Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Stubb - Stubb


Οι Βρετανοί Stubb δημιουργήθηκαν το 2006 από τον Jack Dickinson (κιθάρα, φωνητικά), ενώ έχουν ως βάση τους την πρωτεύουσα της Αγγλίας, Λονδίνο. Το αρχικό line up της μπάντας, εκτός από τον προαναφερθέντα ιδρυτή της, περιελάμβανε και τους Aaron O'Sullovan (ντραμς) και Isabella Brunacker (μπάσο). Μ' αυτή τη μορφή η μπάντα ηχογράφησε το 2007 ένα demo με τίτλο Dropout Sessions, ενώ το 2009 το rythmic section άλλαξε, καθώς μπασίστρια και ντράμερ αντικαταστάθηκαν από τους Christopher West (ντραμς) και Peter Holland (μπάσο, φωνητικά) των επίσης Βρετανών, Trippy Wicked and the Cosmic Children of the Knight’s.

Στις αρχές του περασμένου Φλεβάρη η νεοσύστατη Superhot Records κυκλοφόρησε το πρώτο και ομώνυμο full length άλμπουμ των Stubb, το οποίο αποτελεί την πρώτη κυκλοφορία της εν λόγω εταιρίας. Το Stubb, περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 35 περίπου λεπτών, ενώ σ' ένα από αυτά κάνει guest εμφάνιση και ο Malin Dahlgren του εγκατεστημένου στην Αγγλία, ακουστικού duo εκ Σουηδίας, Polly Tones. Η παραγωγή του άλμπουμ έγινε από τον Tim Cedar των Part Chimp, αλλά θαρρώ, πως την παράσταση κλέβει ο Tony Reed των Stone Axe, που έκανε επιεικώς φανταστική δουλειά, τόσο στο mastering, όσο και στο mixing του δίσκου, καθώς χάρισε στην μπάντα έναν κολακευτικό για τις συνθέσεις της, ωμό και με live feeling, ήχο.

Η απόδοση της μπάντας είναι εκπληκτική, ενώ η μεταξύ τους χημεία δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη. Η εναλλαγή φωνητικών μεταξύ του Jack και του Peter είναι εξαιρετική, ενώ ο πρώτος κεντάει με τα τρελαμένα του solos στην κιθάρα, αλλά ξεχωρίζει και για τα πιασάρικα heavy riffs του, που περιέχουν άφθονο fuzz, ενώ την ίδια στιγμή, ο άξιος συνοδοιπόρος του στα φωνητικά, προσδίδει groove και όγκο στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα με το μπάσο του. Τέλος, η δουλειά, που κάνει ο Christopher στα ντραμς, εκτός από πολύ καλή, είναι και άκρως σημαντική, καθώς ανεβάζει ή ρίχνει -με εξαιρετική επιτυχία σε κάθε περίπτωση- το tempo των συνθέσεων.

Εν κατακλείδι, οι Stubb παίζουν ένα ιδιαιτέρως εθιστικό heavy rock, που ξεχειλίζει από groove, ενώ η fuzzαριστή τους αύρα, κολακεύει τα μπόλικα stoner ψήγματα τους, που μαζί με την ψυχεδέλεια, δεν απουσιάζουν από τον ήχο τούτης της ελπιδοφόρας μπάντας, η μουσική της οποίας, έχει την δική της ανάγλυφη ταυτότητα, καθώς παρόλο, που είναι εμφανέστατο, πως αποτελεί φόρο τιμής στις κλασικές rock μπάντες των περασμένων δεκαετιών, τα blues, αλλά και folk στοιχεία της, που είναι ιδιαιτέρως έντονα, καταδεικνύουν, πως οι Stubb έχουν βρει τον τρόπο να αφομοιώνουν τις επιρροές τους σωστά και όχι απλά να τις κοπιάρουν. Εν ολίγοις, πρόκειται για έναν must buy δίσκο, που θαρρώ, πως θα ικανοποιήσει όλους φίλους του heavy ήχου.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Stoner Festival II

Το δεύτερο Stoner Festival στην πόλη της Λάρισας, που φιλοξενήθηκε στις 24 του τρέχοντος μήνα στο Stage Club, αποτέλεσε μια εξαιρετική ευκαιρία για να απολαύσω ζωντανά επί σκηνής για πρώτη φορά τρεις από τις πλέον ελπιδοφόρες κι ανερχόμενες μπάντες της εγχώριας heavy σκηνής, αλλά και για να συναντήσω μετά από αρκετό καιρό γνώριμες φάτσες, όπως και να γνωρίσω από κοντά κάποια άτομα, με τα οποία τον τελευταίο καιρό, είχαμε αναπτύξει μια ιδιαιτέρως καλή διαδικτυακή επικοινωνία. Η άφιξη στο χώρο του Stage έγινε ακριβώς την ώρα, που άνοιγαν οι πόρτες, ενώ το κοινό, που συνολικά ξεπέρασε τα 100 άτομα, συνέχισε να εισέρχεται ακόμη και την ώρα, που η πρώτη μπάντα ήταν ήδη επί σκηνής, καθώς ο ρυθμός προσέλευσης ήταν αργός.


Πέντε λεπτά μετά τις 21:30 οι εκ Βόλου ορμώμενοι Lizardia ανέβηκαν στην σκηνή και με το κομμάτι It Falls On Deaf Ears ξεκίνησαν το show τους, το οποίο διήρκεσε 50 περίπου λεπτά, ενώ αποτελείτο από 10 κομμάτια, μεταξύ των οποίων, υπήρξαν και τρία ολοκαίνουρια τραγούδια, που η μπάντα ερμήνευσε ζωντανά για πρώτη φορά. Οφείλω να ομολογήσω ότι τα νέα κομμάτια μου άρεσαν ιδιαιτέρως, ενώ το δεύτερο κατά σειρά από αυτά, θαρρώ, πως κόντραρε στα ίσα τα πιο γνωστά κομμάτια τους, όπως το Where Only Lizards Quietly Weave ή/και το Fine Dead Lady, το οποίο έκλεισε με δυναμικό τρόπο την εκρηκτική εμφάνιση τους, που συνοδεύτηκε από μια άκρως παθιασμένη απόδοση. Ο Bluff στα φωνητικά ήταν εξαιρετικός, καθώς έβγαλε πάθος στην ερμηνεία του, ενώ η σκηνική του παρουσία υπήρξε άκρως θεατρική. Ο Gary στο μπάσο ήταν η ήρεμη δύναμη της μπάντας, ενώ τα όποια μικροπροβλήματα, που αντιμετώπισε, τα ξεπέρασε τάχιστα κι ανώδυνα. Ο Jeje ήταν εντυπωσιακά άνετος με την κιθάρα του ενώ, οφείλω να αποδώσω τα εύσημα στον Pijo, που αν και λαβωμένος, έδωσε τον καλύτερο εαυτό του πίσω από τα drums. Εν ολίγοις, οι Lizardia φάνηκαν εξαιρετικά δεμένοι, ενώ το μεράκι τους περίσσευε. Πολλά μπράβο κι ακόμη περισσότερα εύγε.

Lizardia / Photo by zedalone

Στις 22:35 στην σκηνή ανέβηκαν οι οικοδεσπότες Dope Flood, οι οποίοι έπαιξαν για περίπου 50 λεπτά, ενώ τα πολύ καλά δικά τους κομμάτια, συνοδεύτηκαν από κάποιες σωστά εκτελεσμένες διασκευές. Το κοινό έδειξε ευθύς εξαρχής την αγάπη του για τη μπάντα, ενώ και το συγκρότημα υπήρξε άκρως επικοινωνιακό. Ο Cris ήταν πάρα πολύ καλός στην κιθάρα, αλλά τα πήγε πολύ καλά και στα φωνητικά, ενώ ο Μάνος στη φωνή είχε καλή απόδοση, αλλά νομίζω, πως αδικήθηκε κατάφωρα από τα προβλήματα στον ήχο. Ο Αστέριος έζησε έντονα την κάθε στιγμή του live, καθώς δεν ήταν λίγες οι φορές, που ¨χτυπήθηκε¨ με πάθος, ενώ οφείλω να ομολογήσω, πως οι μπασογραμμές του υπήρξαν υπέρ του δέοντως groovy. Τέλος, έχω την εντύπωση, πως την παράσταση έκλεψε ο ντράμερ των Λαρισαίων, Βασίλης, που σε στιγμές, μας έδωσε την εντύπωση ότι ήθελε να καταστρέψει τα ντραμς του, καθώς τα χτυπήματα του ξεχείλιζαν από πάθος και δύναμη. Συνοπτικά, οι Dope Flood επιβεβαίωσαν τα πολύ καλά λόγια, που είχα ακούσει για τις live εμφανίσεις τους, ενώ απέδειξαν, πως όταν βρουν την ηχητική τους ταυτότητα, δεν θα δυσκολευτούν να ξεχωρίσουν.

Dope Flood / Photo by zedalone

Δεκαπέντε λεπτά πριν τα μεσάνυχτα, ανέβηκαν στο σανίδι οι Πειραιώτες The Bliss, που παρά το αριθμητικό τους μειονέκτημα σε σχέση με τις άλλες μπάντες, υπήρξαν επιβλητικοί στην σκηνή, ενώ οι αλλόκοτες μελωδίες τους καθήλωσαν το κοινό. Αν θυμάμαι καλά, η εμφάνιση τους, που διήρκεσε περίπου 75 λεπτά, αποτελούνταν από 7 κομμάτια, ενώ κατάφεραν να ξεπεράσουν γρήγορα και σχετικά ανώδυνα τα μικροπροβλήματα, που και αυτοί, αντιμετώπισαν με τον ήχο. Ο Βαγγέλης ήταν εξαιρετικός στα κιθαριστικά του καθήκοντα, ενώ δεν υστέρησε και στα φωνητικά, αν και ο ήχος σε αυτά ήταν άσχημος για όλες τις μπάντες. Ο Χρήστος στο μπάσο έκλεψε την παράσταση τόσο με τις παλλόμενες μπασογραμμές του, όσο και με την άκρως κινητική κι εκφραστική σκηνική του παρουσία, ενώ ο Steve ήταν ένας πραγματικός βράχος στα ντραμς. Εν κατακλείδι, οι The Bliss εμφανίστηκαν κατά πολύ καλύτεροι από ότι ίσως περίμενα, καθώς η αλήθεια είναι, πως δεν ήμουν σίγουρος για το κατά πόσο η ατμοσφαιρική, αλλά και ¨δύσκολη¨ σε σημεία μουσική τους θα μπορούσε να αποδοθεί live. Το περασμένο Σάββατο όμως, αποδείχθηκε περίτρανα, πως οι φήμες, που ακολουθούν τους The Bliss, είναι πέρα για πέρα αληθινές, καθώς τα παλικάρια υπήρξαν εξαιρετικά επί σκηνής.

The Bliss / Photo by zedalone

Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω, πως ο μικρός χώρος του Stage ξεχείλιζε ζεστασιά, ενώ σε αυτό βοήθησε και το ευγενέστατο προσωπικό του, αν και οφείλω να αναφέρω, πως τα όποια προβλήματα του ήχου, μάλλον οφειλόταν στο ίδιο το μαγαζί και τον εξοπλισμό του, διότι όλες οι μπάντες είχαν τα ίδια προβλήματα, τα οποία αφορούσαν στον ήχο του μικροφώνου για την φωνή, ενώ και τα έγχορδα σε αρκετές στιγμές δεν ακουγόταν όσο δυνατά θα έπρεπε. Όμως, αυτό δεν χάλασε σε καμία περίπτωση την άψογη φιλοξενία του μαγαζιού, αλλά ούτε και την ιδιαιτέρως έντονη εμπειρία της ίδιας της συναυλίας, μιας και κανένας από την όμορφη παρέα μας δεν πτοήθηκε από όλα αυτά. Κλείνοντας, να στείλω τους χαιρετισμούς μου στους Bluff, Pijo και Jeje, καθώς και στο κινητό και φανατικό fan club τους, όπως και στον Χρήστο, ενώ special cheers κι ευχαριστήρια σε Μαρία, Θάνο και Βασίλη, που με σκλάβωσαν με τη φιλοξενία τους κι όχι μόνο. Εις το επανιδείν!

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Routes - Land Of Holy Dope


Το ότι η ελληνική heavy/stoner σκηνή βρίσκεται σε πλήρη άνθιση τα τελευταία χρόνια είναι γνωστό, το ότι η επαρχία, από όπου προέρχονται πολλές από τις μπάντες της εν λόγω σκηνής, δεν αποτελεί πλέον ανασταλτικό παράγοντα για τη κυκλοφορία εξαιρετικών δίσκων, είναι αν μη τι άλλο ενθαρρυντικό, ενώ αν κρίνω από τον δεύτερο δίσκο, των δημιουργημένων το 2001, στη Χαλκίδα, Routes, που φέρει τον εύγλωττο τίτλο: Land Of Holy Dope, το μέλλον τούτης της ανερχόμενης και εξόχως δραστήριας τα τελευταία χρόνια σκηνής, προμηνύεται λαμπρό.

Ο εν λόγω δίσκος διαρκεί 35 λεπτά, ενώ αποτελείται από 8 εκρηκτικά κομμάτια, που με την πρώτη κιόλας ακρόαση καταφέρνουν να μας παρασύρουν σ' ένα συναρπαστικό μουσικό ταξίδι γεμάτο ηχητικές αναθυμιάσεις, καθώς οι desert μελωδίες συμπληρώνονται ιδανικά από τα εντονότατα stoner στοιχεία των Routes, τα οποία περιέχουν κάποιες καλά κρυμμένες grudge ηχητικές πινελιές, ενώ τα αχνά metal ψήγματα στον ήχο τους συνδυάζονται άψογα με τα heavy ψυχεδελικά ηχοτοπία τους, τα οποία κολακεύονται από τα space ηχοχρώματα, που τα συνοδεύουν, καθιστώντας έτσι το ιδιαιτέρως εθιστικό Land Of Holy Dope, εξαιρετικό.

Οι Θεοδόσης σε ντραμς και Tost σε μπάσο συνθέτουν ένα στιβαρό rythm section, καθώς ο πρώτος προσδίδει μια ιδιαίτερη δυναμική στις συνθέσεις της μπάντας με τα λυσσασμένα χτυπήματα του, ενώ ο δεύτερος συνεισφέρει αποφασιστικά στο groove χαρακτήρα του δίσκου, μιας και το παίξιμο του ξεχειλίζει από όγκο. Οι Αντώνης και Δημήτρης, πότε σκορπάνε τον πανικό με τα θηριώδη riffs τους και πότε μας σαγηνεύουν με τις γαλήνιες, μα και μεθυσμένες τους μελωδίες, ενώ ο πρώτος κάνει καλή δουλειά και στα φωνητικά. Τα ηχητικά effects, που ο Τάσος συνεισφέρει, απογειώνουν το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, το οποίο αναδεικνύει η αψεγάδιαστη παραγωγή του δίσκου, ενώ το πολύχρωμο artwork, που τον συνοδεύει, δεν θα μπορούσε να ταιριάζει περισσότερο με το μαστουρωμένο στιχουργικό του περιεχόμενο.

Οι Routes καταδεικνύουν με το δεύτερο πόνημά τους, πως δεν έχουν να ζηλέψουν απολύτως τίποτα από τα μεγαθήρια του χώρου, μιας και μοιάζουν αποφασισμένοι, αλλά και ικανοί, να πρωταγωνιστήσουν στα heavy δρώμενα, εγχώρια και μη, ενώ η επικείμενη εμφάνιση τους στο ίδιο συναυλιακό σανίδι με τους θρυλικούς Saint Vitus, θαρρώ, πως θα τους προσφέρει χρήσιμες εμπειρίες. Τέλος, δεν ξέρω αν το κατέστησα σαφές, αλλά οι άκρως ελπιδοφόροι και ταλαντούχοι Routes κυκλοφόρησαν έναν δίσκο, που μυρίζει πυρίτιδα, καθώς τα χνώτα του ηχητικού τριαξονικού, που ακούει στο όνομα Land Of Holy Dope, ευωδιάζουν καψαλισμένη πρασινάδα..

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Jumping Jack - Trucks & Bones


Οι Jumping Jack, που αποτελούνται από τους Julian Bells σε κιθάρες και φωνητικά, Manu Redhead σε μπάσο και Christophe Dabrown σε ντραμς, σχηματίστηκαν το 2009 στη Νάντη της Γαλλίας. Η μουσική τους μπορεί να χαρακτηριστεί ως heavy rock, αν κι αυτό δεν είναι απόλυτα αντιπροσωπευτικό, μιας και περιέχει μπόλικα στοιχεία κι από άλλες εκφάνσεις του rock ήχου.

Η μπάντα πρόσφατα κυκλοφόρησε τον ντεμπούτο δίσκο της, Trucks & Bones, που διαρκεί περίπου 48 λεπτά, ενώ τα 11 κομμάτια του ξεχειλίζουν από ενέργεια. Η παραγωγή του είναι πάρα πολύ καλή, ενώ το artwork, που το συνοδεύει, ταιριάζει απόλυτα, τόσο με το μουσικό περιεχόμενο του δίσκου, όσο και με το στιχουργικό, καθώς σε προϊδεάζει και για τα δύο.

Τα heavy riffs εναλλάσσονται με γοργούς ρυθμούς καθόλη την διάρκεια του δίσκου, καθιστώντας έτσι το Trucks & Bones έναν heavy ηχητικό οργασμό, που περιέχει έντονα southern στοιχεία, ενώ δεν απουσιάζουν από το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα οι καλά κρυμμένες grudge πινελιές, οι οποίες κολακεύουν την metal αύρα, που διαπερνά τούτο το εξαιρετικό hard rock άλμπουμ.

Οι Jumping Jack κατάφεραν να συνδυάσουν με άψογο τρόπο τις Black Label Society επιρροές τους με τις Metallica αναφορές τους, ενώ τα Pearl Jam ψήγματα συμπληρώνουν υπέροχα τα έντονα Down στοιχεία τους. Όπως υποψιάζεστε, τίποτα το ρηξικέλευθο δεν έχουμε εδώ, αλλά η αλήθεια είναι, πως το εκρηκτικό Trucks & Bones είναι αρκούντως groovy για τα γούστα μου.



Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Duskburn - Left For The Wolves


Από το Ζάγκρεμπ της Κροατίας προέρχονται οι γεννημένοι το 2006 Duskburn, που απαρτίζονται από τους Neven (κιθάρες), Mario (ντραμς), Dominik (μπάσο, φωνητικά) και Edin (κιθάρες, φωνητικά). Τούτοι οι νεαροί Κροάτες, ξεκίνησαν με σκοπό να παίξουν death metal, αν κι αυτό δεν κράτησε πολύ, μιας και σύντομα αποφάσισαν, πως ο sludge ήχος τους ταιριάζει καλύτερα.

Πρόσφατα, οι Duskburn κυκλοφόρησαν την τέταρτη συνολικά δουλειά τους, η οποία φέρει τον τίτλο Left For The Wolves, ενώ αξίζει να αναφερθεί, πως διατίθεται προς δωρεάν download μέσω του bandcamp τους. Το συγκεκριμένο EP αποτελείται από τέσσερα κομμάτια συνολικής διάρκειας 27 λεπτών, ενώ διακρίνεται για την καλή παραγωγή του, αλλά και για το πανέμορφο εξώφυλλο, που το συνοδεύει και το οποίο, δένει υπέροχα με το όλο concept του.

Οι νέες συνθέσεις της μπάντας, που έχουν ως βάση τους τον sludge ήχο, χαρακτηρίζονται από μια death metal αισθητική, ενώ τα doom στοιχεία τους είναι εξόχως έντονα. Οι κιθάρες, πότε παράγουν heavy riffs και πότε αρρωστημένα γαλήνιες μελωδίες, που εντείνουν την σκοτεινή ατμόσφαιρα του EP, ενώ το groovy μπάσο προσδίδει τον απαραίτητο όγκο στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα. Τα δυναμικά χτυπήματα των ντραμς μοιάζουν βγαλμένα από τα βάθη της μουσικής αβύσσου, όπως άλλωστε και τα brutal φωνητικά, τα οποία εναλλάσσονται με απόκοσμα ουρλιαχτά, ενώ η θεατρικότητα του EP οφείλεται στην έξυπνη χρήση των φωνητικών samples.

Το νέο πόνημα των Duskburn αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα σκοτεινής ακραίας μουσικής, που καλό θα ήταν όλοι οι φίλοι του σκληρού ήχου να τσεκάρουν, μιας και το Left For The Wolves, δεν θα τους απογοητεύσει, ενώ κλείνοντας, νομίζω, πως πρέπει να ομολογήσω, ότι η επιθυμία μου για ακόμη ένα full length από τούτη την μπάντα έχει ενταθεί μετά από αυτό το εξαίρετο EP.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Pig - Rise


Η αλήθεια είναι, πως δεν γνωρίζω αρκετά πράγματα για τους Pig, παρά μόνο ότι προέρχονται από το New Mexico, μιας και δεν μπόρεσα να βρω παραπάνω πληροφορίες για αυτούς. Το σημαντικό είναι όμως, ότι ο πρώτος τους δίσκος, που φέρει τον τίτλο Rise, είναι διαθέσιμος προς ακρόαση, αλλά και προς download έναντι χαμηλού αντιτίμου, μέσω του bandcamp τους. Κι όπως μάλλον υποψιάζεστε, σας τον προτείνω ανεπιφύλακτα, μιας και οι αλλόκοτες μελωδίες του, πάρα είναι σαγηνευτικές για να περάσουν απαρατήρητες.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο δίσκος αποτελείται από 7 κομμάτια, η συνολική διάρκεια των οποίων, αγγίζει την μια ώρα, ενώ διακρίνεται από την πολύ καλή του παραγωγή, μιας και παρά την παραμόρφωση και το feedback, που έχουν την τιμητική τους στο μεγαλύτερο μέρος των συνθέσεων, όλα τα μουσικά όργανα ακούγονται με διαύγεια. Η κιθάρα κυριαρχεί σε τούτο τον δίσκο, ενώ τα ντραμς έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, αν και θαρρώ, πως το μπάσο είναι αυτό, που κλέβει τη παράσταση, παρόλο, τον έντονο ανταγωνισμό, που συναντά από τα ουκ ολίγα ηχητικά effects, που στολίζουν μουσικά τούτο τον δίσκο.

Τα κομμάτια είναι ως επί τω πλείστον instrumental, καθώς τα φωνητικά είναι ελάχιστα, ενώ τα περισσότερα εξ αυτών, αν όχι όλα, προέρχονται από διάφορα samples. Τα τύμπανα, που συχνά πυκνά θαρρείς, πως δημιουργούν ρωγμές με την δυναμική τους, δημιουργούν tribal ήχους, που συμπληρώνουν άριστα τις σε στιγμές ανατολίτικες και πάντα γοητευτικές μελωδίες της κιθάρας, που δεν δυσκολεύονται να σε υπνωτίσουν, ενώ το μπάσο συμβάλει αποφασιστικά στη δημιουργία της αποπνικτικής, μα συνάμα γλυκιάς, ατμόσφαιρας, που η αλλόκοτα όμορφη μουσική των Pig δημιουργεί, παρασύροντας σε σ' ένα μαγευτικό ηχητικό ταξίδι, το οποίο βρίθει επαναλαμβανόμενων μοτίβων, ενώ διαπερνάται από μια κολακευτική για αυτό, αύρα αλλοτινών μουσικών εποχών, που σε κάνει να θαρρείς, πως πολλές από τις συνθέσεις, άνετα θα μπορούσαν να αποτελούν το soundtrack κάποιας cult ταινίας.

Το μουσικό τρίο, που ακούει στο όνομα Pig, μας προσφέρει ένα άκρως μεθυστικό ηχητικό απόσταγμα, που έχει έντονη ambient γεύση, ενώ τα νοσταλγικά stoner αρώματα, που αυτό αναδίδει, σε βυθίζουν σε μια γλυκιά οξεία μέθη doom ψυχεδέλειας, που αντί να σε τρομάζει, εντούτοις, σε βυθίζει τόσο βαθιά στη δίνη της, που δεν θέλεις, παρότι προσπαθείς, να ξεφύγεις από την γεμάτη ζεστασιά αγκαλιά της. Είμαι πλέον σίγουρος, τούτο το άκουσμα, είναι σαν αμαρτία: άπαξ και το γευθείς, δύσκολα το αποτάσσεσαι, οπότε καταλήγεις να αναρωτιέσαι αν αξίζει τη θυσία, αν και γνωρίζεις ήδη την -εύκολη- απάντηση: ναι διάολε! Αξίζει.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Stone Magnum - Stone Magnum


Το καλοκαίρι του 2010 ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Dean Tavernier δημιούργησε παρέα με τον ντράμερ Brad Toth τους Stone Magnum, στους οποίους αργότερα προστέθηκαν ο κιθαρίστας Jim Brucks και ο μπασίστας Marty Buchaus. Η μπάντα μπήκε με αυτή τη σύνθεση στο studio και ηχογράφησε τον ομώνυμο και ντεμπούτο δίσκο της, ο οποίος, κυκλοφόρησε στις αρχές του τρέχοντος έτους μέσω τους bandcamp της, απ' όπου και μπορείτε να τον αποκτήσετε καταβάλλοντας το αντίτιμο της αρεσκείας σας, ενώ φυσικές κόπιες του δίσκου είναι εδώ και λίγο καιρό διαθέσιμες από την cult Αμερικάνικη δισκογραφική, RIP Records.

Αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου, που περιέχει 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας 42 λεπτών, στην μπάντα προσχώρησε ο τραγουδιστής Nick Hernandez, ενώ την θέση του αποχωρήσαντα μπασίστα της κάλυψε ο Ben Elliot. Με την νέα τους σύνθεση οι Αμερικάνοι Stone Magnum βρίσκονται σε διαδικασία ηχογράφησης νέου υλικού αυτή τη στιγμή, που προορίζεται για κυκλοφορία τούτη την Άνοιξη. Κάθε πράγμα στον καιρό του όμως, διότι αυτές οι γραμμές γράφονται με αφορμή τον πρώτο και πολύ καλό δίσκο των Stone Magnum.

Η μουσική της μπάντας από το Μίσιγκαν χαρακτηρίζεται ως Epic Traditional Doom από τα μέλη της και δεν έχω κάποιο σοβαρό λόγο για να διαφωνήσω μαζί τους, αν και τα stoner στοιχεία, δεν απουσιάζουν από αυτή. Τα heavy riffs διαδέχονται το ένα το άλλο, ενώ το μπάσο συνοδεύει αρμονικά τα δυναμικά ντραμς. Η εναλλαγή του tempo στον ήχο της μπάντας δένει αρμονικά με τα άκρως θεατρικά φωνητικά, τα οποία σε αρκετές στιγμές θυμίζουν Ozzy post Sabbath εποχής, ενώ τα solo της κιθάρας προσδίδουν μια metal πινελιά στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.

Όπως ίσως υποψιάζεστε, οι Stone Magnum δεν προσφέρουν κάτι νέο στον αγαπημένο μου ήχο, αλλά τουλάχιστον, τους διαπερνά μια αύρα φρεσκάδας, καθώς οι συνθέσεις τους έχουν την δική τους ταυτότητα, παρόλο, που είναι εμφανώς εμπνευσμένες από μπάντες-μεγαθήρια του χώρου, όπως π.χ. οι Pentagram. Εν ολίγοις, εάν ψάχνετε για ένα ειλικρινές doom άκουσμα, καλό θα ήταν να τσεκάρετε τους Stone Magnum, διότι τα παλικάρια, φαίνεται, πως γνωρίζουν καλά τα κατατόπια του συναρπαστικού μουσικού ιδιώματος, που ονομάζεται doom metal.

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Judd Madden - Doomgroove


Ο νεαρός καλλιτέχνης Judd Madden προέρχεται από την Μελβούρνη της Αυστραλίας και πέραν των design ανησυχιών του, είναι ιδιαίτερα δραστήριος και στον φιλόξενο χώρο της μουσικής τα τελευταία χρόνια, μιας και έχει ηχογραφήσει κάποιες αρκετά ενδιαφέρουσες δουλειές. Η τελευταία χρονικά εξ αυτών τιτλοφορείται Doomgroove κι έγινε διαθέσιμη προς ακρόαση, αλλά και προς download σε όποια τιμή εσείς επιθυμείτε μέσω του bandcamp του, μόλις σήμερα.

Ο εν λόγω δίσκος αποτελείται από επτά κομμάτια συνολικής διάρκειας 57 περίπου λεπτών, ενώ την ολοκληρωτική ευθύνη για το οπτικό, αλλά και ακουστικό του μέρος, έχει ο ίδιος ο Judd, ο οποίος εκτός της πολύ καλής παραγωγής, έχει επιμεληθεί και το πανέμορφο εξώφυλλο του άλμπουμ, ο τίτλος του οποίου, είναι εύγλωττος, καθώς περιγράφει με σαφήνεια το μουσικό του περιεχόμενο, το οποίο όπως υποψιάζεστε, κινείται σε ιδιαιτέρως heavy ηχητικά μονοπάτια.

Η δουλειά, που κάνει στα έγχορδα είναι πάρα πολύ καλή και εντυπωσιακά groovy, ενώ το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την απόδοση του στα ντραμς, μιας και καταφέρνει μέσω αυτών να αναδείξει τις doomy κιθαριστικές του μελωδίες με τον καλύτερο τρόπο. Η απουσία φωνητικών από τις συνθέσεις του δεν αποτελεί τροχοπέδη για το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, καθώς νομίζω, πως αυτή, λειτουργεί ευεργετικά για τον ήχο του ταλαντούχου και πολυπράγμονα Judd.

Έχω την εντύπωση, πως κάτι τέτοιες προσπάθειες, αξίζουν στήριξης και ειδικά, δουλειές όπως το πανέμορφο Doomgroove, που δεν στερούνται ποιότητας, μιας και είναι η απόδειξη, πως στην τέχνη και ειδικότερα στην μουσική, δεν μετράει μόνο το budget, το ακριβό στούντιο, η προώθηση και η μεγάλη δισκογραφική, αλλά κυρίως, το μεράκι, διότι δίχως αυτό, θαρρώ, πως η όποια επιτυχία, μάλλον θα είναι εφήμερη. Ευτυχώς όμως, ο Judd Madden έχει απόθεμα. Groove On!

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Barren Earth - The Devil's Resolve



Από το Ελσίνκι της Φινλανδίας προέρχονται οι δημιουργημένοι το 2007 Barren Earth, οι οποίοι στην ουσία αποτελούν μια all star μπάντα, καθώς απαρτίζονται από έξι μουσικούς, που έχουν θητεύσει ή/και που θητεύουν ακόμη και τώρα σε μπάντες όπως, Amorphis, Swallow The Sun, Kreator, October Falls, Moonsorrow. Πρόκειται για τους Mikko Kotamaki (φωνή), Kasper Martneson (πλήκτρα), Sami Yli-Sirnio (κιθάρες), Janne Perttila (κιθάρες), Marko Tarvonen (ντραμς) και Olli-Pekka Laine (μπάσο).

Ο δεύτερος δίσκος τούτης της μπάντας, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από την Peaceville Records, τιτλοφορείται The Devil's Resolve και περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 47 λεπτών, ενώ η ειδική έκδοση του δίσκου περιέχει δύο κομμάτια παραπάνω, τα οποία ανεβάζουν κατά δέκα λεπτά την συνολική του διάρκεια. Την παραγωγή του δίσκου, στην οποία συμμετείχαν ενεργά τα μέλη της μπάντας, επιμελήθηκε ο Jukka Varmo, ο οποίος είχε τον ίδιο ρόλο και στο προ διετίας ντεμπούτο της, ενώ το artwork του δίσκου έχει επιμεληθεί ο Paul Romano, που κατά το παρελθόν έχει συνεργαστεί με μπάντες όπως οι Mastodon, Earth, Godflesh, Rosetta, κ.α..

Το progressive death/doom, στο οποίο επιδίδονται οι Barren Earth, έχει εμπλουτιστεί από 70's prog rock ηχοχρώματα, ενώ τα folk στοιχεία είναι αισθητά αυξημένα στο The Devil's Resolve. Η απόδοση όλων των μελών είναι εξαιρετική, αν και αυτό ήταν μάλλον αναμενόμενο, ενώ οι νέες συνθέσεις της μπάντας, αν και εμφανώς επηρεασμένες από μπάντες όπως οι Pink Floyd, Opeth, King Crimson, Katatonia και Amorphis, διατηρούν την δική τους ταυτότητα, καθώς η μπάντα αυτή τη φορά κατάφερε να φιλτράρει σωστά τις όποιες επιρροές της. Οι αγριεμένες κιθάρες συνδυάζονται με brutal φωνητικά, ενώ τα ακουστικά περάσματα συνοδεύονται με φλάουτο και καθαρά φωνητικά, την ίδια στιγμή, που τα γαλήνια πλήκτρα αντισταθμίζουν το βάρος του μεστού rythm section, δημιουργώντας έτσι, ένα ενδιαφέρον μείγμα ακραίας ατμοσφαιρικής μουσικής.

Εν κατακλείδι, οι Barren Earth δημιούργησαν έναν εξαιρετικό για το είδος του δίσκο, που παρόλο την μη πρωτοτυπία, που τον διακρίνει, θαρρώ, πως δεν θα δυσκολευτεί να κερδίσει τους φίλους αυτού του ήχου, διότι τούτοι οι τύποι από την Φινλανδία, γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τα ηχητικά κατατόπια του μουσικού ιδιώματος μες το οποίο επέλεξαν να κινηθούν.


Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Corrosion Of Conformity - Corrosion Of Conformity


Οι Αμερικάνοι Corrosion Of Conformity δημιουργήθηκαν το 1982 στη πολιτεία της North Carolina, ενώ τα διαλείμματα, που κατά καιρούς έκαναν, κάθε άλλο παρά τους έβλαψαν. Η μπάντα αποτελείται όλα αυτά τα χρόνια από τους Mike Dean σε μπάσο και φωνητικά, Reed Mullin στα ντραμς και Woody Weatherman σε κιθάρες και φωνητικά, ενώ ο τραγουδιστής και κιθαρίστας, Pepper Keenan, που εισχώρησε στο line up της μπάντας στα τέλη της δεκαετίας του '80, παραμένει ενεργό μέλος της, παρόλο, που δεν συμμετείχε στην ομώνυμη και όγδοη full length δουλειά της, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Φλεβάρη από την Candlelight Records.

Το Corrosion Of Conformity, που αποτελείται από 11 κομμάτια συνολικής διάρκειας 43 λεπτών, είναι το πρώτο άλμπουμ μετά το Animosity του 1985, στο οποίο συμμετέχουν μόνο τα τρία ιδρυτικά της μέλη, ενώ την πολύ καλή παραγωγή του έχει επιμεληθεί για ακόμη μια φορά στην ιστορία της μπάντας ο John Custer, ο οποίος κατάφερε να προσδώσει καθαρό, μα και οργανικό ήχο στα κομμάτια του συγκροτήματος, τα οποία αποτελούν ένα μεθυστικό απόσταγμα όλης της ως τώρα ηχητικής του πορείας, καθώς διαπερνώνται από την ωμότητα των πρώιμων punk χρόνων του, ενώ τα crossover περάσματα έχουν δέσει υπέροχα με τα southern στοιχεία.

Το tracklist του δίσκου είναι φανταστικό, καθώς η σειρά με την οποία έχουν τοποθετηθεί τα κομμάτια συμβάλει στην καλή ροή του άλμπουμ, ενώ οι εναλλαγές στο τέμπο κρατούν τον ακροατή στην τσίτα για όλη του τη διάρκεια. Η απόδοση της μπάντας δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη, μιας και τα παλικάρια παίζουν μαζί σχεδόν σε όλη τους την μουσική πορεία, οπότε το εκπληκτικό τους δέσιμο δεν αποτελεί πλέον έκπληξη, ενώ η όλη ατμόσφαιρα του δίσκου έχει μια αύρα από τα παλιά, καθώς η αισθητική των κομματιών είναι εμφανώς εμποτισμένη από τον αυθορμητισμό, που πάντα υπήρχε στον εκρηκτικά heavy ήχο των Corrosion Of Conformity.

Εν κατακλείδι, ο ομώνυμος νέος δίσκος των Corrosion Of Conformity, έχω την εντύπωση, πως θα ευχαριστήσει τους οπαδούς της μπάντας, ενώ κάτι μου λέει, πως θα φέρει και νέους φίλους στο συγκρότημα, καθώς το ηχητικό μείγμα του δίσκου, είναι άκρως δυναμικό. Η μπάντα επέστρεψε για τα καλά στο προσκήνιο, έπειτα από 7 χρονιά δισκογραφικής απουσίας, ενώ η συναυλιακή της πορεία τους τελευταίους μήνες καταδεικνύει, πως το συγκρότημα παρά τα σχεδόν 30 χρόνια, που κουβαλά στις πλάτες του, παραμένει άκρως ορεξάτο και ακμαίο, μιας και δεν στερείται έμπνευσης, ενώ φαίνεται, πως το μεράκι για ακόμη μια φορά περισσεύει. Welcome Back.


Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Starve & Terzij De Horde - Split - A Chosen Hollow


Από την Ολλανδία προέρχονται οι Starve, οι οποίοι υποστηρίζουν, πως η μουσική τους είναι εμπνευσμένη από την βρωμιά, την απόγνωση, τον φόβο, την απληστία και την μη δικαιοσύνη, που κυριαρχούν στον κόσμο τούτο. Οι τέσσερις παλικαράδες από την Ουτρέχτη, αρέσκονται να παίζουν ένα μείγμα βαλτώδους sludge και blues, από το οποίο δεν λείπουν οι southern πινελιές.

Η δισκογραφία τους αποτελείται από ένα demo (Demo MMX) κι ένα full length (Wasteland), που κυκλοφόρησαν το 2010, ενώ πρόσφατα προστέθηκαν σε αυτή δύο ακόμη κυκλοφορίες: Το 7" Ep, Black Sludge, White Sludge, το οποίο κυκλοφόρησε το περασμένο φθινόπωρο και περιέχει δύο κομμάτια συνολικής διάρκειας 11 περίπου λεπτών, που αποτελούν και τον τίτλο του, αλλά και το 12" A Chosen Hollow, που είναι split κυκλοφορία με τους Terzij de Horde.

Οι οποίοι, επίσης, προέρχονται από την Ουτρέχτη της Ολλανδίας, ενώ η μουσική τους περιέχει έντονα black metal στοιχεία, τα οποία διανθίζονται με ολίγο doom, αλλά και μπόλικο hardcore. Τούτη η μπάντα ως τώρα έχει κυκλοφορήσει το Ep, A Rage Of Rapture Against The Dying Of The Light, το οποίο, περιέχει 4 τραγούδια συνολικής διάρκειας περίπου 30 λεπτών.

Η κοινή κυκλοφορία των δύο συγκροτημάτων πρόκειται να κυκλοφορήσει στο εγγύς μέλλον από την Badger Records, ενώ προς το παρόν, μπορείτε να την απολαύσετε στην ολότητα της εάν κάνετε ένα κλικ εδώ. Τα τέσσερα κομμάτια, που περιέχει η εν λόγω κυκλοφορία, διαρκούν συνολικά 27 λεπτά, ενώ το artwork, που θα τη συνοδεύει, έχει επιμεληθεί ο Mirko Meervaldt, ο οποίος δεν αρνήθηκε την βοήθεια του Richard, ντράμερ των Terzij De Horde.

Τα τρία κομμάτια, με τα οποία οι Starve συμμετέχουν σε τούτο το split είναι στο γνωστό τους ύφος, δηλαδή, sludge γεμάτο από bluesy riffs, αλλά και southern ηχοχρώματα, ενώ το μοναδικό κομμάτι των Terzij De Horde, που βρίσκεται σε τούτο το split, καταδεικνύει, πως η μπάντα έχει βρει πλέον την ηχητική της ταυτότητα, καθώς τα black και hardcore στοιχεία, που την καθορίζουν, έχουν διανθιστεί όχι μόνο με doom ψήγματα, αλλά και με post ηχοχρώματα.

Εν κατακλείδι, έχω την αίσθηση, πως τούτες οι δύο νέες και πολλά υποσχόμενες μπάντες, δεν θα αργήσουν να ξεχωρίσουν στα μουσικά τους ιδιώματα, μιας και μοιάζει να έχουν τόσο τα φόντα, όσο και το μεράκι, που απαιτείται. Όσοι λοιπόν γουστάρουν τις πλέον ακραίες εκφάνσεις του σκληρού και heavy ήχου, καλό θα ήταν να τσεκάρουν τόσο τους Starve, όσο και τους Terzij De Horde, διότι κάτι μου λέει, πως θα ερωτευθούν τις αρρωστημένες τους μελωδίες.


Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Mondstille - Seelenwund


Οι Αυστριακοί Mondstille γεννήθηκαν το 2004 στην Βιέννη, ενώ με τις σκοτεινές τους μελωδίες εξερευνούν τα γεμάτα καταχνιά και θλίψη ηχοτοπία της black metal μουσικής. Η μπάντα δημιουργήθηκε από τους David (κιθάρες, στίχους, artwork) και Markus (κιθάρες, φωνητικά), ενώ το line up της συμπληρώνουν οι Jorg (μπάσο) και Ludwig (πιάνο, βιολί). Στη θέση του ντράμερ δεν έχει στεριώσει κάποιος ακόμη, ενώ αρκετοί είναι οι guest μουσικοί, που συμμετέχουν στα lives τους ή/και στα άλμπουμ τους, όπως η Anna, που συμμετέχει με το τσέλο της στον δεύτερο full length δίσκο της μπάντας, Seelenwund.

Ο εν λόγω δίσκος, ο οποίος κυκλοφόρησε τον περασμένο Φεβρουάριο από την ίδια την μπάντα και χωρίς την εμπλοκή κάποιας δισκογραφικής εταιρείας στην όλη διαδικασία, διαρκεί περίπου 64 λεπτά, ενώ περιέχει 12 κομμάτια. Η πολύ καλή παραγωγή του δίσκου οφείλεται στον Norbert Leitner των Udio Media, ενώ αξίζει να αναφερθεί, πως οι ηχογραφήσεις έλαβαν χώρα στα home studio της μπάντας. Το artwork του δίσκου είναι πανέμορφο, ενώ ταιριάζει πολύ καλά με το μουσικό, αλλά και το στιχουργικό του περιεχόμενο, το οποίο αν και χαρακτηρίζεται από απαισιοδοξία, εντούτοις, δεν στερείται ελπίδας.

Η μουσική της μπάντας έχει ως βάση της το black metal, ενώ η παρουσία βιολιού, τσέλου και πιάνου, της προσδίδουν μια αύρα εντόνως μελαγχολική και την καθιστούν ιδιαιτέρως ατμοσφαιρική. Τα ντραμς κινούνται στο γνωστό για τούτο τον ήχο μοτίβο, ενώ οι κιθάρες δεν ξεφεύγουν από την black τεχνοτροπία, παρά μόνο σε ελάχιστες στιγμές. Το μπάσο διακρίνεται εύκολα, αν και δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ το πιάνο παρά την ισχνή του παρουσία, δεν δυσκολεύεται να σε σαγηνεύσει. Όμως, έχω την αίσθηση, πως την παράσταση κλέβουν οι πένθιμες μελωδίες του θρηνητικού βιολιού, αλλά και η μεστή παρουσία του τσέλου, που σε μεθάει και σε καθηλώνει με τις ξεχειλίζουσες από νοσταλγία, μοναδικά υπέροχες, μελωδίες του.

Το δεύτερο, μαγευτικό, πόνημα των Mondstille, καταδεικνύει με εύγλωττο τρόπο, πως ο όρος ατμοσφαιρικό black metal, μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς την επιτηδευμένη σε πολλές περιπτώσεις, αλλά, έχω την εντύπωση και αρκετά παρωχημένη πλέον, χρήση πλήκτρων, καθώς η ατμόσφαιρα του Seelenwund, που στα ελληνικά και σε απολύτως ελεύθερη μετάφραση αποδίδεται ως Πληγές των Ψυχών, είναι τόσο βαθιά συναισθηματική, που με το πέρας της ακρόασης του, θαρρείς, πως ένα βάρος έχει φύγει από μέσα σου. Όχι, τούτο το εξαιρετικό άλμπουμ δεν θα σου λύσει τα προβλήματα, αλλά τουλάχιστον, θα σε κάνει να ξεχαστείς για λίγο από αυτά, καθώς θα σε παρασύρει σε ένα συναρπαστικά γλυκόπικρο ηχητικό ταξίδι. Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα πραγματικά, ακαταμάχητο άκουσμα.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Opeth @ Block 33


Σάββατο 3 Μαρτίου Θεσσαλονίκη

Ένα κρύο Σαββατιάτικο βράδυ, που θα είχε έξοδο για μπυροποσίες αν δεν ήταν το live των αγαπημένων Σουηδών. H αλήθεια είναι πως προσωπικά το περίμενα πολύ αυτό το live. Η άποψη μου για το τελευταίο τους "Heritage" άριστη και ως λογικό απότοκο ήταν ότι θα ακούσουμε αρκετά κομμάτια από αυτό. Για να μπορώ να είμαι όσο πιο αντικειμενικός γίνεται θα πρέπει να μιλήσω για το προσωπικό παρελθόν με την μπάντα. Σχετικά μικρό θα έλεγα, αλλά έφτασε για να γίνουν οι Opeth μια από τις αγαπημένες μου μπάντες. Δυστυχώς, δεν είχα εμβαθύνει σε ολόκληρη την δισκογραφία της μπάντας, αν και μετά από λίγα δείγματα με στιγμάτισε. Άλλο live τους δεν είχα δει οπότε περίμενα πως και πως αυτό το βράδυ.

Στις 8.30 περίπου έφτασα στο Block 33. Η διέλευση στον χώρο για την ώρα ήταν μικρή. Ευτυχώς, με την ώρα, που περνούσε, γέμισε από κόσμο ώστε να μην έχουμε έναν άδειο χώρο. Για κάποιο λόγο, που δεν ξέρω, support μπάντα/ες δεν υπήρχαν και όπως αναγραφόταν στον εισιτήριο "Show Starts:21.30". Οι πρώτες διαφωνίες με την παρέα δεν άργησαν να έρθουν για το πότε θα βγει η μπάντα. Ευτυχώς, στο ραντεβού τους με το κοινό ήταν "Άγγλοι". Στις 9.30 τα φώτα σβήνουν και το κοινό αρχίζει να ζητοκραυγάζει και οι Σουηδοί με τον Mikael Akerfeldt για πρωτοστάτη βγαίνουν επί σκηνής. O Akerfeldt χωρίς μούσι και μόνο με μουστάκι θύμιζε πολύ έντονα τον μεγάλο Frank Zappa. Και χωρίς πολλά πολλά το intro riff του "The Devil's Orchard" άρχιζε να βγαίνει από ηχεία και ενισχυτές. Η συνέχεια δόθηκε με το "I feel the dark". Το κοινό έδειξε μια ιδιαίτερη αγάπη και για τα τραγούδια του νέου δίσκου παρότι έφυγαν από την μέχρι τώρα μουσική δομή και γραμμή της μπάντας και πήγαν στο Prog Rock ήχο που αγαπάει ιδιαίτερα ο Akerfeldt. Η σέτλιστ συνέχισε και πιο δυναμικά με κομμάτια από το Still Life, το Damnation, το Blackwater Park και το Deliverance θυμίζοντας στο κοινό και την πιο σκληρή εκδοχή της μπάντας, που όλοι αγαπάνε, αυτή με τα growl φωνητικά και τις μελωδικές συνθέσεις. Μεγάλο αποκορύφωμα το "Deliverance" στο τέλος με το οποίο και μας αποχαιρέτησαν.

Ο Akerfeldt έδειξε, πως είναι frontman από τους λίγους, αφού ήταν άψογος καθόλη την διάρκεια του live (όπως και η υπόλοιπη μπάντα άλλωστε) και ανάμεσα σε κάθε τραγούδι έλεγε "Thank You" και έδειχνε, πως το εννοεί και δεν το λέει "πλαστικά". Δήλωσε την αγάπη του για την χώρα μας και πως είναι η αγαπημένη του για να έρχεται διακοπές, όπως και ότι του άρεσε πολύ η Θεσσαλονίκη. Επίσης, με αστείρευτο χιούμορ μας έκανε να γελάσουμε και να διασκεδάσουμε με τις μικρές του ιστορίες. Πιο συγκεκριμένα, μας είπε για την αγάπη τους για τους Manowar και πως θεωρεί έναν μεγάλο rockstar τον Joey DeMaio όπως επίσης και για το κοινό τους live στην Φιλανδία, όπου ο DeMaio του δάνεισε την τουαλέτα του με αποτέλεσμα να βρίσκουν τον Akerfeldt μέσα. Μίλησε για την μεγάλη του αγάπη το Prog Rock και πως αυτό ήταν η κύρια επιρροή του για τον νέο δίσκο, την αγάπη αυτού και του Martin Mendez για τον Ronnie James Dio και πως έγραψαν για αυτόν το "Slither", την αγάπη για το Hard Rock των 70's και 80's. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε όταν μας είπε, πως ένα από τα αγαπημένα του συγκροτήματα είναι οι δικοί μας Socrates, όπως και επίσης και για το μεγάλο του είδωλο, Ντέμη Ρούσο και το άγχος, που θα έχει αν τον συναντήσει και για το πόσο μεγάλη μουσική ιδιοφυΐα είναι ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Οι θανατηφόρες ατάκες δεν έλειπαν επίσης, όπως και ο λόγος χαράς του Martin Mendez, διότι επιτέλους βρήκε έναν τριχωτό μασέρ 350 κιλών για να του κάνει μασάζ.

Σετλιστ 1,5 ώρας και με ευχάριστα διαλειμματάκια με μπόλικο χιούμορ και γέλιο, ενώ τα 30 ευρώ, που σκάσαμε, δεν πήγαν χαμένα για κανένα λόγο. Μουσικά και εμφανισιακά άριστοι, δώσανε τον παλμό τους στους Θεσσαλονικείς, που ήταν εκστασιασμένοι με το αποτέλεσμα. Ο ήχος πολύ καλός και η φιλοξενία από το Block 33 άριστη. Υπήρξαν κάποια προβλήματα με το merchadnise από ότι έμαθα, που φυσικά θα μπορούσαν να λείπουν. Η μπύρα κόστιζε 5 ευρώ και το ποτό 7, ενώ η πρόσβαση στον χώρο εύκολη.

Μετά το live οι Opeth ανέβηκαν πολύ παραπάνω στα μάτια μου. Τίμιοι στα λεφτά, που έδωσε ο κόσμος και έδειχναν να λατρεύουν αυτό που κάνουν, έχοντας μεγάλο πάθος και δυναμισμό. Φοβερό live από κάθε άποψη. Προσωπικά, περιμένω με ανυπομονησία την επόμενη τους επίσκεψη στην Θεσσαλονίκη. Όσοι δεν πήγαν έχασαν...

Words By Ross                                                                             Links: Block 33 / Opeth
Setlist:
1.  The Devil's Orchard
2.  I feel the dark
3.  Face of Melinda
4.  Slither
5.  Credence
6.  To Rid the Disease
7.  Folklore
8.  Heir Apparent
9.  The Great Conjuration
10. The Drapery Falls
Encore:
11. Deliverance

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Drudkh - Eternal Turn Of The Wheel


Οι Ουκρανοί Drudkh, οι οποίοι αποτελούνται από τους Thurios σε φωνητικά και πλήκτρα, Vlad σε ντραμς και πλήκτρα, Krechet σε μπάσο και πλήκτρα και Roman Saenko σε κιθάρες και μπάσο, δημιουργήθηκαν το 2002, ενώ ξεχωρίζουν για την παραγωγικότητα τους, μιας και το Eternal Turn Of The Wheel, που κυκλοφόρησε μέσω της Season Of Mist πριν από λίγες ημέρες, αποτελεί την ένατη full length δουλειά τους.

Ο εν λόγω δίσκος, περιέχει μια μικρή εισαγωγή, αλλά και τέσσερα κομμάτια, η συνολική διάρκεια των οποίων μετά βίας ξεπερνά τα 37 λεπτά, κι αυτό είναι κάτι, που τον καθιστά τον τρίτο μικρότερο σε διάρκεια δίσκο της μπάντας, ενώ ξεχωρίζει για την πολύ καλή παραγωγή του, η οποία είναι ίσως η καλύτερη, που είχε ως τώρα η μπάντα, ο ήχος της οποίας μοιάζει βγαλμένος από τους πρώτους της δίσκους, καθώς τα post και folk ψήγματα, που στις πρόσφατες κυκλοφορίες της είχαν έντονη παρουσία, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί ή/και ελαττωθεί κατά πολύ, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί τροχοπέδη για την αποπνικτική ατμόσφαιρα, που δημιουργούν οι σκυθρωπές μελωδίες της μπάντας.

Οι στίχοι για ακόμη μια φορά είναι εμπνευσμένοι από το έργο Ουκρανών ποιητών, όπως οι Oleksa Stefanovych και Svyatoslav Gordynskyj, ενώ το concept τους καταπιάνεται με τις τέσσερις εποχές του έτους. Τα φωνητικά ξεχειλίζουν από απόγνωση, ενώ τα πλήκτρα εντείνουν την αίσθηση μελαγχολίας, που οι κιθάρες δημιουργούν με τα επαναλαμβανόμενα σε αρκετές στιγμές σημεία τους. Το μπάσο συμβάλει τα μέγιστα στην οργανική υπόσταση του άλμπουμ, αν και έχω την αίσθηση, πως τα ντραμς είναι αυτά, που τελικά, κλέβουν την παράσταση.

Τέλος, η επιστροφή στις ρίζες, που επιχειρούν τούτοι οι Ουκρανοί με το τελευταίο τους πόνημα είναι ιδιαιτέρως κολακευτική για αυτούς, διότι έχω την εντύπωση, πως το κατατονικό black metal των πρώτων τους άλμπουμ τους ταιριάζει καλύτερα, ενώ το Eternal Turn Of The Wheel, που δανείζεται πολλά από την αισθητική εκείνων των άλμπουμ, νομίζω, πως δεν θα δυσκολευτεί να κερδίσει την εκτίμηση των οπαδών τους, μιας και δεν αποτελεί απλά μια κόπια του παρελθόντος, αλλά μια αυθεντικά σύγχρονη και ποιοτική επαναπροσέγγιση του.


Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Witchden - Consulting The Bones


Οι Αμερικάνοι Witchden δημιουργήθηκαν στην Μινεάπολις το καλοκαίρι του 2010, όταν ο τραγουδιστής Jason Micah, ήρθε σε επαφή με τον ντράμερ Jeff Moen, ενώ ο Adam Rivkin σε κιθάρες και φωνητικά και ο Andy Green σε μπάσο και ουρλιαχτά, προστέθηκαν λίγο αργότερα σε αυτή, συμπληρώνοντας έτσι το line up της. Πρόσφατα, τούτη η νεότευκτη, αλλά και πολλά υποσχόμενη μπάντα, ο ήχος της οποίας περιέχει στοιχεία από stoner, sludge και punk rock, κυκλοφόρησε την πρώτη της δουλειά, Consulting The Bones, η οποία διαρκεί περίπου 44 λεπτά, ενώ αποτελείται από εννέα κομμάτια.

Η παραγωγή του άλμπουμ είναι επιεικώς εντυπωσιακή, καθώς προσφέρει διαύγεια στον ήχο της μπάντας, χωρίς όμως να στερείται της απαραίτητης -για τις αγριεμένες της συνθέσεις- βρωμιάς, ενώ η απόδοση και των τεσσάρων μουσικών, που απαρτίζουν τούτη την άκρως ελπιδοφόρα μπάντα, είναι εξίσου καλή. Ο Micah ερμηνεύει τους στίχους με περίσσιο πάθος, ενώ και τα φωνητικά των Adam και Andy ξεχειλίζουν από ενέργεια, μιας και διακατέχονται από απύθμενη οργή και αχαλίνωτο θυμό. Οι δύο τελευταίοι, χειρίζονται με εξαιρετική μαεστρία τα έγχορδα τους, ενώ εκρηκτική είναι και η απόδοση του Jeff στα ντραμς.

Οι κιθάρες πότε παράγουν πιασάρικα stoner riffs και πότε βουτούν με μανία στους γεμάτους λάσπη sludge βάλτους, ενώ το μπάσο είτε συνοδεύει τις κιθάρες, είτε τα δυναμικά ντραμς, φροντίζει πάντα να κάνει αισθητή την ιδιαιτέρως groovy παρουσία του. Τα ντραμς γεμίζουν με την επιβλητική τους παρουσία τον ήχο της μπάντας, ενώ του προσδίδουν και μια άκρως κολακευτική για αυτόν, rock 'n' roll αύρα, η οποία ταιριάζει γάντι στην punk αισθητική των συνθέσεων. Εν ολίγοις, οι όροι doom blues και sludge & roll, τους οποίους χρησιμοποιεί η μπάντα για να περιγράψει την μουσική της, νομίζω, πως ανταποκρίνονται 100% στην πραγματικότητα.

Εν κατακλείδι, όσοι γουστάρουν την μουσική τους να ξεχειλίζει από πάθος και αλητεία, ενώ αρέσκονται και στα πλέον λασπώδη από τα ηχοτοπία του ακραίου heavy ήχου, καλό θα ήταν να τσεκάρουν το συντομότερο δυνατόν τους Witchden, διότι κάτι μου λέει, πως δεν θα αργήσουν να τους λατρέψουν, καθώς το μπάσιμο τους στα μουσικά δρώμενα υπήρξε τσαμπουκαλεμένο, ενώ το θηριώδες Consulting The Bones, το οποίο προς το παρόν διατίθεται μόνο σε digital μορφή μέσω του bandcamp της μπάντας, δεν θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερο από ότι ήδη είναι.

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Chiefs - Chiefs EP


Οι Stephen σε ντραμς και Paul σε κιθάρα και φωνητικά αποτελούνε τους νεοσύστατους Chiefs, οι οποίοι μας ταξιδεύουν σε desert/stoner ηχοτοπία με τις heavy μελωδίες τους. Η μπάντα, που δημιουργήθηκε μόλις στα τέλη του περασμένου έτους, έχει ως βάση της το Phoenix της Αριζόνα, ενώ πριν από δύο εβδομάδες κυκλοφόρησε την παρθενική κι ομώνυμη δουλειά της, η οποία έχει τη μορφή EP, καθώς αποτελείται από έξι κομμάτια συνολικής διάρκειας 24 λεπτών περίπου, το ένα εκ των οποίων, αποτελεί διασκευή στο κομμάτι Come Together των The Beatles.

Η παραγωγή του EP είναι πολύ καλή, καθώς προσφέρει τον απαιτούμενο όγκο στον ήχο της κιθάρας, καθιστώντας έτσι σχεδόν ανεπαίσθητη την απουσία του μπάσου από τον ήχο της μπάντας, ο οποίος ξεχωρίζει για τον groovy χαρακτήρα του, ενώ τα heavy και σκανταλιάρικα riffs της κιθάρας βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία με τα σπιρτόζικα ντραμς, τα οποία προσδίδουν μια hard rock αύρα στις συνθέσεις, τα φωνητικά των οποίων, σε υπνωτίζουν με την desert αύρα τους.

Το εύγλωττο εξώφυλλο, που συνοδεύει την πρώτη δουλειά των Chiefs, δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο ταιριαστό με το όλο concept της μπάντας, ενώ το πρώτο της πόνημα, το οποίο προσφέρεται προς δωρεάν download από το bandcamp τους, καταδεικνύει, πως τούτοι οι Αμερικάνοι έχουν όλα τα φόντα να καθιερωθούν στον heavy χώρο, καθώς οι δυναμικές τους συνθέσεις, αν και δεν διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους, εντούτοις, βρίθουν φρεσκάδας. Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα εξαιρετικό ντεμπούτο EP από μια νέα κι άκρως ελπιδοφόρα μπάντα.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

V.A. - Tunes In Fumes


Σαν σήμερα, πριν από έναν ακριβώς χρόνο, ξεκίνησε η διαδικτυακή περιπλάνηση της Phantasmagoria, η οποία, για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα ότι θα υφίσταται μέχρι και σήμερα, ενώ δεν γνωρίζω για πόσο ακόμη θα συνεχιστεί, αν και δεν κρύβω, πως αυτό θα ήθελα να κρατήσει για αρκετό καιρό. Όπως και να' χει, οφείλω να ευχαριστήσω από καρδιάς όλους όσους κατά καιρούς έχουν επισκεφθεί τούτη τη μικρή διαδικτυακή γωνιά, ενώ την αιώνια εκτίμηση μου έχουν κερδίσει οι φίλτατοι zedalone και Θάνος, χωρίς την πολύτιμη βοήθεια των οποίων, ίσως τώρα να μην διαβάζατε αυτές τις γραμμές.

Όμως, αρκετά σας κούρασα με τα γενέθλια του blog και τις διάφορες ευχαριστίες. Τούτο το κείμενο γράφεται με αφορμή το Tunes In Fumes, που αποτελεί μια συλλογή συνολικής διάρκειας περίπου 70 λεπτών, η οποία επρόκειτο να βγει τα περασμένα Χριστούγεννα, αλλά λόγω διάφορων καθυστερήσεων, αυτό δεν έγινε τότε, όμως όπως λέει ο σοφός λαός: κάλλιο αργά, παρά ποτέ. Στην εν λόγω συλλογή συμμετέχουν νέες ή/και πρωτοεμφανιζόμενες δισκογραφικά μπάντες, ενώ αρκετές από αυτές έχουν τον diy χαρακτήρα, που πάντοτε γούσταρα και υποστήριζα. Όλα τα συγκροτήματα, που συμμετέχουν σε τούτη τη συλλογή, επιλέχθηκαν με μοναδικό κριτήριο την πολύ καλή συντροφιά, που μου κράτησαν με τις demo, ep, full length δουλειές, που κυκλοφόρησαν κατά το πρόσφατο παρελθόν, ενώ κάπου εδώ σταματώ την φλυαρία και σας προτρέπω να απολαύσετε το εν λόγω άκουσμα.