 1857 και τιτλοφορείται Plate X: Canto III: Charon herds the sinners onto his boat, ενώ αποτελεί δημιούργημα του Γάλλου καλλιτέχνη Paul Gustave Dore, έχει επεξεργαστεί ο Niklas Olsson. 

Η παραγωγή είναι πάρα πολύ καλή, κι αυτό, μάλλον οφείλεται στο ότι την επιμελήθηκε η ίδια η μπάντα, αν και η συνεισφορά του γνωστού και μη εξαιρετέου στον heavy χώρο, Billy Anderson, ήταν ιδιαιτέρως σημαντική σε αυτόν τον τομέα. Ο ήχος της μπάντας έχει πλέον αισθητά λιγότερες αναφορές στις Kyuss επιρροές του πρώτου EP της, καθώς πλέον βρίσκεται πιο κοντά στον ήχο των Electric Wizard, όμως, το προσωπικό της ηχητικό στίγμα, έχω την αίσθηση, πως έχει γίνει αρκετά εντονότερο.

Οι υπέρβαρες κιθάρες παράγουν θηριώδη riffs και σαλεμένα solos, ενώ τα χτυπήματα των ντραμς ακούγονται λες και προέρχονται από τα έγκατα της κόλασης του Δάντη. Το απίστευτα groovy μπάσο προσδίδει διόλου ευκαταφρόνητες ποσότητες όγκου στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, ενώ τα φωνητικά αποδίδουν με περισσή πειστικότητα τους στίχους.

Όλα τα παραπάνω, με οδηγούν στο συμπέρασμα, πως οι Spelljammer, δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα μεγαθήρια του heavy χώρου, ενώ κλείνοντας, οφείλω να παραδεχθώ, πως η επιθυμία μου για μια full length δουλειά από τους συγκεκριμένους Σουηδούς ανέβηκε κατακόρυφα έπειτα από το πραγματικά αριστουργιματικό Vol II, το οποίο είμαι σίγουρος, πως θα τους κάνει ευρύτερα γνωστούς στον heavy χώρο, τον θρόνο του οποίου, κάτι μου λέει, πως αν συνεχίσουν έτσι, δεν θα αργήσουν και πολύ να κατακτήσουν.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Pallbearer - Sorrow And Extinction


Οι Αμερικάνοι Pallbearer, οι οποίοι γεννήθηκαν το 2008 στο Little Rock του Αρκάνσας, όπως μαρτυρά το εύγλωττο όνομα τους, εξερευνούν μέσω της πένθιμης μουσικής τους τα πλέον μίζερα από τα γεμάτα λύπη ηχοτοπία του heavy ήχου, καθώς οι θλιμμένες τους μελωδίες, που ξεχειλίζουν από κατήφεια, αποτελούν τον ορισμό της αγνής doom μουσικής, μιας και οι ως επί τω πλείστον αργόσυρτες συνθέσεις τους, τόσο αυτές, που περιέχονται στο Demo, που η μπάντα κυκλοφόρησε το 2010, όσο κι αυτές που είναι το περιεχόμενο του ντεμπούτου τους full length δίσκου, Sorrow And Extinction, ξεχειλίζουν από συναίσθημα.

Ο εν λόγω δίσκος, ο οποίος κυκλοφόρησε στα τέλη του τρέχοντος Φλεβάρη από την Profound Lore Records, αποτελεί δημιούργημα των Joseph D. Rowland (μπάσο), Brett Campbell (φωνητικά, κιθάρες), Zach Stone (ντραμς) και Devin Holt (κιθάρες), ενώ τα 5 κομμάτια, που τον αποτελούν, διαρκούν συνολικά 49 λεπτά. Την πυκνή παραγωγή του, που κολακεύει τις μεγαλειώδεις συνθέσεις του, έχει επιμεληθεί σε συνεργασία με την ίδια την μπάντα, ο Chuck Schaaf, ο οποίος αμέσως μετά το πέρας των ηχογραφήσεων αντικατέστησε τον Zach Stone, που αποχώρησε από τούτο το νεοσύστατο κι άκρως ελπιδοφόρο μουσικό συγκρότημα.

Τα εκπληκτικής ποιότητας, παθιασμένα φωνητικά, προσδίδουν υπαρξιακή διάσταση στους στίχους, ενώ το ηχόχρωμα τους μοιάζει βγαλμένο από κλασικές doom κυκλοφορίες της δεκαετίας του '90. Οι κιθάρες κινούνται σε αργό, σχεδόν funeral doom, τέμπο, ενώ τα solos τους, αντί να αποτελέσουν νησίδα ευδαιμονίας στην μέση του αχαλίνωτου και μελαγχολικού ηχητικού ωκεανού, που τιτλοφορείται Sorrow And Extinction, εντούτοις, σε παρασύρουν όλο και πιο βαθιά στην γοητευτικά αποπνικτική τους δίνη, η οποία θυμίζει κάτι από τις απελπισμένα πικρόχολες ηχητικές πινελιές του doom/death ήχου. Το μπάσο με τον υπόκωφο ήχο του, στέκει αγέρωχο παρά το δυσβάσταχτο σε στιγμές φορτίο του, ενώ στηρίζει υποδειγματικά τα δυναμικά ντραμς.

Εν κατακλείδι, οι Pallbearer έδειξαν με το προ διετίας demo τους, το οποίο προσφέρετε για δωρεάν download από την επίσημη ιστοσελίδα τους, ότι είναι αποφασισμένοι να αφήσουν ανεξίτηλο για πάντα το στίγμα τους στον heavy ήχο, ενώ οι μεγάλες προσδοκίες, που είχαν δημιουργήσει με αυτό, όχι μόνο εκπληρώθηκαν, αλλά παραχώρησαν την θέση τους σε άλλες, ακόμη μεγαλύτερες, μιας και το Sorrow And Extinction είναι ένας εξαιρετικός -από όλες τις απόψεις- δίσκος, που έχω την εντύπωση, πως θα αρέσει στην πλειοψηφία των φίλων του σκληρού ήχου, ενώ κάτι μου λέει, πως όσοι -όπως η αφεντιά μου- γουστάρουν την heavy μουσική λίγο παραπάνω, από ότι τις υπόλοιπες εκφάνσεις του ακραίου ήχου, όχι μόνο θα λατρέψουν τούτο το άκουσμα, αλλά -δικαίως- θα το κατατάξουν και στις πλέον αγαπημένες τους κυκλοφορίες, για την χρονιά, που ήδη διανύουμε.


Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Necronomicon - The Queen Of Death


Η πόλη Maceió της Βραζιλίας αποτελεί την πρωτεύουσα της πολιτείας Alagoas, περιοχή, από την οποία προέρχεται μια σχετικά νέα μπάντα, οι Necronomicon, οι οποίοι είναι γεννημένοι το 2009. Η μπάντα αποτελείται από τρία άτομα: τον Thiago Alef σε ντραμς και κρουστά, την Lillian Lessa σε ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες, ενώ τα μπάσο, όργανο, πλήκτρα, φωνητικά και πιάνο, έχει αναλάβει ο ιθύνων νους της μπάντας, Pedro Ivo Araujo, ο οποίος είναι κι ο κύριος στιχουργός και συνθέτης της.

Η μουσική της μπάντας, το πρώτο δείγμα από την οποία, το πήραμε από το περσινό ομώνυμο ντεμπούτο της, που κυκλοφόρησε από την Hydro-Phonic Records, συνδυάζει στοιχεία από αλλοτινές εποχές, καθώς το 70's doom rock, που αποτελεί την ηχητική βάση των Necronomicon, συνδυάζεται άψογα με τις έντονες occult 70's prog rock πινελιές, ενώ δεν απουσιάζουν από τον ήχο της τα heavy psych ψήγματα, τα οποία προσδίδουν μια space rock διάσταση στον ηχητικό καμβά τούτης της άκρως ελπιδοφόρας μπάντας.

Η δεύτερη δουλειά της μπάντας, που θα κυκλοφορήσει στις αρχές του ερχόμενου καλοκαιριού υπό τον τίτλο The Queen Of Death, θα διαρκεί περίπου 39 λεπτά, ενώ θα αποτελείται από 6 κομμάτια, το concept στιχουργικό περιεχόμενο των οποίων, θα είναι βασισμένο σε μια Lovecraft αισθητικής ιστορία, που εμπνεύστηκε ο ηγέτης της, Pedro. Το εξώφυλλο και το artwork, που θα συνοδεύσει τον εν λόγω δίσκο, ταιριάζει απόλυτα με τους στίχους, αλλά και με την μουσική της μπάντας, ενώ η παραγωγή του άλμπουμ, την οποία έχει επιμεληθεί η ίδια η μπάντα, είναι αρκετά καλή, καθώς αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τόσο τις συνθέσεις του δίσκου, όσο και την εκτελεστική ικανότητα της μπάντας, που όπως ίσως υποψιάζεστε, είναι σχεδόν εξαιρετική.

Η μικροκαμωμένη Lillian, το παρουσιαστικό της οποίας, δεν προδίδει σε καμία περίπτωση το τεράστιο μουσικό της ταλέντο, σε παρασέρνει στους μαγευτικούς της ρυθμούς με το ζωηρό κιθαριστικό της παίξιμο, ενώ ο Thiago κάνει εκπληκτική δουλειά στα ντραμς, καθώς το blues υπόβαθρο του προσφέρει στα κομμάτια μια εξόχως γοητευτική για αυτά, retro αύρα, η οποία ενισχύεται από την παθιασμένη και θεατρική ερμηνεία του πολυπράγμονα Pedro, ο οποίος χειρίζεται με αριστοτεχνικό τρόπο τα πλήκτρα, το πιάνο, όπως και το -hammond ηχοχρώματος- όργανο, ενώ η φανταστική του απόδοση στο μπάσο, προσδίδει έναν σπιρτόζικο χαρακτήρα στις vintage συνθέσεις του.

Εν κατακλείδι, έχω την εντύπωση, πως οι Necronomicon έχουν όλα τα φόντα για να ξεχωρίσουν στον heavy χώρο, καθώς εκτός από το αναμφισβήτητο μουσικό τους ταλέντο, δείχνουν ότι διαθέτουν και την -πάντα απαραίτητη για τις νέες μπάντες- πίστη στις ικανότητες τους, κι αυτό, μόνο καλό μπορεί να αποδειχθεί για το μέλλον τους. Όσοι λοιπόν, θέλετε να ακούσετε κάτι, που φέρνει στο νου αλλοτινές ηχητικές εποχές, ενώ διαθέτει τον δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα και δεν αποτελεί απλά ακόμη μια κόπια του ήχου των μουσικών συγκροτημάτων τού τότε, δεν έχετε παρά να τσεκάρετε τούτη την φιλόδοξη και πολλά υποσχόμενη, νεοσύστατη μπάντα.

Υ.Γ. Θερμές ευχαριστίες στον Pedro, που απάντησε τάχιστα, αλλά και απολύτως κατατοπιστικά, στις αρκετές είναι η αλήθεια, απορίες μου.


Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Black Pyramid - Black Pyramid II


Από την Μασαχουσέτη των Η.Π.Α. προέρχονται οι δημιουργημένοι το 2007 Black Pyramid, η πορεία των οποίων στα μουσικά δρώμενα, αν και μετρά μόλις πέντε χρόνια, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς η μπάντα κατάφερε να προκαλέσει το θαυμασμό του συνόλου των ακροατών της heavy μουσικής με τον προ τριετίας εκπληκτικό κι ομώνυμο ντεμπούτο δίσκο της, ενώ παρά την επιτυχία, που δικαιωματικά γνώρισε, λίγο έλειψε να διαλυθεί τον περασμένο χειμώνα όταν ο τραγουδιστής, κιθαρίστας, αλλά και βασικός της συνθέτης, Andy Beresky, την εγκατέλειψε εντελώς ξαφνικά χωρίς προφανή λόγο. Ευτυχώς για εμάς όμως, οι Clay Neely και Gein, οι οποίοι χειρίζονται τα ντραμς και το μπάσο αντίστοιχα, αποφάσισαν να συνεχίσουν την ηχητική τους πορεία και μάλιστα, έχουν ήδη βρει τον αντικαταστάτη του ως άνω αναφερθέντα αποχωρήσαντα στο πρόσωπο του Darryl Shepard.

Βέβαια, η δεύτερη και σχεδόν ομώνυμη δουλειά τους, Black Pyramid II, που κυκλοφόρησε επίσημα την τελευταία ημέρα του περασμένου Ιανουαρίου από την MeteorCity Records, έχει ηχογραφηθεί με την πρώην πλέον σύνθεση της μπάντας, οπότε το νεοαφιχθές σε αυτήν μέλος, δεν έχει συμμετάσχει ως τώρα σε κάποια ηχογράφηση της, αν και αυτό νομίζω, πως δεν θα αργήσει να συμβεί, διότι αν κρίνω από τον πρότερο βίο της, όλο και κάποιο split ή single θα κυκλοφορήσει τους επόμενους μήνες. Δεν γνωρίζω όμως, αν και πότε θα συμβεί κάτι τέτοιο, οπότε προς το παρόν, θα ασχοληθούμε με το νέο της δίσκο, οι απαιτήσεις για τον οποίο, ήταν ιδιαιτέρως αυστηρές, μιας κι όπως προαναφέρθηκε, το ντεμπούτο της είχε εγείρει υψηλότατες προσδοκίες.

Και το Black Pyramid II, όχι μόνο ανταποκρίθηκε σε αυτές, αλλά τολμώ να πω, πως τις ξεπέρασε με χαρακτηριστική ευκολία, καθώς τα εννέα του κομμάτια, συνολικής διάρκειας 62 περίπου λεπτών, είναι όλα τους φανταστικά, κι αυτό, έχω την εντύπωση, πως δεν οφείλεται στην πολύ καλή παραγωγή του άλμπουμ, που τα αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο, αλλά στην εξαιρετική απόδοση της μπάντας, η οποία μας προσφέρει ένα σαγηνευτικό μείγμα heavy metal και doom μουσικής, το οποίο έχει στολίσει με ηχητικές πινελιές, που φέρνουν στο νου τις hippie μελωδίες της δεκαετίας του '70 ή/και του '60, ενώ το γοητευτικό και άκρως κολακευτικό για τις συνθέσεις της μπάντας, επικό feeling, αποτελεί για ακόμη μια φορά, το κερασάκι στην τούρτα.

Είναι γεγονός, πως οι μπάντες, που δεν καταφέρνουν ποτέ να ξεπεράσουν το έξοχο ντεμπούτο τους είναι πολλές, κι αυτός, έχω την εντύπωση, πως είναι ο λόγος, που πολλοί ισχυρίζονται ότι οι πραγματικά καλές μπάντες ξεχωρίζουν από τον δεύτερο δίσκο τους. Δεν έχω κατασταλάξει ακόμη στο κατά πόσο συμφωνώ ή όχι με αυτό, αλλά είμαι κάτι παραπάνω από σίγουρος για το ότι οι Black Pyramid είναι ικανοί, αλλά κι αποφασισμένοι, να αφήσουν ανεξίτηλο το στίγμα τους στον heavy ήχο, διότι δεν ξέρω αν το κατέστησα σαφές, αλλά το Black Pyramid II έχει ήδη καπαρώσει μια θέση στη λίστα με τους καλύτερους δίσκους για το 2012.


Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Pilgrim - Misery Wizard


Οι γεννημένοι το 2010 και προερχόμενοι από το Rhode Island των Η.Π.Α., Pilgrim, υπέπεσαν στην αντίληψη μου τον περασμένο Δεκέμβρη, όταν και κυκλοφόρησαν ένα 10" Split με τους επίσης Αμερικάνους Ice Dragon, το οποίο ανέβασε τις προσδοκίες μου για το επερχόμενο πρώτο τους full length, μιας και το κομμάτι με το οποίο συμμετείχαν σε αυτό ήταν εκπληκτικό, ενώ και η υπογραφή συμβολαίου με την Poison Tongue, που αποτελεί θυγατρική της γνωστής και μη εξαιρετέας στο metal χώρο Metal Blade Records, άφησε υπόνοιες για πολύ καλά πράγματα από τούτο το νεοσύστατο μουσικό συγκρότημα, το οποίο απαρτίζεται από τρεις νεαρούς μουσικούς: τον Krolg Splinterfirst, Slayer Of Man στα ντραμς, τον Count Elric The Soothslayer στο μπάσο και τον πολυπράγμων και μοναδικό συνθέτη της μπάντας, The Wizard, ο οποίος εκτός όλων των άλλων, έχει αναλάβει τις κιθάρες, τα φωνητικά και τους στίχους.

Η μουσική των Pilgrim προσδιορίζεται από τους περισσότερους ως παραδοσιακό doom και δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο για να διαφωνήσω μαζί τους, διότι κύριες επιρροές τούτης της μπάντας αποτελούν συγκροτήματα όπως οι Black Sabbath, Saint Vitus, Reverend Bizarre, Cathedral και Candlemass, ενώ δεν απουσιάζουν οι αναφορές στον ήχο των Electric Wizard.

Ο ντεμπούτο δίσκος της μπάντας, που κυκλοφόρησε τελικά στα τέλη του περασμένου Γενάρη, τιτλοφορείται Misery Wizard και περιέχει έξι κομμάτια, η συνολική διάρκεια των οποίων, αγγίζει τα 56 λεπτά. Το εν λόγω άλμπουμ συνοδεύεται υπέροχα από το artwork, που φιλοτέχνησε ο Paul McCarol της Unhinged Art. Η παραγωγή του δίσκου είναι πολύ καλή, καθώς προσφέρει τον απαραίτητο όγκο στις συνθέσεις του άλμπουμ, ενώ με την διαύγεια της αναδεικνύει την πολύ καλή απόδοση και των τριών μουσικών, που αποτελούν τούτη την ελπιδοφόρα μπάντα.

Όπως ίσως υποψιάζεστε, η συντριπτική πλειονότητα των συνθέσεων της μπάντας κινείται σε βασανιστικά αργούς ρυθμούς, ενώ ένα epic πέπλο καλύπτει την occult αισθητική τους. Το groovy μπάσο, που δεν διστάζει να πρωταγωνιστήσει όταν αυτό απαιτείται, σιγοντάρει τα μεγαλειώδη riffs της κιθάρας, τα solos της οποίας, λειτουργούν λυτρωτικά για την ροή των συνθέσεων, ενώ τα ιδιαιτέρως δυναμικά χτυπήματα των ντραμς φέρνουν στο νου τις πλέον εκκωφαντικές από τις βροντές, που παράγουν οι θυμωμένοι κεραυνοί, αλλά κι οι μανιασμένες αστραπές.

Είναι γεγονός, πως οι Pilgrim δεν διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας, καθώς η αργόσυρτη μουσική τους βασίζεται εν πολλοίς στα πεπραγμένα των προαναφερθέντων μεγαθηρίων του doom ήχου, αλλά αυτό θαρρώ, πως δεν θα πρέπει να μας ξενίζει, διότι έχω την εντύπωση, πως δεν είναι και πάρα πολλοί εκείνοι, που πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρξει παρθενογένεση στη doom μουσική εν έτη 2012, αν και η ιστορία έχει καταδείξει, πως καλό είναι ποτέ να μη λες ποτέ. Λίγη σημασία έχουν όμως αυτά, μιας και τούτοι οι φερέλπιδες νεαροί doomsters, μοιάζουν ικανοί να μας κρατήσουν για αρκετό καιρό καλή συντροφιά με τις καταρεμένες τους μελωδίες.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Orange Goblin - A Eulogy For The Damned


Δεκαεφτά χρόνια ζωής συμπληρώνουν φέτος οι Βρετανοί Orange Goblin, οι οποίοι από το 1995 και μετά, δεν έχουν σταματήσει να μας προσφέρουν εξαιρετικούς heavy rock δίσκους, η ποιότητα των οποίων, βρίσκεται σε σταθερά υψηλό επίπεδο, είτε αυτοί καμακώνουν την ψυχεδέλεια, είτε φλερτάρουν την ατίθαση metal μουσική. Αυτό, δεν θα μπορούσε να αλλάξει τώρα, καθώς το A Eulogy For The Damned, που αποτελεί την έβδομη full length δουλειά τους, αλλά και τον παρθενικό τους δίσκο υπό την σκέπη της Candlelight Records, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως καλό.

Η παραγωγή του εν λόγω δίσκου είναι πεντακάθαρη, κάτι στο οποίο δεν μας έχει συνηθίσει τούτη η μπάντα, όμως αυτό τελικά λειτουργεί υπέρ της ξεσηκωτικής μουσικής της, μιας και ο Jamie Dodd, που ηγήθηκε της σχετικής διαδικασίας, κατάφερε να καθαρίσει τον ήχο της μπάντας, χωρίς να αλλοιώσει την αλήτικη αύρα των δυναμικών συνθέσεων της, ενώ εξίσου καλή είναι και η δουλειά που έχει κάνει ο ταλαντούχος Jimbob Isaac, o οποίος, φιλοτέχνησε το εντυπωσιακό artwork, που συνοδεύει τα δέκα κομμάτια συνολικής διάρκειας 49 λεπτών, που αποτελούν τούτο το πολύ καλό κι εξόχως δυναμικό άλμπουμ.

Τα δαιμονισμένα riffs του Joe Hoare ευωδιάζουν πυρίτιδα, ενώ το φιτίλι λαμπαδιάζουν τα σπινθηροβόλα χτυπήματα του Chris Turner, ο οποίος μεταχειρίζεται εξαίσια τα ντραμς του. Το μπάσο του Martyn Millard προσδίδει στις εύφλεκτες συνθέσεις του A Eulogy For The Damned το απαραίτητο groove, ενώ η ερμηνεία του Ben Ward ξεχειλίζει από πάθος για ακόμη μια φορά, κάτι που μοιάζει -και είναι- λογικό, καθώς οι στίχοι του είναι ως επί τω πλείστον βιωματικοί, κι αυτό φαίνεται πως το γνωρίζει ο τραγουδιστής των Roadsaw, Craig Riggs, που τον συνοδεύει με τον πλέον ταιριαστό τρόπο στα "Save Me From My Self" και "A Eulogy For The Damned", ενώ άξιο αναφοράς, θαρρώ, πως είναι το γεγονός ότι το κομμάτι "The Filthy And The Few", το οποίο ξεκινά με ένα sample από την cult horror ταινία του 1969, Satan's Sadist, είναι αφιερωμένο στους οπαδούς της μπάντας και κάπου εδώ, νομίζω, ότι πρέπει να αναφερθεί, πως το κερασάκι σε τούτη την ηχητική κι αλκοολούχα τούρτα, αποτελεί το hammond, το οποίο κάνει την εμφάνιση του σε κάποια από τα κομμάτια του A Eulogy For The Damned, ιδιαιτέρως αισθητή.

Εν κατακλείδι, οι Orange Goblin κατάφεραν να συνδυάσουν άψογα τα blues με την punk αισθητική του heavy rock τους, ενώ δεν δίστασαν να διανθίσουν το doom τους με southern πινελιές. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία ενός stoner δίσκου με μπόλικα metal ψήγματα, που θα λατρέψουν οι περισσότεροι -αν όχι όλοι- φίλοι του heavy ήχου. Κάτι, που είναι απόλυτα λογικό, μιας και τα περισσότερα από τα κομμάτια του εν λόγω άλμπουμ ξεχειλίζουν από ενέργεια, καθώς μοιάζουν φτιαγμένα για να ακουστούν ζωντανά στο σανίδι.

Τέλος, καλό θα ήταν να γνωρίζετε, πως τούτοι οι μουσάτοι Λονδρέζοι, που φημίζονται για τις εκρηκτικές συναυλιακές τους επιδόσεις, θα επιστρέψουν στην χώρα μας τον ερχόμενο Οκτώβρη για τρεις μοναδικές εμφανίσεις. Η πρώτη από αυτές, θα λάβει χώρα στο An Club της Αθήνας στις 4 του μήνα, η δεύτερη στο Stage Club της Λάρισας μια μέρα αργότερα, ενώ το τέλος στις εν Ελλάδι εμφανίσεις τους θα δοθεί στις 6 του μήνα στο Eightball Club της Θεσσαλονίκης.


Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Bezoar - Wyt Deth


Στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, η Sara Palmquist (μπάσο, φωνητικά) και ο Tyler Villard (κιθάρες), δημιούργησαν το 2007 τους Bezoar, στους οποίους λίγο καιρό αργότερα προστέθηκε κι ο ντράμερ Justin Sherrell. Τούτη η σχετικά νέα μπάντα, που όμως δεν αποτελείται κι από μουσικούς νεούδια στο χώρο, καθώς όλοι τους συμμετέχουν ή συμμετείχαν σε άλλες μπάντες της τοπικής ακραίας μουσικής σκηνής, εξερευνά τα πλέον πειραματικά από τα ηχητικά μονοπάτια της heavy μουσικής, καθώς οι διεστραμμένες της μελωδίες περιέχουν στοιχεία από sludge, doom, stoner, ψυχεδέλεια, progressive κι όχι μόνο.

Το ντεμπούτο άλμπουμ της μπάντας, το οποίο αποτελείται από 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 48 λεπτών, φέρει τον τίτλο Wyt Deth και κυκλοφορεί μέσω της No World Order Records, ενώ το καταπληκτικό εξώφυλλο που το συνοδεύει αποτελεί δημιούργημα της ζωηρής φαντασίας του Cameron Michel. Η παραγωγή του άλμπουμ είναι πολύ καλή, κι αυτό, μάλλον οφείλεται στην πολύ καλή δουλειά που έκανε ο Dave Liles, ο οποίος δεν αρνήθηκε την βοήθεια του AJ Tissian.

Η απόδοση της μπάντας είναι φανταστική, ενώ η ικανότητα της να χτίζει πολύπλοκες ως προς την εκτέλεση, αλλά εξαιρετικά ευχάριστες ως προς το άκουσμα τους συνθέσεις, είναι απαράμιλλη. Σε αυτό, θαρρώ, πως την έχει βοηθήσει πολύ και το ότι δεν προσπαθεί να αποκρύψει τις επιρροές της, οι οποίες προέρχονται από διάφορα ιδιώματα του σκληρού ήχου.

Ακουστικές folk πινελιές αναπαύονται πάνω σε έναν λασπωμένο sludge καμβά, ο οποίος χαρακτηρίζεται από μια σαγηνευτική experimental αισθητική, καθώς progressive ηχοχρώματα χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του, ενώ τα black αισθητικής περάσματα, δένουν πολύ καλά με τα thrash ψήγματα, τα οποία παρασιτούν μέσα στο doom ορυμαγδό του αρρωστημένα όμορφου και νοσηρά θελκτικού ηχητικού οργανισμού, που ακούει στο όνομα Wyt Deth.

Το μπάσιμο των Bezoar στα δρώμενα της σκληρής μουσικής είναι εντυπωσιακό και πολλά υποσχόμενο, διότι το ντεμπούτο full length τους, που πέραν της digital ως τώρα μορφής του αναμένεται να κυκλοφορήσει και σε φυσική κόπια τον ερχόμενο Μάρτη, μας προσφέρει ένα άψογα οργανωμένο ηχητικό χάος, η γοητευτική μανία του οποίου, είναι ακαταμάχητη.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Earth - Angels Of Darkness, Demons Of Light II


Οι Αμερικάνοι και δημιουργημένοι το 1990, Earth, κυκλοφόρησαν πέρυσι τέτοιο καιρό την έκτη τους full length δουλειά με τίτλο Angels Of Darkness, Demons Of Light I, η οποία και υπήρξε η αγαπημένη μου κυκλοφορία για την περσινή χρονιά, καθώς ήταν αυτή, που μου κράτησε καλή συντροφιά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από οποιαδήποτε άλλη κυκλοφορία του 2011. Φέτος, ένα χρόνο αργότερα, ήρθε η στιγμή της κυκλοφορίας του Angels Of Darkness, Demons Of Light II, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από την Southern Lord Records και που όπως ίσως ήδη γνωρίζετε, αλλά κι όπως μαρτυρά ο τίτλος τούτης της κυκλοφορίας, πρόκειται για την συνέχεια του ηχητικού ταξιδιού, που η μπάντα ξεκίνησε πριν από ένα χρόνο.

Ο εν λόγω δίσκος, αποτελείται από πέντε κομμάτια συνολικής διάρκειας 46 λεπτών, ενώ συνοδεύεται από το υπέροχο artwork της χαρισματικής Stacey Rozich. Η παραγωγή του άλμπουμ είναι πολύ καλή, κι αυτό, μάλλον οφείλεται στο ότι ηχογραφήθηκε την ίδια περίοδο με τον προκάτοχο του, ενώ οι συντελεστές του όλου εγχειρήματος είναι -όπως σωστά μαντεύετε- οι ίδιοι που συμμετείχαν και στο πρώτο μέρος του Angels Of Darkness, Demons Of Light, καθώς οι Stuart Hallerman και Mell Detmer ηγήθηκαν και πάλι των σχετικών διαδικασιών. Το line up της μπάντας, στο οποίο μοναδική σταθερά αποτελεί στα είκοσι και πλέον χρόνια της ύπαρξης της ο Dylan Carlson, δεν έχει αλλάξει σε σχέση με τον περσινό δίσκο, καθώς ο Karl Blau, που ανέλαβε το μπάσο για αυτές τις δύο κυκλοφορίες, αποχώρησε από την μπάντα μετά το πέρας των ηχογραφήσεων. Αντιθέτως, εκτός του ηγετικού της μέλους, στην μπάντα παραμένουν τόσο η τσελίστρια Lori Goldstron, που σε τούτη την κυκλοφορία κλέβει την παράσταση, όσο και η ντράμερ Adrienne Davies, η απόδοση της οποίας είναι για ακόμη μια φορά εξαιρετική.

Το acid folk ηχητικό μοτίβο συμπληρώνεται από την εγκλωβισμένη στους πένθιμους ρυθμούς του drone μινιμαλισμού, americana, η ράθυμη αύρα της οποίας σε βυθίζει με ευκολία σε μια πνευματική ραστώνη εξαιρετικά εθιστική. Ο αυτοσχεδιασμός κάνει την εμφάνιση του και σε αυτόν τον δίσκο, αν και τα folklore στοιχεία είναι εκείνα που κρατούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και που καθιστούν τούτο το άλμπουμ ιδιαιτέρως απολαυστικό, καθώς οι country πινελιές καλύπτουν με ένα πέπλο θετικής ενέργειας τις σκοτεινές μελωδίες των Earth, οι οποίοι με το δεύτερο μέρος του Angels Of Darkness, Demons Of Lights, καθηλώνουν τους φίλους της μεθυστικής μουσικής τους με χαρακτηριστική ευκολία, καθώς τους προσφέρουν τις πιο γλυκές μελωδίες της πολυετούς ηχητικής τους πορείας. Τούτος ο δίσκος λοιπόν, προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όλους όσους αναζητούν ένα γαλήνιο και χαλαρό, μα συνάμα ποιοτικό άκουσμα, αλλά και σ' όλους εκείνους, που σ' αυτούς τους χαλεπούς καιρούς δεν παύουν να πιστεύουν στην ύπαρξη της ελπίδας.



Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Les Discrets - Ariettes Oubliées


Το έτος 2003 ο Γάλλος εικαστικός καλλιτέχνης Fursy Teyssier, γνωστός για τη συνεργασία του με μπάντες όπως οι Amesoeurs και Alcest, αποφάσισε να διευρύνει τους καλλιτεχνικούς του ορίζοντες, κι έτσι, εισήλθε στον -πάντα φιλόξενο- χώρο της μουσικής, δημιουργώντας τους Les Discrets. Μια μπάντα, που γρήγορα ξεχώρισε για την ατμόσφαιρα της μουσικής της, η οποία κινείται στα σύνορα μεταξύ του post rock και shoegaze ήχου. Στον μαγικό κόσμο της μουσικής, συνταξιδιώτες του Fursy Teyssier, που έχει αναλάβει τις κιθάρες, το μπάσο, τη σύνθεση, το artwork και τα φωνητικά, είναι οι ταλαντούχοι Winterhalter στα ντραμς και Audrey Hadorn σε στίχους και φωνητικά.

Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί μέσω της γερμανικής Prophecy Productions η δεύτερη full length δουλειά τούτης της μπάντας, η οποία τιτλοφορείται Ariettes Oubliees και αποτελείται από 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 43 λεπτών περίπου, αν και αυτό αλλάζει στην ειδική έκδοση της εν λόγω κυκλοφορίας, μιας και αυτή περιέχει ένα ακόμη cd με 3 επιπλέον κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 9 λεπτών, ενώ συνοδεύεται κι από ένα καλοδουλεμένο και ιδιαιτέρως προσεγμένο βιβλιαράκι 48 σελίδων, στο οποίο εκτός όλων των άλλων, συμπεριλαμβάνονται φωτογραφίες της μπάντας, αλλά και οι -στην γαλλική γραμμένοι- στίχοι των κομματιών, όπως και η μετάφραση τους στην αγγλική.

Μουσικά, τούτος ο δίσκος κινείται σε παρόμοια ηχοτοπία με τον προκάτοχο του, καθώς δεν υπάρχουν ισχυρές διαφοροποιήσεις στον ήχο της μπάντας. Το shoegaze συνδυάζεται άψογα με το post rock, ενώ τα metal ψήγματα υπάρχουν κι εδώ, αν και θαρρώ, πως έχουν μειωθεί αισθητά. Οι νέες συνθέσεις της μπάντας είναι αρκετά καλές, παρόλο που ακολουθούν την πεπατημένη, ενώ η απόδοση όλων των συμβαλλομένων μουσικών είναι εξαιρετική. Ο Winterhalter δίνει τον καλύτερο του εαυτό πίσω από τα ντραμς, ενώ η Audrey Hadorn μας ταξιδεύει σε μαγευτικά ηχοτοπία με τα αιθέρια φωνητικά και τους γλυκόπικρους στίχους της. Ο δε Fursy Teyssier, αποδίδει υπέροχα στα έγχορδα, ενώ αξίζει συγχαρητήριων για την δουλειά που έχει κάνει στον εικαστικό τομέα και τούτης της κυκλοφορίας. Όσον αφορά τα φωνητικά του, έχει βελτιωθεί αισθητά, αν κι έχω την εντύπωση, πως έχει χάσει λίγο από το πάθος που χαρακτήριζε τις ερμηνείες του στο πρόσφατο παρελθόν. Τέλος, η guest συμμετοχή του Gianluca Divirgilio των Arctic Plateau, προσμετράται στα θετικά του δίσκου.

Εν κατακλείδι, οι Les Discrets κυκλοφόρησαν έναν άρτια δουλεμένο κι αρκετά καλό δίσκο, που όμως θαρρώ, πως δεν καταφέρνει να σε μαγνητίσει όπως ο προκάτοχος του. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως το Ariettes Oubliees είναι άσχημο, κάθε άλλο. Απλώς, έχω την εντύπωση, πως τούτη η μπάντα είναι ικανή να μας προσφέρει ακόμη καλύτερα ακούσματα, κι αυτό, είναι κάτι που στο πρόσφατο παρελθόν έχει -αναμφίβολα- αποδείξει.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Crippled Black Phoenix - (Mankind) The Crafty Ape


Τούτο το κείμενο με δυσκόλεψε πάρα πολύ, κι αυτό, όχι επειδή αναφέρεται στους γεννημένους το 2004 και πολύαγαπημένους μου Βρετανούς, Crippled Black Phoenix και την νέα τους -πέμπτη συνολικά- δισκογραφική δουλειά, που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες υπό τον εύγλωττο τίτλο (Mankind) The Crafty Ape, αλλά διότι γράφεται υπό καθεστώς παραζάλης, η οποία είναι απόρροια της ραγδαίως αυξανόμενης τα τελευταία εικοσιτετράωρα υπερπαραπληροφόρησης, η οποία είμαι βέβαιος, πως αποτελεί κατάλοιπο αχαλίνωτης προπαγάνδας. Όμως, ας παραμείνουμε -προς το παρόν τουλάχιστον- στο κυρίως θέμα μας, που δεν είναι άλλο από..

..Το εκπληκτικό (Mankind) The Crafty Ape, το οποίο έχει διττή υπόσταση, καθώς κυκλοφορεί υπό τη μορφή διπλού cd, ενώ ξεκινά, αλλά και τελειώνει, με την εξής φράση: "Use your anger to creatively destroy your oppressors". Ελληνιστί, αλλά και σε απόλυτα ελεύθερη μετάφραση: "Χρησιμοποίησε τον θυμό σου δημιουργικά, ώστε να καταστρέψεις τους τυράννους σου". Το πρώτο cd διαρκεί 52 λεπτά και το δεύτερο 34, αλλά το μουσικό τους περιεχόμενο αποτελείται από τρία κεφάλαια, μέσα από τα οποία, η χαρισματική παρέα του πολυτάλαντου Justin Greaves, από την οποία αποχώρησε αμέσως μετά το πέρας των ηχογραφήσεων ο ταλαντούχος τραγουδιστής Joe Volk, μας ταξιδεύει σε ηχοτοπία ανείπωτης ομορφιάς. Οι σαγηνευτικές μελωδίες, οι οποίες αποτελούν το μεταφορικό μας μέσο για αυτό το μαγευτικό ηχητικό ταξίδι, απογειώνονται από την εκπληκτική παραγωγή, ενώ..

..Το progressive rock ποτέ ξανά δεν υπήρξε τόσο φιλόξενο προς το post rock, την ίδια στιγμή, που η alt country αγκαλιάζει με εξωπραγματική θέρμη το -πάντα γοητευτικό- space rock. Τα επαναστατικού ρυθμού χτυπήματα των ντραμς συνδυάζονται άψογα με τα tribal αισθητικής κρουστά, ενώ οι κιθάρες σαγηνεύουν με τις μελωδίες τους το ατίθασο μπάσο, το οποίο συντροφεύει με εξαιρετική μαεστρία το εύθραυστης φύσης βιολί. Τα επιβλητικά πλήκτρα τυλίγουν με την γλυκόπικρη αύρα τους το μοναχικό πιάνο, ενώ τα ανδρικά φωνητικά βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία με τα -εξαίσια- γυναίκεια. Μαντολίνο και μπάντζο προσδίδουν το κάτι διαφορετικό στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, ενώ καλό θα ήταν να αναφερθεί, πως από αυτό δεν απουσιάζει ούτε η ψυχεδέλεια, αλλά ούτε και οι ambient πινελιές, οι οποίες αποδεικνύονται ευεργετικές για τη ροή αυτού του έξοχου ηχητικού παραμυθιού..

..Όμοιο του οποίου, θαρρώ, πως θα κάνουμε καιρό να απολαύσουμε ξανά, κι αυτό, όχι επειδή οι Crippled Black Phoenix δεν θα κυκλοφορήσουν κάποια άλλη δουλειά παρόμοιας καλλιτεχνικής αξίας, ούτε επειδή η παγκόσμια μουσική κοινότητα δεν είναι ικανή να μας προσφέρει κάποια μπάντα με εξαιρετικές ιδέες στο μέλλον, αλλά διότι, υπάρχουν βάσιμες πιθανότητες σε λίγες ώρες να μην υπάρχουμε στην σημερινή μας μορφή. Όχι, δεν καταστροφολογώ, άλλωστε, η μεμψιμοιρία είναι κάτι για το οποίο δεν διακρίνομαι, αλλά νομίζω πως είναι πλέον ξεκάθαρο το γεγονός ότι για το μέλλον μας θα αποφασίσουν κάποια ανδρείκελα, οι προθέσεις των οποίων, κάθε άλλο παρά καλές είναι. Γι' αυτό, πιστεύω πως θα ήταν καλή ιδέα να κάνουμε πράξη τον τίτλο του τελευταίου κομματιού του υποφαινόμενου δίσκου -Faced With Complete Failure, Utter Defiance Is The Only Responce- και να περιφρονήσουμε με τον δικό μας ξεχωριστό τρόπο τους κομπάρσους, που -ανεπιτυχώς- προσπαθούν να παραστήσουν τους πρωταγωνιστές..

..Όμως, επειδή θα ξεφύγω και δεν το θέλω, ας περιοριστώ στο ότι εάν θέλετε να γίνετε μάρτυρες της ζωντανής απόδοσης των τριών κεφαλαίων -"A Thread", "The Trap" και "The Blues Of Man"- του αριστοτεχνικού (Mankind) The Crafty Ape, αλλά και των υπόλοιπων τεραστίου βεληνεκούς κομματιών τούτης της τρομερής μπάντας, θα πρέπει να γνωρίζετε πως αυτή θα επισκεφθεί για τρίτη φορά τη χώρα μας -εάν κι εφόσον αυτή κατοικείται ακόμη- τον ερχόμενο Μάρτιο και πιο συγκεκριμένα, το Κύτταρο της Αθήνας, όπου και θα εμφανιστούν στις 8 του μήνα, αλλά και το Eightball της Θεσσαλονίκης, όπου μια μέρα αργότερα θα μοιραστούν το σανίδι με τους δικούς μας Tuber και Sleepstream. Ως τότε, δεν έχετε παρά να πολεμήσετε με όσες δυνάμεις σας έχουν απομείνει προς υπεράσπιση της ασθμαίνουσας λογικής και πιστέψτε με, δεν υπάρχει καλύτερο soundtrack από τούτο τον δίσκο, κάτω από τον μελαγχολικό μανδύα του οποίου είναι κρυμμένη η ελπίδα, η οποία ως γνωστόν πεθαίνει πάντα τελευταία.. Rise Up And Fight!


Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Rituals Of The Oak - Come Taste The Doom


Από την πρωτεύουσα της Αυστραλίας, Σίδνεϊ, προέρχονται οι γεννημένοι το 2008 Rituals Of The Oak, οι οποίοι ανήκουν στον χώρο του παραδοσιακού doom metal. Στα λίγα χρόνια της ως τώρα ύπαρξης τους έχουν προλάβει να κάνουν αρκετό θόρυβο γύρω από το όνομα τους, καθώς πέρα από τις αρκετές συναυλιακές τους εμφανίσεις ανά την Υφήλιο, έχουν στο ενεργητικό τους δύο πολύ καλές κυκλοφορίες: το ελπιδοφόρο προ τριετίας ντεμπούτο τους, αλλά και το περσινό τριπλό Split, που κυκλοφόρησαν παρέα με τους Apostle Of Solitude και The Flight Of Sleipnir, στο οποίο θαρρώ, πως κλέψανε την παράσταση. Γι' αυτό άλλωστε και περίμενα πως και πως να κυκλοφορήσει η δεύτερη full length δουλειά τους, η οποία φέρει τον τίτλο Come Taste The Doom κι έγινε διαθέσιμη προς αγορά την περασμένη εβδομάδα από την Eyes Like Snow.

Η εν λόγω κυκλοφορία, που συνοδεύεται από ένα όχι και τόσο εμπνευσμένο εξώφυλλο, περιέχει 5 κομμάτια συνολικής διάρκειας 43 λεπτών, ενώ ξεχωρίζει για την εξαιρετική της παραγωγή, η οποία αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την μουσικότητα των συνθέσεων της μπάντας, καθώς όλα τα μουσικά όργανα ακούγονται πεντακάθαρα, αλλά και στη σωστή ένταση. Ο ήχος των ντραμς είναι φυσικός κι αρκούντως δυνατός, ενώ το μπάσο είναι ευδιάκριτο ακόμη και στους λιγότερο παρατηρητικούς ακροατές. Όσον αφορά τις κιθάρες, θα πρέπει να γνωρίζετε πως βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, αν κι έχω την αίσθηση, πως τελικά τα φωνητικά είναι αυτά που κρατούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε τούτο το καλό και άρτια δουλεμένο άλμπουμ.

Τα mid tempo περάσματα δεν λείπουν από τις -όχι και τόσο πρωτότυπες- συνθέσεις του δίσκου, οι οποίες κινούνται ως επί τω πλείστον σε αργό τέμπο, ενώ διακρίνονται από την προσήλωση τους στις κλασσικές αξίες του doom ήχου, μιας και καταφέρνουν να δημιουργήσουν -χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες- την χαρακτηριστική πένθιμη ατμόσφαιρα, που καθιστά τούτο το μουσικό ιδίωμα, σαγηνευτικό. Η μεστή φωνή της Sabine Hamad-Linfood ντύνει υπέροχα της γαλήνιες και νωχελικές μελωδίες των Rituals Of The Oak, οι οποίοι με το Come Taste The Doom εδραιώνουν τη θέση τους ανάμεσα στις πλέον ελπιδοφόρες μπάντες του παραδοσιακού doom metal, αν κι έχω την αίσθηση, πως ακόμη δεν μας έχουν δώσει αυτό που πραγματικά μπορούν, κάτι, που ελπίζω να συμβεί με την τρίτη τους ολοκληρωμένη δουλειά, για την οποία ήδη ανυπομονώ.



Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Swallow The Sun - Emerald Forest And The BlackBird


Από την παγωμένη και γνωστή για την αδιάλειπτη τροφοδοσία του metal χώρου με νέες μπάντες, Φινλανδία, προέρχονται οι γεννημένοι το έτος 2000, Swallow The Sun, οι οποίοι απ' την αρχή της ύπαρξης τους κινούνται στα σκοτεινά σοκάκια της μελωδικής death/doom μουσικής. Πρόσφατα, η μπάντα από την πόλη Jyväskylä, προσέθεσε ακόμη ένα άλμπουμ στην δισκογραφία της, το Emerald Forest And The BlackBird, το οποίο αποτελεί την πέμπτη full length κυκλοφορία της.

Ο εν λόγω δίσκος, που κυκλοφόρησε μέσω της Spinefarm Records, αποτελείται από 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 67 περίπου λεπτών και χαρακτηρίζεται από την πεντακάθαρη παραγωγή του, ενώ οι συνθέσεις που περιέχει, αν και δεν παρουσιάζουν κάποιο νεοτερισμό, είναι όλες τους καλοδουλεμένες. Οι στίχοι που συνοδεύουν τα κομμάτια είναι στο γνωστό ύφος της μπάντας, ενώ αξιοσημείωτη είναι η απαγγελία του ποιήματος London, του γνωστού Βρετανού ποιητή William Blake, η οποία προσθέτει το κάτι παραπάνω στο όλο ηχητικό concept.

Η απόδοση της μπάντας είναι πολύ καλή για ακόμη μια φορά, αν και αυτό, έχω την εντύπωση, πως δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη πλέον. Οι κιθάρες, άλλοτε ηλεκτρικές και αγριεμένες κι άλλοτε ακουστικές και γαλήνιες, διεκδικούν στα ίσα τον πρωταγωνιστικό ρόλο από τα αιθέρια πλήκτρα, η παρουσία των οποίων είναι επιβλητική καθόλη τη διάρκεια του δίσκου. Μπάσο και ντραμς, προσθέτουν το απαραίτητο groove στο -αρκετά καλό- τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, το οποίο απογειώνεται από την θεατρικότητα που του προσδίδουν τα εναλλασσόμενα σε καθαρά και brutal, φωνητικά. Αξία αναφοράς, η guest συμμετοχή της Anette Olzon, τραγουδίστριας των επίσης Φιλανδών και ιδιαίτερα αγαπητών στη χώρα μας, Nightwish, η οποία συμβάλει με την αέρινη φωνή της στην ηχητική ποικιλότητα του Emerald Forest And The BlackBird.

Όπως ίσως μαντεύετε, εδώ δεν πρόκειται να συναντήσετε κάτι πρωτοποριακό ή ρηξικέλευθο, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως τούτος ο δίσκος δεν είναι καλός, αντιθέτως, πρόκειται για ένα ευχάριστο άκουσμα, που θα ικανοποιήσει στο έπακρο τους οπαδούς της μπάντας, αλλά και τους φίλους του συγκεκριμένου ήχου γενικότερα. Άλλωστε, οι Swallow The Sun, είναι από εκείνες τις μπάντες, τα άλμπουμ των οποίων, σπάνια ενθουσιάζουν, αλλά ακόμη σπανιότερα απογοητεύουν.


Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Woods Of Ypres - Woods 5: Grey Skies & Electric Light


Ο ταλαντούχος μουσικός David Gold, που τον περασμένο Δεκέμβρη σε ηλικία 31 ετών εγκατέλειψε τα εγκόσμια εξαιτίας ενός τραγικού αυτοκινηστικού ατυχήματος, είχε δημιουργήσει το 2002 παρέα με τους Aaron Palmer και Brian McManus την μπάντα Woods Of Ypres, η ύπαρξη της οποίας διήρκεσε για σχεδόν δέκα χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων, το εν λόγω -διαλυμένο πλέον- συγκρότημα κυκλοφόρησε 5 full length δίσκους.

Τελευταίος χρονικά από αυτούς είναι το Woods 5: Grey Skies & Electric Light, που επίσημα κυκλοφόρησε στις αρχές της τρέχουσας εβδομάδας από την γνωστή και μη εξαιρετέα Earache Records. Ο εν λόγω δίσκος, αποτελείται από 11 κομμάτια συνολικής διάρκειας 56 λεπτών, ενώ το -καλό- μουσικό του περιεχόμενο κινείται σε μελωδικά doom και blackened gothic ηχοτοπία.

Η μπάντα, που ξεκίνησε από τον black metal χώρο, δεν άργησε να αλλάξει την ηχητική της πορεία προς περισσότερο μελωδικές φόρμες, κι αυτό, δεν άλλαξε στο κύκνειο άσμα της, μιας και o ήχος του είναι ξεκάθαρα επηρεασμένος από την μουσική συγκροτημάτων όπως οι Type O Negative, Katatonia και Sentenced, που αποτελούσαν αγαπημένα ακούσματα του αδικοχαμένου mainman τους. Οι στίχοι του οποίου, αυτή τη φορά αποκτούν τραγική διάσταση, μιας και μόνο ως προφητικοί θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, κι αυτό, για να το διαπιστώσετε, αρκεί να ρίξετε μια ματιά στο tracklist του δίσκου, ενώ αν τους έχετε μπροστά σας κατά την ακρόαση του, μάλλον θα αναρωτηθείτε -για ακόμη μια φορά;- αν η ζωή αντιγράφει την τέχνη ή το αντίθετο.

Νομίζω, πως είναι ξεκάθαρο ότι οι Woods Of Ypres ετοιμαζόταν να κάνουν το μεγάλο άλμα στην καριέρα τους, αλλά δυστυχώς αυτό θα πρέπει να ματαιωθεί, διότι ως γνωστόν, όταν οι θνητοί κάνουν σχέδια, κάποιος γελάει μαζί τους. Όπως και να' χει, το μόνο σίγουρο είναι πως το Woods 5: Grey Skies & Electric Light είναι ένας εξαιρετικός δίσκος, ο οποίος, έχω την εντύπωση, πως καθόλου δεν θα δυσκολευτεί να κρατήσει στην μνήμη μας παντοτινά τόσο τους Woods Of Ypres, όσο και τον πολυτάλαντο mastermind τους. Rest In Peace.