Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Ahab - The Giant


Οι Γερμανοί Ahab, οι οποίοι δημιουργήθηκαν το 2004, επέστρεψαν πριν από λίγες ημέρες στην δισκογραφία, καθώς κυκλοφόρησαν μέσω της Napalm Records την τρίτη τους full length δουλειά με τίτλο: The Giant, η οποία όπως ακριβώς και οι προκάτοχοι της, διακρίνεται για το έντονο υγρό στοιχείο της θεματολογίας της, ενώ αυτή τη φορά, κύρια πηγή έμπνευσης για τον στιχουργικό κι όχι μόνο, τομέα, αποτέλεσε η νουβέλα: The Narrative Of Arthur Gordon Pym Of Nantucket, η οποία είναι η μοναδική, που ολοκλήρωσε ποτέ ο φημισμένος Edgar Allan Poe. 

Το μαγευτικό The Giant αποτελείται από έξι κομμάτια, τα οποία διαρκούν συνολικά περίπου 61 λεπτά, ενώ πλαισιώνεται από το απόλυτα εναρμονισμένο με το concept του και πανέμορφο artwork, που φιλοτέχνησε ο ταλαντούχος Sebastian Jerke. Η παραγωγή του δίσκου είναι πολύ καλή, ενώ η καθαρότητα της συμβάλει τα μέγιστα στην απόλαυση της μουσικής των Ahab, οι οποίοι στο νέο τους πόνημα διανθίζουν τα ήδη έντονα στον funeral doom ήχο τους, doom/death στοιχεία, με κάποια άκρως σαγηνευτικά για το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, jazz ψήγματα.

Ο ικανότατος κιθαρίστας, Chris Hector, παράγει κολοσσιαίων διαστάσεων riffs, τα οποία δεν διστάζουν σε αρκετές στιγμές να ξεφύγουν από τον αργό και πένθιμο ρυθμό, που χαρακτηρίζει τον funeral doom ήχο, ενώ ο πολυπράγμων Daniel Droste, ξεχωρίζει για τα γοητευτικά του leads με την κιθάρα, τα οποία πραγματικά σε καθηλώνουν, καθώς ταιριάζουν υπέροχα με την διακριτική χρήση των πλήκτρων από μέρους του, η οποία αποδεικνύεται ευεργετική για τις μεγαλειώδεις συνθέσεις του The Giant, μιας και προσδίδει μια ονειρική διάσταση σε αυτές.

Όμως, ο συγκεκριμένος μουσικός θαρρώ, πως διακρίνεται για την εξαιρετική του απόδοση στα φωνητικά, μιας και πλαισιώνει υπέροχα με καθαρή φωνή, τους σπαραχτικούς death βρυχηθμούς του, προσδίδοντας έτσι την απαραίτητη για την σωστή απόδοση των στίχων, θεατρικότητα, ενώ άξια αναφοράς θαρρώ, πως είναι η guest συμμετοχή στα φωνητικά, του Herbrand Larsen των Enslaved, αλλά και η μεστή απόδοση των ταλαντούχων Cornelius Althammer και Stephan Wandernoth, οι οποίοι δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, σε ντραμς και μπάσο αντίστοιχα.

Οι Ahab καταδεικνύουν με το πολύ καλό The Giant, πως δικαίως χαρακτηρίζονται ως ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του ακραίου doom χώρου, μιας κι επιτυγχάνουν να εξελίξουν την μουσική τους με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να είναι προσιτή στους όχι και τόσο εξοικειωμένους με τα funeral ή/και doom/death ηχοχρώματα, αλλά και να παραμείνει εξόχως συναρπαστική για τους λάτρεις αυτών των ιδιωμάτων, ενώ η προσήλωση τους σε μεγάλα λογοτεχνικά έργα, που ξεχωρίζουν για το υγρό τους στοιχείο, εντείνει την μαγεία της γιγαντιαίας μουσικής τους.

Napalm Records: Official Website

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Jess And The Ancient Ones - S/T


Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε πλήρη άνθιση η γυναικεία παρουσία στα φωνητικά του heavy ήχου και όχι μόνο και ομολογώ, πως αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα, μιας και στις περιπτώσεις, που αυτό συμβαίνει για αμιγώς καλλιτεχνικούς και όχι μονάχα για εμπορικούς σκοπούς, το αποτέλεσμα θαρρώ, πως συνήθως είναι αν όχι εξαιρετικό, τουλάχιστον ικανοποιητικό.

Σε αυτή την κατηγορία, έχω την αίσθηση, πως ανήκουν και οι δημιουργημένοι στις αρχές του 2010, Jess And The Ancient Ones, οι οποίοι προέρχονται από το Kuopio της Φινλανδίας. Η εν λόγω μπάντα αποτελείται από επτά ταλαντούχους μουσικούς: έξι άντρες σε φωνή, κιθάρες -τρεις τον αριθμό- μπάσο, ντραμς και πλήκτρα, καθώς και μια γυναίκα στα φωνητικά.

Οι νεοσύστατοι JATAO, έχουν καταφέρει να τιθασεύουν τις μπόλικες και αρκετά εμφανείς στις συνθέσεις τους, επιρροές, οι περισσότερες εκ των οποίων, έχουν τις ρίζες τους στο occult rock των 70's και το NWOBHM των 80's, ενώ στην μουσική τους διέκρινα και κάποια κολακευτικά για αυτή ψήγματα του blues rock ήχου, με τη μορφή, που αυτός κυριάρχησε στα τέλη των 60's.

Πιο συγκεκριμένα, στο ομώνυμο full length ντεμπούτο των JATAO, το οποίο εδώ και λίγες μέρες κυκλοφορεί από την Svart Records, υπάρχουν σαφείς αναφορές σε μπάντες όπως οι Black Widow και Coven, ενώ ανάγλυφη είναι η Iron Maiden αισθητική στα 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 52 λεπτών, που αποτελούν τούτο το καλό κι άκρως ελπιδοφόρο άκουσμα.

Εάν στα παραπάνω προσθέσετε μια γερή τζούρα Black Sabbath και ολίγον τι από ABBA, τότε θα έχετε φτάσει αρκετά κοντά στο να περιγράψετε την μουσική του Jess And The Ancient Ones, ενός πολλά υποσχόμενου δίσκου, η retro ηχητική αύρα και η occult στιχουργική θεματολογία του οποίου, απογειώνονται από το εκπληκτικό artwork της Nucleart Design.

Η παραγωγή του άλμπουμ είναι αρκετά καλή, καθώς παρόλο, που δεν είναι ιδιαιτέρως καθαρή, προσδίδει μια σαγηνευτική οργανική αισθητική στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, αναδεικνύοντας έτσι το ταλέντο των μουσικών, που απαρτίζουν τους JATAO, αλλά και τον περιπετειώδη λυρισμό της μουσικότητας των συνθέσεων του μαγευτικού Jess And The Ancient Ones.

Η καλπάζουσα αύρα των ντραμς συνοδεύεται σε όλη τη διάρκεια του δίσκου από το μπάσο, ενώ οι τρεις κιθάρες συνεργάζονται αρμονικά μεταξύ τους, προσφέροντας μας κάποια σπάνιας ομορφιάς leads και solos, τα οποία πλαισιώνονται με υπέροχο τρόπο από τα πλήκτρα, ενώ τα φωνητικά, θαρρώ, πως ξεχωρίζουν, καθώς ξεχειλίζουν από πάθος και βρίθουν θεατρικότητας.

Εν ολίγοις, οι Jess And The Ancient Ones, που θαρρώ, πως το όνομα τους αποτελεί έναν συνδυασμό των Jex Thoth και Uncle Acid And The Deadbeats, κυκλοφόρησαν ένα αρκετά καλό ντεμπούτο, το οποίο ενδείκνυται για τους φίλους των The Devil's Blood, ενώ παρότι δεν διεκδικεί τον τίτλο του καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου, αφήνει πάρα πολλές υποσχέσεις για το μέλλον.

Jess And The Ancient Ones: Facebook / Official Website
Svart Records: Official Website
Nucleart Design: Official Website

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Viking Skull - Cursed By The Sword


Από το Corby του Ηνωμένου Βασιλείου, που φημίζεται για τα χαλυβουργεία του, προέρχονται οι δημιουργημένοι το 2001 Viking Skull, οι οποίοι κυκλοφόρησαν πριν από λίγες μέρες, μέσω της Transcent Music Group, την τέταρτη full length δουλειά τους, Cursed By The Sword.

Ο εν λόγω δίσκος αποτελείται από 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 38 λεπτών, ενώ πλαισιώνεται από ένα άκρως ταιριαστό με την αισθητική της μπάντας artwork, που συνοδεύει υπέροχα το εκρηκτικό μουσικό του περιεχόμενο και την αλήτικη στιχουργική θεματολογία του.

Οι επιρροές της μπάντας είναι εμφανέστατες, καθώς οι Viking Skull ποτέ δεν προσπάθησαν να κρύψουν την αγάπη τους για το NWOBHM, το Stoner και το heavy rock, αλλά και το κλασσικό hard rock, ενώ τα blues ψήγματα δεν απουσιάζουν από την γεμάτη ενέργεια μουσική τους.

Η μελωδική αύρα των Iron Maiden συνδυάζεται άψογα με την ηχητική αγριάδα των Motorhead, ενώ το στιβαρό rythm section των Black Sabbath εναρμονίζεται με τα σπιρτόζικα κιθαριστικά σκιρτήματα των AC/DC, δημιουργώντας έτσι, ένα metal κράμα Thin Lizzy και Rose Tattoo.

Μην σας ξεγελούν όμως τα παραπάνω, διότι η ηχητική ταυτότητα των Viking Skull παραμένει μοναδική, καθώς η μπάντα έχει εδώ και χρόνια κατασταλάξει στον δικό της ήχο, ενώ αυτό αποδεικνύεται κι από την μουσικότητα των συνθέσεων του ορμητικού Cursed By The Sword.

Τα ιδιαιτέρως heavy riffs, που οι κιθάρες παράγουν, υποστηρίζονται σωστά από το τραχύ μπάσο, το οποίο κράτα τα μπόσικα, παρέα με τα δυναμικά ντραμς, ενώ τα πνιγμένα στο αλκοόλ, αλλά και γεμάτα γρέζι φωνητικά, διηγούνται ιστορίες ασωτίας για γυναίκες, ποτά, κλπ.

Ίσως αυτό ακουστεί βλάσφημο σε μερικούς, αλλά ο κλασικός metal ήχος, όπως τουλάχιστον, αυτός οριζόταν στα 80's, συμπλέκεται σε μια ανήλεη μάχη με τα punk παρακλάδια των σύγχρονων stoner ηχοτοπίων, που νικητή αναδεικνύει την αγνή κι ανόθευτη, heavy rock μουσική.

Εν ολίγοις, οι Viking Skull δεν πρωτοτυπούν, αλλά αυτό, που κάνουν, το κάνουν από αγάπη και με περίσσιο μεράκι, καθώς η τιμιότητα κι ο αυθορμητισμός ξεχειλίζουν από το πολύ καλό Cursed By The Sword, το οποίο μας προσφέρει απλόχερα στιγμές rock 'n' roll ξεγνοιασιάς.

Για να απολαύσετε όσο καλύτερα γίνεται τούτο το άκρως πωρωτικό άκουσμα, δεν έχετε παρά να καλέσετε τους φίλους σας, να γεμίσετε την κάβα και τον καταψύκτη σας με μπύρα, ουίσκι και παγάκια και φυσικά, να αυξήσετε την ένταση των ηχείων και της διασκέδασης στο περιβόητο 11.

Viking Skull: Facebook
Transcent Music Group: Official Website

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Ea - Ea


Η ύπαρξη των αινιγματικών Ea καλύπτεται από ένα πέπλο μυστηρίου, καθώς οι πληροφορίες για την συγκεκριμένη μπάντα είναι ελάχιστες, μιας και το μόνο σίγουρο για αυτούς, είναι ότι συνοδεύουν το ατμοσφαιρικό Funeral Doom τους με στίχους βασισμένους σε αρχαία κείμενα και γραμμένους σε νεκρές γλώσσες της αρχαιότητας και ότι γεννήθηκαν το 2005, ενώ έντονες, αν κι όχι επίσημα επιβεβαιωμένες, είναι οι φήμες, που τους θέλουν να προέρχονται από την Ρωσία.

Πρόσφατα, οι μυστηριώδεις Ea κυκλοφόρησαν την τέταρτη και ομώνυμη δουλειά τους, η οποία περιέχει ένα κομμάτι συνολικής διάρκειας 47 λεπτών, ενώ ο εν λόγω δίσκος, όπως ακριβώς και οι τρεις προκάτοχοι του, βγήκε μέσω της ρώσικης Solitude Productions, που ειδικεύεται σε τέτοιου είδους ακούσματα. Η μπάντα παραμένει πιστή στην στιχουργική της προσέγγιση, ενώ δείχνει σημάδια εξέλιξης στον ήχο της, καθώς αρκετά είναι τα νέα στοιχεία, που τον στολίζουν.

Τα χαρακτηριστικά χαμηλόφωνα doom γρυλίσματα κυριαρχούν στον τομέα των φωνητικών, από τον οποίο δεν λείπουν οι black πινελιές, αλλά ούτε και τα χορωδιακά μέρη, που συμβάλουν τα μέγιστα στην απόκοσμη ατμόσφαιρα του δίσκου, ενώ τα γυναικεία φωνητικά, που αν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος, ακούγονται για πρώτη φορά σε δουλειά των Ea, απογειώνουν το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, το οποίο διακρίνεται για την παγωμένη κι αρρωστημένα αιθέρια αύρα του.

Το πιάνο στοιχειώνει με την κάθε του νότα, ενώ επιβλητική είναι η παρουσία των πλήκτρων, καθώς με τα ambient ηχοχρώματα τους πλαισιώνουν υπέροχα τις μελαγχολικές και κλαίουσες κιθάρες, τα leads και solos των οποίων, ξεχειλίζουν απόγνωση. Τα ντραμς, που σε στιγμές είναι βασανιστικά μονότονα, δεν ξεφεύγουν παρά ελάχιστα από τον μινιμαλιστικό τους ρυθμό, ενώ τα παράξενα γεμίσματα τους, που ξεχώριζαν στους προηγούμενους δίσκους, έχουν εξαφανιστεί.

Το τέμπο του δίσκου είναι εξαιρετικά αργό, αν και το διπλό μπάσο, που κρατάει τα μπόσικα σε όλη την διάρκεια του άλμπουμ, δεν διστάζει να ανεβάσει για λίγο τον ρυθμό, χωρίς φυσικά να ξεφύγει ούτε στιγμή από τις αργόσυρτες συντεταγμένες του funeral doom ήχου. Η παραγωγή του άλμπουμ θαρρώ, πως αξίζει ειδικής μνείας, καθώς είναι αψεγάδιαστη, μιας και προσφέρει διαύγεια, ενώ έχω την εντύπωση, πως σε αυτήν, οφείλεται η ζοφερή, ηχητική αισθητική των Ea.

Όπως ίσως γνωρίζετε ήδη, το μουσικό παρακλάδι του σκληρού ήχου, που ονομάζεται Funeral Doom, δεν είναι ιδιαιτέρως δημοφιλές, ενώ φημίζεται για την υπομονή και τον χρόνο, που απαιτεί για την σωστή αφομοίωση κι απόλαυση του. Το νέο πόνημα των Ea όμως, έχω την αίσθηση, πως ενδείκνυται ακόμη και για τους μη εξοικειωμένους με το εν λόγω ιδίωμα, ενώ η ποιότητα του, θαρρώ, πως θα το κατατάξει μεταξύ των καλύτερων της χρονιάς για τον ευρύτερο Doom χώρο.

Solitude Productions: Official Website

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Royal Thunder - CVI


Οι άκρως ελπιδοφόροι Royal Thunder δημιουργήθηκαν το 2006 στην Atlanta της πολιτείας Georgia της Αμερικής από τον κιθαρίστα Josh Weaver, ο οποίος επέλεξε να συμπληρώσει το line up της μπάντας με την ταλαντούχα Mlny Parsonz σε φωνητικά και μπάσο, αλλά και τον ικανότατο Lee Smith στα ντραμς, με το οποίο αμφότεροι είχαν συνυπάρξει παλαιότερα σε διάφορα μουσικά projects, ενώ το line up της μπάντας έκλεισε ο κιθαρίστας Josh Coleman.

Το 2009 τούτη η ανερχόμενη μπάντα από τον Νότο των Η.Π.Α. κυκλοφόρησε την πρώτη, αυτοχρηματοδοτούμενη κι ομώνυμη δουλειά της, η οποία παρόλο, που είχε την μορφή EP, κατάφερε να αιχμαλωτίσει την προσοχή του heavy κοινού κι όχι μόνο, καθώς το μουσικό της περιεχόμενο ήταν αναμφίβολα, πολλά υποσχόμενο, κάτι, που αποδεικνύεται κι από το γεγονός, πως η φημισμένη Relapse Records, έσπευσε να τους προσφέρει συμβόλαιο συνεργασίας.

Τρία χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση, αλλά και δύο χρόνια μετά την επανακυκλοφορία του ντεμπούτου EP τους, οι Royal Thunder επιστρέφουν δυναμικά στα heavy δρώμενα, καθώς τούτες τις μέρες κυκλοφορεί επίσημα, μέσω της ως άνω αναφερθείσας δισκογραφικής εταιρείας, ο πρώτος full length δίσκος τους, με τίτλο CVI, που στο λατινικό σύστημα αρίθμησης αντιστοιχεί στον αριθμό 106, ο οποίος περιέχει δέκα κομμάτια συνολικής διάρκειας 63 περίπου λεπτών.

Η παραγωγή του δίσκου είναι εξαιρετική, καθώς ο Joey Jones κατάφερε να προσδώσει διαύγεια στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, δίχως όμως να αφαιρέσει κάτι από την πνιγηρή ατμόσφαιρα του δίσκου. Το artwork του άλμπουμ είναι εντυπωσιακό, αν και το σημαντικότερο είναι, πως και οι 10 συνθέσεις, που αποτελούνε το σαγηνευτικό CVI, διακρίνονται για την περιπετειώδη μουσικότητα τους, καθώς η έντονα ράθυμη αύρα τους συνυπάρχει αρμονικά με τη ταξιδιάρικη αισθητική τους. 

Τα riffs της κιθάρας του Josh, τα οποία διακρίνονται για την bluesy αύρα τους, όπως και για τα ανάγλυφα 70's prog στοιχεία τους, είναι ιδιαιτέρως heavy, ενώ συνοδεύονται εξαιρετικά από το ογκώδες μπάσο της Mlny, η οποία θαρρώ, πως κλέβει την παράσταση με την εκπληκτική της απόδοση στα φωνητικά, καθώς το ηχόχρωμα, αλλά και το εύρος της φωνής της, καθιστά την παθιασμένη ερμηνεία της, που εκτός από θεατρικότητα, βρίθει και συναισθήματος, γοητευτική.

Οι lead κιθάρες του Weaver, οι ηλεκτρισμένες μελωδίες των οποίων, μοιάζουν βγαλμένες από την rock & roll σκηνή αλλοτινών εποχών, οδηγούν τις συνθέσεις του CVI σε εντυπωσιακά heavy prog ηχοτοπία, εκεί όπου το doom rock βασιλεύει, ενώ τα δυναμικά ντραμς του Lee, με μαεστρία πλαισιώνουν τα προαναφερθέντα έγχορδα, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο, πως το δέσιμο, αλλά και η απόδοση όλων των μελών της μπάντας, βρίσκονται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.

Η αλήθεια είναι, πως δυσκολεύομαι να περιγράψω την μουσική των Royal Thunder, καθώς παρόλο τις συνεχείς ακροάσεις του CVI, δεν μπόρεσα να αποκρυπτογραφήσω σε ποιο από τα πολλά ιδιώματα του σκληρού ήχου ταιριάζουν καλύτερα, αν και οφείλω να ομολογήσω, πως η ουσία, που είναι η μουσική τους, αυτή καθεαυτή, είναι τόσο καλή, που είμαι σίγουρος, πως στο τέλος της χρονιάς, το μαγικό CVI, δίκαια θα καταλάβει πολύ υψηλές θέσεις στις σχετικές λίστες.

Royal Thunder: Bandcamp / Facebook
Relapse Records: Official Website

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Buried Sleeper - Colosseum


Οι Triangle Theory δημιουργήθηκαν στο Perth της Σκωτίας το 2005, αλλά τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, άλλαξαν το όνομα τους σε Buried Sleeper, ενώ πλέον η βάση τους βρίσκεται στην Γλασκόβη. Με την αρχική της μορφή, τούτη η άκρως ελπιδοφόρα μπάντα είχε προλάβει να κυκλοφορήσει δύο demos κι έναν full length δίσκο, χωρίς ωστόσο να εντυπωσιάσει.

Αυτό όμως, άλλαξε στις αρχές της τρέχουσας Άνοιξης, καθώς η ντεμπούτο κυκλοφορία υπό το νέο της όνομα, η οποία βγήκε δίχως την μεσολάβηση κάποιας δισκογραφικής και φέρει τον τίτλο Colosseum, εντυπωσιάζει με το άκρως ενδιαφέρον μείγμα stoner, doom και grudge, το οποίο οι Buried Sleeper, έχουν επιτυχώς διανθίσει με sludge ψήγματα και ambient πινελιές.

Ο εν λόγω δίσκος, ο οποίος περιέχει 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας 53 λεπτών, συνοδεύεται από το υπέροχο artwork, που φιλοτέχνησε ο Richard Kearney, ενώ άξιο αναφοράς θαρρώ, πως είναι το γεγονός ότι στην συγγραφή των κομματιών συμμετείχε ενεργά κι ο κιθαρίστας Aaron Brake, ο οποίος θήτευσε για 3 χρόνια, απ' το 2005 ως το 2008, στους Triangle Theory.

Η παραγωγή του δίσκου, που θαρρώ, πως έχει μια lo-fi αύρα, είναι αρκετά καλή, παρόλο, που έχω την αίσθηση, πως αδικεί λίγο την εξαιρετική δουλειά, που κάνει στα ντραμς ο Dominic Hardy, ενώ αντιθέτως, το μπάσο του Tommy Wigman, ακούγεται καθαρά και με τον μεστό ήχο του, συμβάλει τα μέγιστα στην θερμή ατμόσφαιρα του τελικού ηχητικού αποτελέσματος.

Τα εξόχως heavy riffs, που γεννούν οι χαμηλά κουρδισμένες κιθάρες του Harry Clapham, χτίζουν πελώριους ηχητικούς τοίχους, ενώ πλαισιώνονται υπέροχα από τις παχύρρευστες μελωδίες της κιθάρας του Bryce Sutherland, ο οποίος ξεχωρίζει για τα εκπληκτικά φωνητικά του, τα οποία σε στιγμές, θυμίζουν έντονα, την άκρως εκφραστική φωνή του αποθανών, Layne Staley.

Οι συνθέσεις της μπάντας μπορεί να μην περιέχουν κάτι το ρηξικέλευθο, αλλά οφείλω να ομολογήσω, πως τα fuzz rock ηχοχρώματα, που διακρίνονται στα αργόσυρτα riffs της, κολακεύουν τα υφέρποντα sludge ψήγματα, που ακούγονται στον stoner ήχο των Buried Sleeper, το doom μοτίβο των οποίων, απογειώνεται απ' τα grudge κι ambient στοιχεία.

Εν ολίγοις, το Colosseum, το στιχουργικό περιεχόμενο του οποίου, εύκολα μπορεί κάποιος να το μαντέψει από τον τίτλο, αλλά και το εξώφυλλο του, ενδείκνυται για όσους αρέσκονται σε groovy ηχοτοπία αργού ρυθμού, ενώ ο επιτυχής συνδυασμός των έντονων Yob και Alice In Chains επιρροών, ανεβάζει ψηλά τον πήχη των προσδοκιών για τους Buried Sleeper.

Bandcamp / Facebook / Twitter

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Greenleaf - Nest Of Vipers


Οι προερχόμενοι από την Σουηδία, Greenleaf, οι οποίοι δημιουργήθηκαν στα τέλη του 1999, αποτελούν τον ορισμό του heavy rock εκ Σκανδιναβίας, καθώς αποτελούνται από μουσικούς, που συμμετέχουν σε σημαντικές μπάντες του χώρου, όπως οι Dozer, Truckfighters, κ.α., ενώ guest εμφανίσεις σε δίσκους τους, έχουν γίνει από μουσικούς, που έχουν θητεύσει μεταξύ άλλων σε μπάντες όπως οι Spiritual Beggars, Demon Cleaner, Lowrider.

Ο κορμός της μπάντας εν έτη 2012 αποτελείται από τους Tommi Holappa σε κιθάρα, Bengt Bäcke σε μπάσο, Oskar Cedermalm σε φωνητικά, Johan Rockner σε κιθάρα και Olle Mårthans στα ντραμς, ενώ στον πολύ καλό τέταρτο full length δίσκο της, Nest Of Vipers, που κυκλοφορεί μέσω της Small Stone Recordings, συμμετέχουν οι Fredrik Nordin και Peder Bergstrand στα φωνητικά και ο φημισμένος Per Wiberg στο Organ.

Τα εννέα κομμάτια συνολικής διάρκειας 43 λεπτών, που περιέχει το εκρηκτικό Nest Of Vipers, αναδεικνύονται με τον καλύτερο τρόπο από την εξαιρετική παραγωγή, στην οποία αναμίχθηκαν εκτός από τον τραγουδιστή της μπάντας, Oskar Cedermalm, οι Karl Daniel Lidén (ηχογραφήσεις, μίξη) και Magnus Lindberg (mastering), ενώ τις λεπτομέρειες για το περιπετειώδες artwork του δίσκου, επιμελήθηκαν οι Gem, Daniel Sjödin και Johan Rockner.

Η ροή του δίσκου είναι εξαιρετική, καθώς τα κομμάτια του, τα οποία ξεχειλίζουν ενέργεια, συμπληρώνουν εξαιρετικά το ένα το άλλο, ενώ οι αλλαγές των προσώπων στην σύνθεση της μπάντας, δεν έχει επηρεάσει καθόλου την συνοχή της, μιας και όλοι όσοι συμμετέχουν στο εν λόγω άκουσμα, εκτός του ότι αποδίδουν εξαιρετικά, έχουν συνυπάρξει σε διάφορα μουσικά projects κατά το παρελθόν, εξού και το απίστευτο δέσιμο τους.

Οι δυο κιθάρες δεν σταματούν ούτε στιγμή να σκαρώνουν ιδιαιτέρως groovy, αλλά και πνιγμένα στο fuzz, άκρως πιασάρικα riffs, ενώ το μπάσο τις συνοδεύει, όπως ακριβώς και τα ντραμς με τον πλέον μεστό τρόπο. Τα φωνητικά ξεχειλίζουν από πάθος ακόμη και στις πιο μελωδικές στιγμές τους, ενώ το όργανο αποτελεί το κερασάκι σε αυτήν την γευστικότατη ηχητική τούρτα, που απογειώνεται από τα δυναμικά κι ευωδιάζοντα σπιρτάδα ντραμς.

Οι εμπνευσμένες και με μαεστρία εκτελεσμένες συνθέσεις των Greenleaf τοποθετούνται στο σύγχρονο stoner rock, αν και οι ρίζες τους βρίσκονται στο 70's rock, το οποίο αποτελεί την κύρια επιρροή τους, καθώς τα ψυχεδελικά prog ψήγματα, που καθιστούν σαγηνευτικό το Nest Of Vipers, έχουν αποδοθεί με έναν ιδιαιτέρως κολακευτικό για αυτά, μοντέρνο τρόπο, ενώ άξια ειδικής μνείας είναι η σχεδόν τέλεια ενορχήστρωση του άλμπουμ.

Εν κατακλείδι, έχω την εντύπωση, πως οι Greenleaf, που έχουν σωστά -κατά τη γνώμη μου- χαρακτηριστεί ως supergroup, εδραιώνονται ως κανονική και πολλά υποσχόμενη μπάντα με το διασκεδαστικό και άκρως ενδιαφέρον Nest Of Vipers, το οποίο αποτινάζει από πάνω τους το αρνητικό hype, που συνήθως διακρίνει τα μουσικά side-projects. Με άλλα λόγια, η τιμιότητα και η ειλικρίνεια, που αποπνέει τούτη η δουλειά, είναι αδιαμφισβήτητες.

Nest Of Vipers: MySpace
Small Stone: Official Webiste

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Ancestors - In Dreams And Time


Επιστροφή στην δισκογραφία για τους δημιουργημένους στο Los Angeles, το 2006, Ancestors, καθώς εδώ κι ένα μήνα περίπου, κυκλοφορεί μέσω της Tee Pee Records η πέμπτη συνολικά και τρίτη full length δουλειά τους, υπό τον τίτλο: In Dreams And Time. Ο εν λόγω δίσκος, που έχει διάρκεια 66 λεπτών, αποτελείται από 6 κομμάτια, ενώ όπως ακριβώς και οι προκάτοχοι του, παρουσιάζει μεγάλη εξέλιξη ή/και πρόοδο στον ήχο της μπάντας, μιας και βρίθει νεωτερισμών.

Τα progressive στοιχεία έχουν αυξηθεί κατά πολύ, ενώ ενισχυμένη εμφανίζεται η post rock αύρα, που πλαισιώνει υπέροχα το heavy υπόβαθρο της μπάντας, το stoner μοτίβο του οποίου, αποτελείται από ψήγματα doom, αλλά και sludge ηχοχρώματα, ενώ τα εντυπωσιακά space rock ηχοτοπία, αναδεικνύονται από την σαγηνευτική retro ατμόσφαιρα, των βαπτισμένων στα παραισθησιογόνα νερά του εκλεκτού ψυχεδελικού prog αλλοτινών μουσικών εποχών, συνθέσεων.

Οι μελωδίες των hammond, organ, πιάνο και moog, συντροφεύουν τις κιθάρες, που άλλοτε ξερνούν τερατώδη riffs κι άλλοτε μας μεθούν με τα διαστημικά τους solos, ενώ η δυναμική των ντραμς, συνδυάζεται άψογα τόσο με το πανταχού παρόν μπάσο, όσο και με τις διαγαλαξιακές μελωδίες των πλήκτρων, οι οποίες συμπληρώνουν εξαίσια το εκπληκτικό τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, που απογειώνεται απ' την αρμονική συνύπαρξη γυναικείων κι ανδρικών φωνητικών.

Οι πολλές επιρροές στον ήχο της μπάντας, που ακροβατούν ανάμεσα σε διάφορες περιόδους και διάφορες μουσικές σκηνές του rock και metal χώρου, καθώς η αισθητική των Pink Floyd και των King Crimson είναι πασιφανής, ενώ έντονες, αν και όχι κυρίαρχες, είναι οι αναφορές σε μπάντες όπως οι Neurosis και Crippled Black Phoenix, δεν έχουν αλλοιώσει την ανάγλυφη ηχητική ταυτότητα των Ancestors, οι οποίοι για ακόμη μια φορά κατάφεραν να τις τιθασεύσουν.

Έχω την αίσθηση, πως το επιβλητικό In Dreams And Time, είναι η καλύτερη ως τώρα δουλειά των Ancestors, καθώς θαρρώ, πως η μπάντα πετυχαίνει την τέλεια αναλογία προοδευτικότητας, όγκου και βάρους στις μελωδίες της, ενώ είναι άξια συγχαρητηρίων, για την αψεγάδιαστη παραγωγή του δίσκου, η οποία επιτρέπει στις εμπνευσμένες συνθέσεις του, να σαγηνεύσουν με όπλο την περιπετειώδη υπόσταση τους, ακόμη και τον πλέον δύσκολο ακροατή. Καθηλωτικό.

Tee Pee Records: Official Website

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Trippy Wicked & The Cosmic Children Of The Knight - Going Home


Από την Αγγλία προέρχονται οι δημιουργημένοι το 2006 Trippy Wicked & The Cosmic Children Of The Knight, οι οποίοι απαρτίζονται από τους Christopher West στα ντραμς, Pete Holland σε κιθάρες και φωνητικά και Dicky King σε μπάσο. Πρόσφατα, τούτη η ταλαντούχα μπάντα, η οποία ανήκει στον diy χώρο, κυκλοφόρησε μέσω της δικής της εταιρείας, Superhot Records, την δεύτερη επίσημη full length δουλειά της, Going Home.

Ο εν λόγω δίσκος αποτελείται από 9 κομμάτια συνολικής διάρκειας 42 λεπτών, τα οποία αναδεικνύονται με τον καλύτερο τρόπο από την μεστή παραγωγή του Tony Reed, που έκανε εκπληκτική δουλειά τόσο στη μίξη του άλμπουμ, όσο και στο mastering, ενώ άξιο μνείας είναι και το όμορφο artwork, που πλαισιώνει υπέροχα το ηχητικό περιεχόμενο του δίσκου, το οποίο αποτελείται από διάφορα κι εξίσου ενδιαφέροντα ηχοτοπία της heavy σκηνής.

Η απόδοση της μπάντας ξεχειλίζει ενέργεια, ενώ το δέσιμο της είναι εξαιρετικό. Ο Dicky, ο οποίος προσχώρησε στη μπάντα το Φθινόπωρο του 2008, συνοδεύει με το groovy και σε αρκετές στιγμές πνιγμένο στην παραμόρφωση μπάσο του, με εκπληκτικό τρόπο το σπιρτόζικο παίξιμο του Chris στα ντραμς, αν κι έχω την εντύπωση, πως την παράσταση κλέβει η τρομπέτα, που κάνει αισθητή την δυναμική της εμφάνιση σε κάποια απ' τα κομμάτια του δίσκου.

Ο Pete, ο οποίος ίσως σας είναι γνωστός από την συμμετοχή του στους πρωτοεμφανιζόμενους Stubb, μοιάζει και είναι εμφανώς βελτιωμένος στον τομέα των φωνητικών, καθώς η φωνή του ακούγεται πιο καθαρά από ποτέ, ενώ δεν λείπει η θεατρικότητα από την παθιασμένη ερμηνεία του. Τέλος, η δουλειά του τόσο στις ακουστικές, όσο και στις ηλεκτρικές κιθάρες, είναι φοβερή, καθώς οι ιδιαιτέρως trippy μουσικές του ιδέες σου καρφώνονται στο μυαλό.

Οι Trippy Wicked & The Cosmic Children Of The Knight ορίζουν τον ήχο τους ως: Goddam heavy experimental sleaze rock και δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να διαφωνήσω με αυτήν την χιουμοριστική τους προσέγγιση, καθώς το doom μοτίβο της μουσικής τους διανθίζεται υπέροχα απ' τις φέρουσες vintage αύρα stoner μελωδίες τους, οι οποίες απογειώνονται απ' την blues ατμόσφαιρα, αλλά και από τα folk στοιχεία και desert ψήγματα, που τις διακρίνουν.

Οι μεθυστικά heavy συνθέσεις του Going Home δεν προσφέρουν κάτι ρηξικέλευθο στην αγαπημένη μας μουσική, αλλά τουλάχιστον, διατηρούν ανάγλυφη την ηχητική ταυτότητα τούτης της Βρετανικής μπάντας, καθώς μας προσφέρουν μπόλικες στιγμές τίμιου heavy rock, ενώ το γεγονός, πως ετούτο το πολύ καλό άκουσμα προσφέρεται προς download δια οποιουδήποτε αντιτίμου εσείς επιθυμείτε, το καθιστά ακόμη πιο ελκυστικό. Άρα, επενδύστε άφοβα.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Black Moth - The Killing Jar


Οι Βρετανοί Black Moth, που έχουν την βάση τους στην πόλη Leeds, γεννήθηκαν το 2010 από τις στάχτες των The Bacchae, μιας μπάντας με 60's garage ηχητικούς προσανατολισμούς και απαρτίζονται από την Harriet Bevan στα φωνητικά και τους Jim Swainston σε κιθάρα, Dave Vachon σε μπάσο και Dom McCready στα ντραμς, ενώ η μουσική τους περιέχει έντονα sludge, punk, heavy rock και southern στοιχεία, αν και δεν λείπουν από αυτή, κάποιες ελάχιστες grunge αναφορές, ενώ τις έχουσες garage ψήγματα stoner ρίζες τους, πλαισιώνει μια 60's αισθητική.

Πρόσφατα, τούτη η εξαιρετικά ελπιδοφόρα μπάντα, κυκλοφόρησε μέσω της New Heavy Sounds την παρθενική full length της, υπό τον τίτλο: The Killing Jar. Ο εν λόγω δίσκος, που περιέχει 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 38 λεπτών, συνοδεύεται από ένα αψεγάδιαστο κι απαράμιλλης ομορφιάς artwork, ενώ διακρίνεται για την πολύ καλή παραγωγή του, που αναδεικνύει με τον πλέον σωστό τρόπο τις εκρηκτικές του συνθέσεις, καθώς ο Jim Sclavunos, γνωστός από τη συμμετοχή του σε μπάντες όπως οι Bad Seed, Grinderman και The Cramps, ηγήθηκε με απόλυτη επιτυχία των σχετικών διαδικασιών, που έλαβαν χώρα στα 2Fly Studios του Sheffield.

Η απόδοση και το δέσιμο της μπάντας, της οποίας το πάθος περισσεύει, βρίσκονται σε άκρως υψηλά επίπεδα, ενώ η ενέργεια ξεχειλίζει από την δυναμική μουσική της, που σε στιγμές ευωδιάζει πυρίτιδα. Η φωνή της Harriet άλλοτε σε ξεσηκώνει κι άλλοτε σε βυθίζει σε μια μεθυστική noir δίνη, ενώ τα πελώρια riffs του Jim παρασύρουν τα πάντα στο διάβα τους, καθώς η ογκώδης υπόσταση τους είναι υπέρ του δέοντος ορμητική. Το μπάσο του Dave προσδίδει υπερβολικές ποσότητες groove στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, ενώ πλαισιώνει εξαίσια τόσο τις doomy κιθάρες, όσο και τα καταιγιστικά ντραμς του Dom, ο οποίος τα χτυπά μανιασμένα.

Το όργανο, που ακούγεται σε κάποια από τα κομμάτια του εκπληκτικού The Killing Jar, προσδίδει μια σαγηνευτική vintage αύρα σε αυτά, ενώ η retro αισθητική ενισχύεται τόσο από την occult θεματολογία της πλειονότητας των στίχων, όσο κι από την έξυπνη χρήση της θηλυκότητας στα φωνητικά, τα οποία βρίθουν θεατρικότητας. Τα κοφτερά riffs της κιθάρας εναρμονίζονται με μαεστρία στις αλλαγές του tempo, που επιτυχημένα επιχειρεί το rythm section στα τελευταία κομμάτια του δίσκου κυρίως, ενώ οι έντονες επιρροές της μπάντας, που κάθε άλλο παρά λίγες είναι, δεν ορίζουν τον ήχο της, καθώς οι Black Moth, μοιάζουν να τις έχουν αφομοιώσει πλήρως.

Μετά από πολλαπλές ακροάσεις του αψεγάδιαστου The Killing Jar, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα, πως οι ραγδαίως ανερχόμενοι Black Moth, οι οποίοι αν δεν το έχετε καταλάβει, πραγματοποιούν τσαμπουκαλεμένο μπάσιμο στα heavy μουσικά δρώμενα, πρόκειται να μας απασχολήσουν έντονα τα ερχόμενα χρόνια, καθώς αν το επόμενο full length τους, αγγίξει έστω και το 50% από το εντυπωσιακό ντεμπούτο τους, τότε θα έχει επιτύχει να καθιερώσει τούτη την ταλαντούχα μπάντα ως μια από τις καλύτερες της γενιάς της κι ίσως όχι μόνο. Υπερβολές; Μπα.

New Heavy Sounds: Official Website

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Black Bombaim - Titans


Οι δημιουργημένοι πριν από περίπου 6 χρόνια, Black Bombaim, που απαρτίζονται από τους ταλαντούχους Ricardo Miranda σε κιθάρα, Tojo Rodrigues σε μπάσο και Paulo Goncalves στα ντραμς, προέρχονται από την πόλη Barcelo της Πορτογαλίας, ενώ οι γραμμές, που τώρα διαβάζετε, γράφονται με αφορμή την κυκλοφορία της τέταρτης συνολικά και δεύτερης full length δουλειάς τους, που κυκλοφορεί από τη πορτογαλική Lovers & Lollypops, υπό τον τίτλο Titans.

Ο περί ου ο λόγος δίσκος, ηχογραφήθηκε στα Meifumado Studios από τον Ze Nando Pimenta, που έκανε εκπληκτική δουλειά στον τομέα της παραγωγής, καθώς προσέδωσε στον ήχο της μπάντας, ένα άκρως κολακευτικό γι' αυτόν, live feeling, ενώ πολύ καλή είναι και η δουλειά του John Golden στο mastering. Τις λεπτομέρειες του artwork, επιμελήθηκε ο Sergio Couto, ενώ οι Andre Cepeda και Sara Coelho αξίζουν ειδικής μνείας για τις εντυπωσιακές τους φωτογραφίες.

Το εξαιρετικό Titans, οφείλει τον τίτλο του στο concept, που το διακατέχει, καθώς τα 4 κομμάτια συνολικής διάρκειας 65 λεπτών, που αποτελούν το περιεχόμενο του, έχουν βαπτιστεί από τους guest μουσικούς, που συμμετέχουν σε αυτά, οι περισσότεροι εκ των οποίων, προέρχονται από την τοπική σκηνή της Πορτογαλίας, αν και θαρρώ, πως την παράσταση κλέβουν οι Isaiah Mitchell (Earthless), Noel V. Harmonson (Comets On Fire) και Steve Mackay (The Stooges).

Ο εν λόγω δίσκος, περιέχει όλα εκείνα τα συστατικά, στα οποία οι Black Bombaim μας έχουν συνηθίσει, καθώς στο ψυχεδελικό τζαμάρισμα της μπάντας συμπλέκονται σε μια αέναη ηχητική μάχη τα έντονα stoner ηχοχρώματα με τις doom πινελιές, αλλά και τα bluesy στοιχεία με τα sludge ψήγματα, τα οποία συνοδεύουν υπέροχα την παρθενική εμφάνιση των φωνητικών σε δουλειά των Black Bombaim, μιας κι ως τώρα η υποφαινόμενη μπάντα ήταν 100% instrumental.

Τα μεγαλειώδη riffs του Ricardo συναγωνίζονται σε γοητεία τα μαγευτικά solos του, ενώ οι ογκώδεις μπασογραμμές του Tojo πλαισιώνουν με τον καλύτερο τρόπο τόσο τις heavy κιθάρες, όσο και τα σε στιγμές jazz τεχνοτροπίας κι αρκούντως δυναμικά ντραμς του Paulo. Το δέσιμο της μπάντας είναι εξαιρετικό, ενώ όλοι ανεξαιρέτως οι guest μουσικοί, δικαιώνουν στο απόλυτο με την απαράμιλλη απόδοση τους την μπάντα, που επέλεξε τον τίτλο Titans για να τους τιμήσει.

Το να εκθειάσω τις μεθυστικές νότες του σαξόφωνου ή τις space rock μελωδίες των πλήκτρων, που πλαισιώνουν τις εξόχως heavy περιπετειώδεις συνθέσεις του επιβλητικού Titans, θαρρώ, πως δεν θα είναι σωστό, μιας και νομίζω, πως ότι και να γράψω σχετικά, δεν θα καταφέρω να μην αδικήσω την τρομερής ομορφιάς νέα full length δουλειά των Black Bombaim, καθώς το πλούσιο ελληνικό λεξιλόγιο δεν μοιάζει αρκετά γεμάτο για να την περιγράψει όπως της αρμόζει.

Γι' αυτό λοιπόν, σας προτρέπω να διαθέσετε τόσο τον απαραίτητο χρόνο, όσο και την δέουσα προσοχή, που χρειάζεται αυτός ο πραγματικά υπέροχος δίσκος, καθώς είμαι απολύτως σίγουρος, πως θα σας ανταμείψει και με το παραπάνω, μιας και η μεγάλη του διάρκεια, όχι μόνο δεν κουράζει, αλλά αντιθέτως, λειτουργεί ευεργετικά για την ομαλή ροή του τελικού ηχητικού αποτελέσματος, καθιστώντας έτσι, αυτό το ήδη συναρπαστικό άκουσμα, ακαταμάχητο.

Black Bombaim: Bandcamp / Facebook
Lovers & Lollypops: Official Website

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Hypomanie - Calm Down, You Weren't Set On Fire


Το one man project, που ακούει στο όνομα Hypomanie, γεννήθηκε στο Arnhem της Ολλανδίας το έτος 2007, όταν ο Selwin Hageraats αποφάσισε να εξερευνήσει τα black ηχοτοπία της σκληρής μουσικής. Όμως, δύο χρόνια αργότερα κι ύστερα από τρεις κυκλοφορίες, ο Selwin άλλαξε ηχητική κατεύθυνση, καθώς διάνθισε τις μαυρισμένες του μελωδίες με μια post-punk αύρα, που είναι απόρροια της αγάπης του για την shoegaze αισθητική, ενώ οι έντονες post rock επιρροές του, μοιραία τον οδήγησαν στην δημιουργία ονειρικών, blackgaze ηχοχρωμάτων.

Η αλλαγή στην ηχητική πορεία της μπάντας έφερε αλλαγές και στο στιχουργικό της περιεχόμενο, το οποίο σταδιακά ελαχιστοποιήθηκε, καθώς τα φωνητικά μειωνόταν με γεωμετρική πρόοδο από δίσκο σε δίσκο. Αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας είναι η εντελώς instrumental προσέγγιση του τρίτου πονήματος του Selwin, που κυκλοφορεί, αλλά και διατίθεται για δωρεάν download, από μια μικρή ρουμάνικη εταιρεία, που ειδικεύεται σε τέτοια ακούσματα, ονόματι: Valse Sinistre Productions, υπό τον τίτλο: Calm Down, You Weren't Set On Fire.

Ο εν λόγω δίσκος, ο οποίος αποτελείται από 6 κομμάτια συνολικής διάρκειας 44 λεπτών, συνοδεύεται από το υπέροχο artwork, που φιλοτέχνησε η Meriel Longmore, ενώ η παραγωγή του είναι αρκετά καθαρή, παρόλο, που διαπερνάται από μια κολακευτική για τις συνθέσεις, που περιέχει, lo-fi ατμόσφαιρα. Η ροή του δίσκου είναι πολύ καλή, ενώ σε αυτό συμβάλει και η έξυπνη χρήση των ελάχιστων samples φωνητικών από το Selwin, ο οποίος αποδεικνύει με την εκπληκτική του απόδοση για ακόμη μια φορά, το πόσο ταλαντούχος μουσικός είναι..

..Καθώς χειρίζεται με απλό, αλλά συνάμα μεστό τρόπο το μπάσο, ενώ η δουλειά του στα πλήκτρα είναι επιεικώς φανταστική, μιας κι ο αιθέριος ήχος τους είναι καταλυτικός για τον κυματισμό του αέρινου ηχητικού πέπλου, που καλύπτει το άλμπουμ. Η παραμόρφωση στις κιθάρες, αλλά και τα δυναμικά του χτυπήματα στα ντραμς, θυμίζουν σε αρκετές στιγμές το black metal παρελθόν του, αν κι αυτό για να είμαι απολύτως ειλικρινής, αφορά κυρίως στην τεχνοτροπία, με την οποία προσεγγίζει τα δύο μουσικά όργανα κι όχι στην δομή των συνθέσεων.

Τα post rock στοιχεία είναι ιδιαιτέρως έντονα στις συνθέσεις του Calm Down, You Weren't Set On Fire, αν και το κυρίαρχο στοιχείο του δίσκου είναι το shoegaze, το οποίο πλαισιώνεται όμορφα από την ψυχεδελική dream pop, που καθιστά το έσχατο χρονικά Hypomanie άλμπουμ, εξαιρετικό, ενώ η φρεσκάδα, που το διαπερνά στην ολότητα του, το απογειώνει. Εν ολίγοις, όσοι αρέσκονται σε μπάντες όπως οι Joy Division, Slowdive, God Is An Astrοnaut, Explosions In The Sky, Cocteau Twins, τότε καλό θα ήταν να αφεθούν άνευ όρων στη μαγεία του εν λόγω δίσκου.


Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Dodaren - Maen


Οι Dodaren, οι οποίοι δημιουργήθηκαν στα τέλη του 2010, προέρχονται από το Gothenburg της Σουηδίας κι αποτελούνται από τους Fredrik Boulund σε κιθάρα, Martin Claesson σε φωνή και κιθάρα, Eric Radegard σε μπάσο και Jon Solheim σε φωνητικά και ντραμς. Πρόσφατα, τούτη η νεότευκτη μπάντα κυκλοφόρησε την δεύτερη συνολικά δουλειά της, αλλά πρώτη full length, η οποία φέρει τον τίτλο Maen και περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 52 λεπτών περίπου.

Το Maen, όπως ακριβώς κι ο προκάτοχος του, το EP, Flyttar In, οφείλει το όμορφο artwork του στον πολυτάλαντο μπασίστα της μπάντας, ενώ η καλή παραγωγή του οφείλεται στην εξαιρετική δουλειά, που έκανε η ίδια την μπάντα σε αυτόν τον τομέα, αν και τη μερίδα του λέοντος σε αυτήν την διαδικασία είχε ο πολυπράγμων ντράμερ της. Τέλος, το mastering του άλμπουμ ανέλαβε ο γνωστός για τη συνεργασία του με μπάντες όπως οι Opeth, El Caco, κ.α. Thomas Eberger.

Ο ήχος της μπάντας έχει τις ρίζες του στο hard rock περασμένων δεκαετιών, αλλά και στο σύγχρονο stoner, ενώ δεν λείπουν τα post rock στοιχεία και τα alternative ψήγματα, που προσδίδουν μια μοντέρνα αισθητική στην vintage αύρα του. Οι τέσσερις ταλαντούχοι μουσικοί, που απαρτίζουν τούτη την άκρως ελπιδοφόρα μπάντα, έχουν κάνει εκπληκτική δουλειά στο πάντρεμα των ποικίλων επιρροών τους, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άκουσμα.

Τα δυναμικά, αλλά κι άκρως πιασάρικα riffs της κιθάρας πλαισιώνονται υπέροχα από τα περιπετειώδη leads της, αλλά και τα νοσταλγικά της solos, ενώ μπάσο και ντραμς γεμίζουν με απόλυτη επιτυχία τον ήχο των Dodaren, οι οποίοι εκτός όλως των άλλων ξεχωρίζουν και για την χρήση της μητρικής τους γλώσσας στους στίχους, που προσδίδει γερές τζούρες αυθεντικότητας στο ταξιδιάρικο Maen, το οποίο ήδη διαθέτει την δική του μοναδική ηχητική ταυτότητα.

Εν κατακλείδι, νομίζω, πως το αψεγάδιαστο Maen, το οποίο μπορείτε να αποκτήσετε έναντι οποιουδήποτε αντιτίμου εσείς επιθυμείτε κάνοντας ένα κλικ εδώ, ακούγεται καλύτερα σε μεγάλη ένταση, μιας και οι γεμάτες ενέργεια συνθέσεις του είναι φτιαγμένες για να ακουστούν δυνατά, ενώ απογειώνονται από το live feeling, που τις διαπερνά. Εν ολίγοις, θαρρώ, πως οι ανερχόμενοι Dodaren, έθεσαν τον πήχη των προσδοκιών πολύ ψηλά με το εξαιρετικό ντεμπούτο τους.

Official Website / Bandcamp / Facebook

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Arc Of Ascent - The Higher Key


Ο πολυπράγμων Craig Williamson, που ίσως σας είναι γνωστός από την θητεία του ως μπασίστας και τραγουδιστής σε μπάντες όπως οι Lamp Of The Universe και Datura, έπλασε το 2008 τους Arc Of Ascent, το line-up των οποίων, συμπληρώνουν ο ικανότατος John Strange στα ντραμς κι ο ταλαντούχος Sandy Schaare, που αντικατέστησε τον Matt Cole-Baker στην κιθάρα.

Το εκπληκτικό ντεμπούτο full length της μπάντας, Circle Of The Sun, που κυκλοφόρησε το 2010 μέσω της Astral Projection, που ανήκει στον δημιουργό της, άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις, αλλά και πάρα πολλές υποσχέσεις για το μέλλον της, ενώ οι προσδοκίες, που δημιούργησε, ήταν υψηλότατες, μιας κι επρόκειτο για έναν δίσκο γεμάτο ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες ηχητικές ιδέες.

Ο δεύτερος full length δίσκος της μπάντας, που κυκλοφορεί τούτες τις μέρες υπό τον τίτλο The Higher Key, περιέχει έξι κομμάτια συνολικής διάρκειας 43 λεπτών, ενώ συνοδεύεται από το πολύ καλό artwork, που φιλοτέχνησε ο Greg Hodgson. Την πολύ καλή παραγωγή του, που αν και διαυγής, έχει μια lo-fi αισθητική, επιμελήθηκαν οι Kenny MacDonald και Dan Howard.

Ο εν λόγω εξαιρετικός δίσκος, όχι μόνο ανταποκρίθηκε στις αυξημένες προσδοκίες, που ο προκάτοχος του δημιούργησε, αλλά οφείλω να ομολογήσω, πως τις ξεπέρασε και μάλιστα, με χαρακτηριστική άνεση, καθώς το πάντρεμα heavy rock με ψυχεδελικούς metal ήχους σε doom μοτίβο, αλλά κι ο συνδυασμός stoner με space rock, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα.

Οι κιθάρες με τα πελώρια ηχητικά riffs τους πλημμυρίζουν το άλμπουμ, ενώ τα σαγηνευτικά solos τους εντείνουν την desert αύρα του. Το μπάσο προσδίδει όγκο και groove στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, ενώ τα σε στιγμές μαινόμενα ντραμς συμπληρώνουν εξαίσια τα γοητευτικά effects των πλήκτρων, αλλά και τα έγχορδα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το σιτάρ.

Η απόδοση της μπάντας είναι εξαιρετική κι άκρως δυναμική, ενώ φαίνεται, πως η αλλαγή στην κιθάρα δεν επηρέασε αρνητικά την χημεία της. Ο Craig δίνει τον καλύτερο εαυτό του τόσο στο μπάσο, όσο και στο σιτάρ και τα πλήκτρα, αν και θαρρώ, πως την παράσταση κλέβει η παθιασμένη ερμηνεία του, καθώς η μεστή χροιά των φωνητικών του, ξεχειλίζει από συναίσθημα.

Ο John χειρίζεται με απαράμιλλη μαεστρία τα τύμπανα του, καθώς είτε συνοδεύει τα πελώρια riffs των εγχόρδων, είτε ορίζει το τέμπο και τις αλλαγές αυτού, το κάνει πάντα με χαρακτηριστική άνεση, ενώ ο Sandy αποδεικνύει απ' το πρώτο κιόλας λεπτό, πως έδεσε υπέροχα με τη μπάντα, καθώς η κιθαριστική του προσέγγιση, θαρρώ, πως είναι η ιδεατή για τον ήχο των Arc Of Ascent.

Το εκπληκτικό The Higher Key, θαρρώ, πως θα καθιερώσει τους ανερχόμενους Arc Of Ascent ως μια από τις πλέον ελπιδοφόρες μπάντες του heavy χώρου, μιας και η προερχόμενη από τη Νέα Ζηλανδία μπάντα, μοιάζει να είναι έτοιμη, αλλά και ικανή για πολύ μεγάλα πράγματα, καθώς τα μέλη της, εκμεταλεύονται στο έπακρο τις τεράστιες μουσικές δυνατότητες τους.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Horse Latitudes - Awakening


Από το Ελσίνκι της Φινλανδίας προέρχονται οι δημιουργημένοι το 2009 Horse Latitudes, που ξεχωρίζουν για την όχι και τόσο συνηθισμένη σύνθεση τους, μιας και κανείς από τους τρεις και πραγματικά ταλαντούχους μουσικούς, που τους απαρτίζουν, δεν παίζει κιθάρα, καθώς οι Heidi και Vellu, χειρίζονται αμφότεροι το μπάσο, αλλά και τα διάφορα ηχητικά effects, που εντέχνως στολίζουν την μουσική τους, ενώ ο Harri, εκτός από τα ντραμς, έχει αναλάβει και τα φωνητικά. Η απουσία της κιθάρας από τον ήχο της μπάντας, ίσως αρχικά τρομάξει κάποιους, αν και οφείλω να ομολογήσω, πως το διπλό μπάσο, την υπερκαλύπτει και με το παραπάνω, καθώς τα δυναμικά riffs, που αυτά δημιουργούν, βρίθουν όγκου, ενώ δεν στερούνται groove.

Τον περασμένο Φλεβάρη, τούτη η εξαιρετικά ελπιδοφόρα μπάντα, κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο Awakening, τη δεύτερη full length και τέταρτη συνολικά δουλειά της. Ο εν λόγω δίσκος, που βγήκε μέσω της Doomentia Records, αποτελείται από 6 τραγούδια συνολικής διάρκειας 47 περίπου λεπτών, ενώ συνοδεύεται από ένα λιτό, μα απολύτως ταιριαστό στο μουσικό της περιεχόμενο artwork, που φιλοτέχνησαν τα ίδια τα μέλη της μπάντας. Η σχεδόν αψεγάδιαστη παραγωγή του δίσκου, που του προσδίδει ένα ωμό feeling, αλλά και μια ιδιαιτέρως κολακευτική για τις θλιμμένες μελωδίες του, αρχέγονη αισθητική, οφείλεται στην πολύ καλή δουλειά, που έκαναν οι Kalle Nurmi και Mell Dettmer, στην μίξη και στο mastering, αντίστοιχα.

Η πρωτόγονη αύρα, που διαπερνά τις συνθέσεις του Awakening, αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τα πολύπλοκα μουσικά θέματα της μπάντας, η εξαιρετική απόδοση της οποίας, μάλλον οφείλεται στο φανταστικό δέσιμο των μελών της. Ο Harri, χειρίζεται με μαεστρία τα ντραμς, καθώς τα χτυπήματα του, οριοθετούν το -ως επί το πλείστον- αργό τέμπο του άλμπουμ, ενώ τα γεμίσματα, που επιχειρεί, πλαισιώνουν με υπέροχο τρόπο τις συνθέσεις του δίσκου. Η δουλειά του στα φωνητικά είναι εμφανώς βελτιωμένη σε σχέση με το πολύ καλό, προ διετίας ντεμπούτο της μπάντας, καθώς η φωνή του μοιάζει πιο ώριμη από ποτέ, ενώ η έξυπνη εναλλαγή καθαρών και brutal γραμμών, προσδίδει θεατρικότητα στην επική, σε στιγμές, ερμηνεία του.

Οι Heidi και Vellu δεν αφήνουν κανένα απολύτως περιθώριο αμφιβολίας του ταλέντου ή/και της ικανότητας τους στο χειρισμό του μπάσου, μιας και με το εν λόγω έγχορδο, καταφέρνουν να δημιουργήσουν τερατώδη riffs, τα οποία μοιάζουν να είναι εντελώς ανεπηρέαστα από την έλλειψη κιθάρας, καθώς οι χαμηλότατες συχνότητες των δύο μπάσων χτίζουν έναν τεραστίων διαστάσεων ηχητικό τοίχο, η θέα του οποίου ή σωστότερα, η ακρόαση του, σου προκαλεί δέος. Το παραδοσιακό doom των Horse Latitudes διανθίζεται επιτυχώς με sludge ψήγματα, ενώ ο έντονος experimental χαρακτήρας της μπάντας, απογειώνει τις αλλόκοτες και σκοτεινές συνθέσεις της, καθιστώντας έτσι, ιδιαιτέρως ενδιαφέρον το εξαιρετικό Awakening.



Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

High On Fire - De Vermis Mysteriis


Οι High On Fire, νομίζω, πως δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, μιας και η πορεία τους στα heavy μονοπάτια του σκληρού ήχου είναι το λιγότερο αξιοθαύμαστη, ενώ οι τρεις μουσικοί, που τους απαρτίζουν, έχουν γράψει τη δική τους ιστορία στο χώρο με ανεξίτηλα γράμματα. Όμως, μια σύντομη ματιά στο παρελθόν τους, νομίζω, πως δεν θα βλάψει κανέναν μας. Ήταν το καλοκαίρι του έτους 1998 όταν ο φημισμένος κιθαρίστας Matt Pike συνεταιρίστηκε με τον ικανότατο ντράμερ Des Kensel, με τον οποίο δημιούργησαν την εν λόγω μπάντα, στο line up της οποίας, προσχώρησε λίγα χρόνια αργότερα, ο ταλαντούχος μπασίστας, Jeff Matz.

Τούτη η ισοπεδωτική μουσική τριάδα από το Oakland κυκλοφόρησε πριν από ένα μήνα περίπου τον έκτο full length δίσκο της, υπό τον τίτλο: De Vermis Mysteriis. Το εν λόγω άλμπουμ, που βγήκε μέσω της eOne Music, περιέχει δέκα κομμάτια, πραγματικούς δυναμίτες, συνολικής διάρκειας περίπου 52 λεπτών. Το artwork του άλμπουμ έχει επιμεληθεί ο φίλος της μπάντας, Tim Lehi, ενώ η πολύ καλή παραγωγή του, η οποία ίσως είναι η καλύτερη, που είχε ως τώρα η μπάντα, καθώς προσφέρει διαύγεια στον εξαιρετικά ογκώδη ήχο της, δίχως όμως να αφαιρεί από την ορμητική δυναμική του, οφείλεται στον ιδιαιτέρως δραστήριο εσχάτως, Kurt Ballou.

Ο ήχος των ντραμς κυριαρχεί σε τούτο τον δίσκο, αν κι αυτό δεν νομίζω, πως ενοχλεί, κάθε άλλο, ενώ σιγοντάρεται με τον καλύτερο τρόπο από την χαμηλή ένταση του ογκώδους μπάσου. Οι κιθάρες, στις οποίες συμμετέχει κι ο προαναφερθείς παραγωγός του δίσκου, ακούγονται ιδιαιτέρως groovy, ενώ τα φωνητικά, στα οποία συμμετέχει και η Ashley Redshaw, θαρρώ, πως ακούγονται όσο κι όπως πρέπει. Τα θηριώδη riffs της κιθάρας βρίθουν ενέργειας, ενώ τα ψυχεδελικά της solos, είναι άκρως πωρωτικά. Το μπάσο συντροφεύει με απόλυτη επιτυχία τα μανιασμένα ντραμς, τα οποία συναγωνίζονται σε αγριάδα τα ζοχαδιασμένα φωνητικά.

Οι νέες συνθέσεις των High On Fire περιέχουν κάποια από τα πιο πολύπλοκα ηχητικά μέρη, που έγραψε ποτέ η μπάντα, ενώ αυτό φαίνεται, πως δεν την εμπόδισε από το να ακουστεί πιο οργισμένη από ποτέ, καθώς οι κιθάρες του Pike, σκαρώνουν heavy riffs με ρυθμούς πολυβόλου, αλλά και ταχύτητα αστραπής, φέρνοντας με αυτόν τον τρόπο κατά νου κάποια από τα μεγαθήρια του thrash ήχου, ενώ οι θυμωμένοι βρυχηθμοί του, αποδίδουν πειστικά τους ξεχειλίζοντες φαντασία στίχους του δίσκου, η θεματολογία των οποίων, είναι εμπνευσμένη από έργα του H.P. Lovecraft, αλλά κυρίως, απ' το διάσημο Psycho του Robert Albert Bloch

Το μπάσο του Matz, μπορεί να μην βρίσκεται πάντα σε πρώτο πλάνο, αλλά η συνεισφορά του στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα είναι εξαιρετικά σημαντική, μιας και γεμίζει τις συνθέσεις με τις μεστές και κοφτερές, γραμμές του. Ο Kensel ή αλλιώς, το θηρίο, που με περισσή μαεστρία, αλλά κι άφθονη ενέργεια, χειρίζεται τα ντραμς της μπάντας, σφυροκοπά αλύπητα τα τύμπανα του, καθιστώντας έτσι καταιγιστική, την εξόχως παθιασμένη του απόδοση, ενώ οι ελάχιστες στιγμές, κατά τις οποίες ρίχνει τους τόνους και κατ επέκταση το tempo της μπάντας, επιτρέπει στα έγχορδα και δη, στην κιθάρα, να μας ξελογιάσει με τα μεθυσμένα stoner ηχοχρώματα της.

Τα αλήτικα sludge στοιχεία συμπλέκονται με τα δυναμικά stoner ψήγματα σε μια αέναη μάχη, που εκτυλίσσεται σε thrash ταχύτητες, ενώ το doom υπόβαθρο των ξεσηκωτικών High On Fire, σφιχταγκαλιάζει τις έντονες metal πινελιές της μπάντας, οι οποίες αναδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο την ηχητική ορμή της, που αν ισχυριζόμουν, πως συνθλίβει τα πάντα στο διάβα της, ψέματα δεν θα έλεγα, καθώς το βαφτισμένο σε σκυρόδεμα, ηχητικό τριαξονικό, που ακούει στο όνομα De Vermis Mysteriis, αποτελεί έναν από τους καλύτερους δίσκους τούτης της μπάντας, μιας και περιέχει σε υπερθετικό βαθμό, όλα εκείνα τα στοιχεία, που δικαίως την καθιέρωσαν.




Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

SaturninE - SaturninE


SaturninE, είναι το όνομα μιας νεότευκτης και ιδιαιτέρως ελπιδοφόρας μπάντας από την Ιταλία, που πριν λίγο καιρό, κυκλοφόρησε με την diy μέθοδο την πρώτη και ομώνυμη δουλειά της, που έχει τη μορφή demo. Η εν λόγω μπάντα, που μας ταξιδεύει με τις νοσηρές της μελωδίες στα πλέον σκοτεινά από τα heavy ηχοτοπία, έχει την βάση της μοιρασμένη σε τρεις πόλεις της γειτονικής μας χώρας και πιο συγκεκριμένα: στην Modena, στην Bologna και το Viterbo.

Το πρώτο πόνημα των SaturninE, που φήμες το θέλουν να έχει ηχογραφηθεί σε μια σπηλιά λίγο πιο έξω από την Μοντένα, διαρκεί περίπου 32 λεπτά, ενώ περιέχει 7 κομμάτια, ένα εκ των οποίων αποτελεί διασκευή στους Bathory. Την παραγωγή του, που κρατά την σωστή ισορροπία μεταξύ βρωμιάς και διαύγειας, έχει επιμεληθεί ο Adam Van Maledict, ο οποίος προσέδωσε στον ήχο του δίσκου μια blackened κι εξαιρετικά κολακευτική για τις συνθέσεις του, old school αύρα.

Το artwork, που συνοδεύει τούτο το πολύ καλό άκουσμα, πλαισιώνει με ιδανικό τρόπο τόσο το occult, όπως άλλωστε μαρτυρά και το εύγλωττο εξώφυλλο, στιχουργικό του περιεχόμενο, όσο και τις μολυσμένες του μελωδίες, οι οποίες συνδυάζουν άψογα το πικρό doom υπόβαθρο, τούτης της δημιουργημένης το 2011 μπάντας, με τα έντονα sludge στοιχεία της, ενώ η black αισθητική, που τις διαπερνά, καθιστά ακαταμάχητο, το ήδη σαγηνευτικό τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.

Η εν λόγω μπάντα, μπορεί να μην έχει συμπληρώσει ημερολογιακά έναν χρόνο ζωής, εντούτοις, οι πέντε μουσικοί, που την αποτελούν, παρουσιάζονται εξαιρετικά δεμένες μεταξύ τους, καθώς η Giulia (κιθάρα) συνεργάζεται αρμονικά με την Silvia (κιθάρα), ενώ σε υψηλά επίπεδα κινείται και η συνεργασία των Angelica (ντραμς) και Jex (μπάσο), που αποτελούν το στιβαρό rythm section των SaturninE, τα διαβολικά φωνητικά των οποίων, οφείλονται στην Laura.

Η απόδοση και των πέντε είναι πολύ καλή, καθώς οι κιθάρες, οι οποίες δεν στερούνται του fuzz από τον ήχο τους, πλέκουν δυναμικά κι άκρως πιασάρικα riffs, ενώ τα solos τους δεν θα μπορούσαν να είναι πιο εθιστικά. Το μπάσο προσδίδει γενναίες ποσότητες groove στις συνθέσεις του SaturninE, οι οποίες απογειώνονται από τα εκρηκτικά σε στιγμές ντραμς, τα οποία συνοδεύουν με τον καλύτερο τρόπο τα προερχόμενα απ' τα βάθη της αβύσσου, φωνητικά.

Είναι γεγονός, πως οι SaturninE παρουσιάζουν έντονο ηχητικό ενδιαφέρον, καθώς οι βαλτώδεις μελωδίες τους, οι οποίες διακρίνονται για την παγωμένη κι ευωδιάζουσα σαπίλα ατμόσφαιρα τους, καλύπτουν με ένα κατάμαυρο πέπλο τα άκρως γοητευτικά ηχοχρώματα, που με περίσσιο ταλέντο ζωγράφισαν στον αρρωστημένο ηχητικό τους καμβά. Εξού και θαρρώ, πως τούτες οι ταλαντούχες δεσποινίδες, δεν θα αργήσουν να καθιερωθούν στην ακραία heavy σκηνή.