Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

OM - Advaitic Songs


Έχω την εντύπωση, πως οι προερχόμενοι από το Όκλαντ της Καλιφόρνια, OM, δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, αλλά για να μην χαλάσω την παράδοση των κειμένων τούτης της μικρής διαδικτυακής γωνιάς, θαρρώ, πως είναι πρέπον να αναφέρω προς γνώση ή/και υπενθύμιση, κάποια πραγματάκια από το βιογραφικό της μπάντας. Επιγραμματικά λοιπόν, οι OM δημιουργήθηκαν το 2003, όταν οι Al Cisneros και Chris Hakius χώρισαν τους ηχητικούς τους δρόμους με τον Matt Pike, παρέα με τον οποίο αποτελούσαν τους θρυλικούς, Sleep.

Ο τελευταίος ακολούθησε το metal ένστικτο του δημιουργώντας το heavy μεγαθήριο, που ακούει στο όνομα High On Fire, ενώ οι δυο πρώτοι αποφάσισαν να πειραματιστούν ηχητικά, σχηματίζοντας τους OM, ο ήχος των οποίων, ξεχώρισε από την πρώτη τους κιόλας ηχογράφηση, καθώς ο συνδυασμός μπάσου, ντραμς και φωνητικών, δεν ήταν κι ο πιο διαδεδομένος, ενώ η πνευματική του αύρα, έδωσε μια έξτρα ώθηση σε τούτο το μυστηριακό συγκρότημα, το οποίο δικαίως θεωρείται ως ένα από τα πιο ξεχωριστά μουσικά σχήματα της heavy σκηνής.

Στις ηχητικές τελετουργίες των OM συμμετέχει εδώ και λίγο καιρό ο Robert Aiki Aubrey Lowe, ο οποίος από το 2009 κι έπειτα, έχει ενεργό ρόλο στην μουσική της μπάντας, μιας και την βοηθά τόσο στις στούντιο δουλειές της, όσο και στις ζωντανές εμφανίσεις της, ενώ ένα χρόνο νωρίτερα, το 2008, την θέση του αποχωρήσαντα Chris Hakius, κάλυψε ο ντράμερ των psych rockers από το Πόρτλαντ, Grails, ο ταλαντούχος, Emil Amos, ο οποίος προσέδωσε στις πνευματικές συνθέσεις των OM, μια άκρως κολακευτική για αυτές ανατολίτικη αισθητική..

..Η οποία, στο πέμπτο κι έσχατο χρονικά full length πόνημα της μπάντας, που τιτλοφορείται Advaitic Songs, γίνεται εξαιρετικά έντονη, καθώς σε αυτή συμβάλουν εκτός από τα πρωτοεμφανιζόμενα, αν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος, στον ήχο των , γυναικεία φωνητικά, το σαγηνευτικό τσέλο της γνωστής από την συμμετοχή της στους Grayceon και Giant Squid, ταλαντούχας, Jackie Perez Gratz, καθώς επίσης και κάποια sample φωνητικών, που θυμίζουν ιμάμη, τα οποία διανθίζουν τα γαλήνια και σχεδόν εξυψωτικά φωνητικά του Al Cisneros..

..Που ερμηνεύουν με περισσή προσήλωση στο θρησκευτικό τους μοτίβο, στίχους πνευματικής ανύψωσης, τους όποιους δύσκολα μπορεί κανείς να αποκρυπτογραφήσει πλήρως, μιας και κάτι τέτοιο θαρρώ, πως θα είναι εφικτό, μόνο σε περίπτωση, που κάποιος επιχειρήσει και καταφέρει να επιβιώσει έχοντας σώας τας φρένας, της υπερφυσικής τους υπόστασης. Η θεολογική αισθητική του Advaitic Songs όμως, δεν περιορίζεται στο στιχουργικό και ηχητικό του περιεχόμενο, αλλά επεκτείνεται και στο artwork, που το πλαισιώνει, το εξώφυλλο του οποίου..

..Παραμένει πιστό στην οπτική αισθητική της μπάντας, καθώς αποτελείται από μια εικόνα του Ιωάννη του Βαπτιστή. Όσον αφορά την μουσική του δίσκου, οι OM, καταφέρνουν στα πέντε κομμάτια συνολικής διάρκειας 44 λεπτών, που μας προσφέρουν με το Advaitic Songs, να εξελίξουν τον ήχο τους, χωρίς όμως να απολέσουν το μυστηριώδες στοιχείο από τις βαπτισμένες στο Θεϊκό Νέκταρ της Αρμονίας, μελωδίες τους, οι οποίες μας βυθίζουν με την απλή στο άκουσμα, αλλά εξαιρετικά πολύπλοκη δομή τους, σε έναν αέναο ηχητικό διαλογισμό..

.. Από τον οποίο δεν θέλουμε, αλλά ούτε και μπορούμε να ξεφύγουμε, καθώς η καθαρότητα, που προσδίδει η αψεγάδιαστη σε βαθμό τελειότητας παραγωγή, στον ήχο του Advaitic Songs, προσφέρει όγκο και βάθος στις συνθέσεις του, αλλά και περισσή διαύγεια στις νότες από τα μπόλικα μουσικά όργανα, που το στολίζουν με τις μελωδίες τους. Καθόλου παράξενο λοιπόν, το γεγονός, πως το νωχελικό μπάσο του Al Cisneros και τα ταξιδιάρικα ντραμς του Emil Amos, συνοδεύονται εξαίσια, τόσο από το καθηλωτικά μαγευτικό τσέλο της Jackie Perez Gratz..

..Όσο κι από μουσικά όργανα όπως το παραδοσιακό ινδικό tabla drum, τα λίγο-πολύ γνωστά σε όλους μας πιάνο και βιολί, το επίσης ινδικό σαντούρι, αλλά και το φλάουτο. Όλα εκ των οποίων, συμβάλουν τα μέγιστα στην δημιουργία μιας σχεδόν κατανυκτικής ατμόσφαιρας, την οποία ο βιρτουόζος Al Cisneros, η απόδοση του οποίου, είναι για ακόμη μια φορά απαράμιλλη, εντείνει με το υπερβατικό του μπάσο, το οποίο αν και σπανίως στο Advaitic Songs, ντύνεται τον fuzz μανδύα του, εντούτοις, παραμένει πιστό στο γνωστό κι αγαπημένο, groove χαρακτήρα του..

..Τον οποίο συνοδεύει, αλλά και συμπληρώνει με υποδειγματικό τρόπο, ο χαρισματικός Emil Amos, ο οποίος προσφέρει τόσο γενναίες ποσότητες ανατολίτικης αύρας στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, που θαρρείς, πως αν κλείσεις τα μάτια σου για μια στιγμή, όταν τα ανοίξεις ξανά, θα έχεις μεταφερθεί με έναν μαγικό και σχεδόν εξωπραγματικό τρόπο, στα βάθη της Ανατολής, εκεί όπου ο κήπος της Γεσθημανής, πλημμυρίζει με τα έντονα αρώματα του την μουντή ανατολή του ηλίου, πίσω από την οποία αχνοφαίνονται οι κορυφές των μιναρέδων της Ιερουσαλήμ.

Όχι, δεν έχω χρησιμοποιήσει ούτε βαρβιτουρικά, ούτε και κάποια άλλη παραισθησιογόνα ουσία. Απλώς, προσπαθώ να περιγράψω, αυτό για το οποίο όπως όλα δείχνουν, όλες οι λέξεις του αλφαβήτου, δεν φτάνουν για να περιγράψουν. Ποιο είναι αυτό; Μα φυσικά, το απαράμιλλο κάλλος του Advaitic Songs, που κυκλοφορεί εδώ και λίγες μέρες μέσω της Drag City, το οποίο πολλοί θεωρούν ως τον καλύτερο δίσκο των OM, αν και θα μου επιτρέψετε να μην το ασπαστώ αυτό ακόμη, καθώς για κάτι τέτοιο, μόνο ο γερο-χρόνος μπορεί να αποφανθεί με σιγουριά.

Ναι, οι OM κατάφεραν να οριοθετήσουν εκ νέου τα όρια της ποιότητας, τα οποία όπως μάλλον υποψιάζεστε, συνέτριψαν με το επιβλητικό Advaitic Songs, οι heavy μελωδίες του οποίου, επιβεβαιώνουν την σημασία του ονόματος της μπάντας, καθώς η φυσική δόνηση του σύμπαντος, όπως είναι η μια από τις δυο έννοιες της λέξης Om, η άλλη έχει να κάνει με την χρήση της ως mantra στον ινδικό πολιτισμό, μπαίνει σε επί ίσοις όροις σύγκριση με τις δονήσεις, που προκαλεί ο εν λόγω συνθετικά ώριμος, πνευματικής υπόστασης και Θεϊκής ομορφιάς, δίσκος.

Εν ολίγοις, οι εμπνευστές του πνευματικού heavy ήχου, OM, μόλις κυκλοφόρησαν ένα γαλήνιο, μα συνάμα εξόχως heavy άλμπουμ, που θα καταλάβει πολλές κορυφές στις λίστες με τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς, καθώς το Advaitic Songs, συνδυάζει πραγματικά απίστευτα όμορφα την doom αύρα της μπάντας με τα drone ψήγματα της, αλλά το σημαντικότερο, τα διανθίζει με σχεδόν oriental αισθητικής ηχοτοπία, τα οποία σε παρασύρουν σε έναν υπερβατικού χαρακτήρα ηχητικό διαλογισμό, που όμοιο του, είμαι σίγουρος, πως δεν έχεις ξανά βιώσει.

Drag City: Official Website

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Sons Of Otis - Seismic


Οι Καναδοί και δημιουργημένοι πριν από είκοσι περίπου χρόνια, Sons Of Otis, δεν έχουν την φήμη μιας ιδιαίτερα παραγωγικής μπάντας, καθώς από τις εννέα συνολικά ως τώρα δουλειές τους, μόλις οι έξι έχουν την μορφή full length δίσκου, ενώ για να είμαι απολύτως ειλικρινής, αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου, μιας και το ορμώμενο από το Τορόντο του Οντάριο heavy μουσικό τρίο, έχει αποδείξει πολλάκις, πως η ποσότητα, δεν μετρά τόσο, όσο η ποιότητα και για του λόγου το αληθές, δεν έχετε παρά να αφήσετε τις ψυχεδελικές κι εξόχως heavy μελωδίες ολόκληρης της δισκογραφίας τους, να σας μαγέψουν με την συνήθως, μελαγχολικά ισοπεδωτική, αύρα τους.

Στο παρόν κείμενο όμως, θα ασχοληθούμε μονάχα με το έσχατο χρονικά πόνημα τους, το εντυπωσιακά δυναμικό, Seismic, το οποίο κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες μέσω της υπερδραστήριας τα τελευταία χρόνια, αλλά και ραγδαίως ανερχόμενης, Small Stone Recordings. Ο εν λόγω δίσκος, ο οποίος κοσμείται από το πολύ καλό και ταιριαστό με το μουσικό του περιεχόμενο artwork, που φιλοτέχνησε ο ταλαντούχος Alexander Von Weiding, διαρκεί περίπου 51 λεπτά, ενώ αποτελείται από 7 κομμάτια, ένα εκ των οποίων, αποτελεί διασκευή σε πολύ γνωστό τραγούδι των heavy θρύλων της δεκαετίας του ΄70, Mountain.

Οι Sons Of Otis, που συχνά πυκνά αποτίουν φόρο τιμής σε heavy μεγαθήρια του παρελθόντος, προσέθεσαν μια εξτρά δυναμική στην σπιρτάδα του συγκεκριμένου κομματιού, ενώ η επιλογή να το τοποθετήσουν προς το τέλος του δίσκου, αποδεικνύεται εξαιρετικά έξυπνη, μιας και βοηθά σημαντικά στην καλή ροή του. Οι υπόλοιπες έξι συνθέσεις, που συμπληρώνουν το tracklist του ορμητικού Seismic, αποτελούνε τον ορισμό της heavy μουσικής, μιας το μονολιθικό doom μοτίβο του, στολίζεται από έντονες sludge ηχητικές αποχρώσεις, ενώ η πονεμένη blues αισθητική του, διανθίζεται με space rock στοιχεία, αλλά και ψυχεδελικά ηχοχρώματα.

Ο πολυτάλαντος, αλλά και πολυπράγμων Ken Baluke κάνει πραγματικά εξαιρετική δουλειά τόσο στην κιθάρα, με την οποία άλλοτε δημιουργεί σεισμογόνα riffs εκκωφαντικής υφής και τεραστίου εκτοπίσματος κι άλλοτε μας στέλνει σε περιπετειώδεις περιπλανήσεις με φόντο τα απέραντα κι αχαλίνωτα διαστημικά ηχοτοπία με τα παραισθησιογόνα leads ή/και solos του, όσο και στα φωνητικά, στα οποία το γρέζι, αλλά και το συναίσθημα κυριαρχούν, ενώ αξίζει να αναφερθεί, πως η παθιασμένη του ερμηνεία, η οποία βρίθει θεατρικότητος, δίνει μια διόλου ευκαταφρόνητη, σχεδόν χειροπιαστή υπόσταση, στους βιωματικούς στίχους του Seismic.

Ο ειλικρινά ικανότατος μουσικός, Frank Sargeant, προσδίδει με το ηγεμονικό του μπάσο μπόλικες ποσότητες groove στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα και την ίδια στιγμή, το αρχοντικό του στυλ, προσφέρει βάθος, αλλά και όγκο στο τερατώδες Seismic, ενώ όταν οι συνθέσεις το απαιτούν, δεν διστάζει ούτε στιγμή, να αναλάβει και μάλιστα, με απόλυτη επιτυχία, τα ηχητικά τους ηνία. Τέλος, θαρρώ, πώς παρά την εξαιρετική απόδοση και των τριών μουσικών, την παράσταση κλέβει ο ορμητικός Ryan Aubin, ο οποίος είναι αλάνθαστος χρονικά, ενώ η μανία με την οποία χτυπά λυσασμένα τα τύμπανα του, θαρρείς, πως θα ανοίξει την Γη στα δυο.

Εν ολίγοις, οπως μάλλον υποψιάζεστε, οι Sons Of Otis κυκλοφόρησαν έναν εντυπωσιακά καλό δίσκο, τον οποίο οι λάτρεις του heavy ήχου θα λατρέψουν, από τις πρώτες κιόλας νότες του, καθώς ο υπέρβαρος κι αγριεμένος χαρακτήρας του επιβλητικού Seismic βρίσκεται σε πλήρη αρμονία, τόσο με τον εκρηκτικό του ταμπεραμέντο, όσο και με την γαλήνια αύρα του, ενώ η μπουκωμένη, μα κι η όσο πρέπει καθαρή παραγωγή του, απογειώνει τον ηχητικό του πλουραλισμό. Με άλλα λόγια, αν ψάχνετε για ένα εξαιρετικά heavy και συνάμα ταξιδιάρικο άκουσμα, δεν έχετε παρά να ακούσετε το εν λόγω, ειλικρινά απαράμιλλου κάλλους, δίσκο.

Sons Of Otis: Facebook
Small Stone Recordings: Official Website

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Serenity Broken - Commercial Suicide


Άλλη μια νέα ελληνική κι εξόχως ελπιδοφόρα μπάντα ήρθε αποφασισμένη για να μείνει στο rock και metal προσκήνιο της χώρας, όπως αποδεικνύει το πολύ καλό κι άκρως δυναμικό ντεμπούτο full length άλμπουμ των δημιουργημένων το 2010 Serenity Broken, με τίτλο: Commercial Suicide, το οποίο κινείται στον alternative και hard rock χώρο, αν και το εκρηκτικό του DNA, περιέχει μπόλικα και κολακευτικά γιαυτό, grunge στοιχεία, αλλά κι αρκετά metal ψήγματα.

Η μπάντα παρόλο, που ξεκίνησε σαν τρίο, πλέον αποτελείται από πέντε μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον ζυμωμένο στην Βρετανική underground σκηνή, Άρη στα φωνητικά, τους έχοντες extreme μουσικό background, Ανδρέα και Μάριο στις κιθάρες, το μοτοσικλετιστή Λουκά στο μπάσο, όπως και τον βαθιά επηρεασμένο από την pop κουλτούρα Βίκτωρα στα ντραμς, όλοι εκ των οποίων, βρίθουν ταλέντου κι έμπνευσης.

Κάτι, που γίνεται αντιληπτό από τις πρώτες κιόλας νότες του πραγματικά αψεγάδιαστου Commercial Suicide,  καθώς οι συνθετικές ικανότητες, αλλά και το μουσικό ταλέντο των παραπάνω αναφερθέντων μουσικών, βρίσκονται σε υψηλότατα επίπεδα, ενώ σαν να μην έφτανε αυτό, σε ένα από τα κομμάτια του δίσκου τους συμμετέχει κι ο Γιώργος Κόλλιας, ιδιαιτέρως γνωστός από την θητεία του στο death metal μεγαθήριο, που ακούει στο όνομα: Nile.

Την πάρα πολύ καλή παραγωγή του δίσκου έχει επιμεληθεί ο γνωστός από τις συνεργασίες του με μπάντες όπως οι Sentenced, Impaled Nazarene, Moonsorrow, αλλά και με τους εξ Ελλάδος ορμώμενους, Astarte και Nightfall μεταξύ άλλων, Ahti Kortelainen, ενώ το λεπτομερέστατο και πολύ ταιριαστό με τους όχι και τόσο χαρούμενους στίχους του δίσκου, artwork, επιμελήθηκε με περίσσιο μεράκι ο πολύ καλός στο είδος του, Μάνθος Στεργίου του Manster Design.

Τα δώδεκα κομμάτια, που αποτελούνε το δυναμικό Commercial Suicide, έχουν συνολική διάρκεια 62 λεπτών, ενώ το ηχητικό τους περιεχόμενο συνδυάζει υπέροχα metal αισθητικής leads και solos με alternative αύρας riffs, τα οποία συμπληρώνονται εξαίσια από την hard rock σπιρτάδα των ντραμς και το απύθμενο groove του μπάσου, το οποίο ηχογραφήθηκε από τον Χρήστο Κόλλια, ενώ το άλμπουμ ολοκληρώνουν τα βαπτισμένα στον grunge ήχο, φωνητικά.

Η ηχητική παρουσία των Alice In Chains και των Godsmack είναι ιδιαιτέρως έντονη στον ήχο των ανερχόμενων κι αποφασισμένων να επιτύχουν, Serenity Broken, αλλά αυτό δεν σημαίνει, πως τούτη η νεαρή μπάντα στερείται προσωπικότητος, μιας και οι όποιες επιρροές της, έχουν εμπλουτίσει τη μουσική της και ουχί, κυριαρχήσει επ'αυτής, ενώ είμαι απολύτως σίγουρος, πως το επόμενο πόνημα της, θα φέρει ανάγλυφη την μοναδική ηχητική της ταυτότητα.

Εν κατακλείδι, το αυτοχρηματοδοτούμενο Commercial Suicide, που κυκλοφόρησε την Παρασκευή 13 Ιουλίου δίχως την εμπλοκή κάποιας δισκογραφικής και το οποίο μπορείτε να ακούσετε και να αποκτήσετε από το bandcamp της μπάντας, αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον των παθιασμένων με αυτό, που κάνουν, Serenity Broken, οι οποίοι εκτός από όμορφες μουσικές ιδέες, μας παρουσιάζουν σωστή νοοτροπία, επαγγελματισμό κι εξαιρετική οργάνωση.

Serenity Broken: Facebook / Myspace
Commercial Suicide: Bandcamp

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Spine Chilling Breeze - Milky Way...


Την Άνοιξη του 2011 δύο νεαροί μουσικοί από την Θεσσαλονίκη και πιο συγκεκριμένα, ο Σταύρος (μπάσο) κι ο Αχιλλέας (κιθάρα), αποφάσισαν να διαλύσουν την μπάντα διασκευών στην οποία συμμετείχαν, καθώς οι συνθετικές τους ικανότητες παρά ήταν καλές για να μείνουν στην σκιά επανεκτελέσεων γνωστών κομματιών, κι έτσι, δεν άργησαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τους Βασίλη (φωνητικά) και Γρηγόρη (ντραμς), παρέα με τους οποίους, δημιούργησαν τους Spine Chilling Breeze, μια ιδιαιτέρως ελπιδοφόρα μπάντα, σκοπός της οποίας είναι να εξερευνήσει τον stoner rock χώρο, αλλά και να τον εμπλουτίσει με τις δικές της ηχητικές πινελιές, οι οποίες έχουν στοιχεία από την heavy σκηνή, τον metal, αλλά και τον alternative ήχο.

Ύστερα από αρκετές πρόβες κι αφού τούτοι οι τέσσερις νεαροί μουσικοί κατάφεραν να συνδυάσουν τις πολλές κι ετερόκλητες μουσικές τους καταβολές, μπήκαν στο στούντιο, όπου και ηχογράφησαν στις αρχές του τρέχοντος έτους ένα Promo δύο κομματιών, με σκοπό να συστηθούν στην heavy μουσική κοινότητα. Η υποδοχή, που τους επιφυλάχθηκε, ήταν πολύ καλή και δικαίως, καθώς και τα δυο κομμάτια του Promo ήταν ιδιαιτέρως δυναμικά, ενώ μαρτυρούσαν εκτός από μπόλικο μεράκι, άφθονο ταλέντο, μιας κι έβριθαν ηχητικής ποικιλίας. Μετά την κυκλοφορία του Promo, αλλά κι ύστερα από αρκετές live εμφανίσεις, οι S. C. B. μπήκαν ξανά στο στούντιο, αυτή τη φορά για να ηχογραφήσουν την παρθενική full length δουλειά τους.

Όπως κι έγινε τελικά, μιας και οι ανερχόμενοι Spine Chilling Breeze πέτυχαν τον στόχο τους, καθώς ηχογράφησαν 6 νέα κομμάτια, τα οποία και προσέθεσαν στα δύο κομμάτια του Promo, δημιουργώντας έτσι το ιδιαιτέρως δυναμικό Milky Way, το οποίο αποτελείται από 8 κομμάτια κι ένα μικρό outro συνολικής διάρκειας 35 λεπτών. Το εν λόγω αυτοχρηματοδοτούμενο άλμπουμ, που όπως μαντεύετε γεννήθηκε μέσα σε ένα εντελώς D.I.Y. πλαίσιο, διαθέτει μια αρκετά καλή παραγωγή, η οποία παρόλο, που διαθέτει την απαραίτητη για το είδος βρωμιά, προσφέρει διαύγεια στις συνθέσεις του δίσκου, ενώ η μπάντα, η οποία είναι η αποκλειστικά υπεύθυνη για αυτήν, δέχθηκε την βοήθεια επαγγελματία του είδους, μόνο στον τομέα των φωνητικών.

Τα riffs της χαμένης στην desert rock έρημο κιθάρας είναι αρκούντως heavy, ενώ τα leads και solos της προσδίδουν μια σχεδόν ανεπαίσθητη metal αύρα στο φασαριόζικο Milky Way, το οποίο διανθίζεται με το προερχόμενο από το μεστό μπάσο, groove. Τα ντραμς, τα οποία είναι αλάνθαστα χρονικά, προσδίδουν στον δίσκο μια άκρως γοητευτική για αυτόν, alternative σπιρτάδα, ενώ τα φωνητικά, τα οποία άλλοτε είναι μελωδικά κι άλλοτε ξεχειλίζουν γρέζι, προσφέροντας έτσι μια grunge αισθητική στο άλμπουμ, δένουν υπέροχα με την αλήτικη ηχητική ατμόσφαιρα του πρώτου δίσκου των Spine Chilling Breeze, μιας μπάντας, που αν συνεχίσει με το ίδιο πάθος, δεν μπορεί παρά να αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα της στην heavy σκηνή.

Υ.Γ. Πρέπει να αναφέρω, πως τόσο το Promo, όσο και το ξεσηκωτικό Milky Way, διατίθενται από τους Spine Chilling Breeze, τόσο για δωρεάν ακρόαση, όσο και για δωρεάν download μέσα από το επίσημο site τους, ενώ θαρρώ, πως είναι περιττό να αναφερθεί, ότι οι λάτρεις του heavy rock, θα μείνουν απόλυτα ικανοποιημένοι από τα εν λόγω, εκρηκτικά, ακούσματα.

Spine Chilling Breeze: Official Website / Facebook
Milky Way: Download

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Undersmile - Narwhal


Η Taz Corona-Brown σε κιθάρα και φωνητικά κι ο σύζυγος της Olly Corona-Brown στο μπάσο, καθώς και η Hel Sterne σε κιθάρες και φωνητικά κι ο σύντροφος της Tom McKibbin στα ντραμς, απαρτίζουν τους άκρως ελπιδοφόρους κι ανερχόμενους Undersmile. Η εν λόγω μπάντα, η οποία γεννήθηκε το 2009 στην Οξφόρδη της Αγγλίας, πρόσφατα κυκλοφόρησε μέσω της κολεκτίβας, Future Noise, την παρθενική της full length δουλειά, με τίτλο: Narwhal.

Ο εν λόγω τρομερός δίσκος, ο οποίος αποτελείται από δέκα κομμάτια συνολικής διάρκειας 80 λεπτών, συνοδεύεται από το εξαιρετικό artwork του Tony Roberts, ενώ ξεχωρίζει για την πολύ καλή του παραγωγή, η οποία προσδίδει διαύγεια στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, ενώ συμβάλει τα μέγιστα στην δημιουργία της παγερής κι αποπνικτικής συνάμα, ατμόσφαιρας του άλμπουμ, την οποία επιμελήθηκαν οι εξαιρετικοί στο είδος τους: Jimmy Hetherington και Billy Anderson.

Η στιχουργική θεματολογία του άλμπουμ έχει ως σημείο αναφοράς τον Ωκεανό και τα όσα συμβαίνουν στα σκοτεινά κι αχανή βάθη του, ενώ το μουσικό του περιεχόμενο είναι αυτό, που το καθιστά ξεχωριστό, καθώς έχω την εντύπωση, πως ποτέ ως τώρα δεν έχουν συνδυαστεί τόσο αρμονικά και υπό το πρίσμα ενός επιβλητικού doom μοτίβου, τα έντονα sludge στοιχεία με τα μπόλικα drone ψήγματα και τις ανάγλυφες black ηχητικές πινελιές, punk αισθητικής.

Τα γιγαντιαίων διαστάσεων κι αργόσυρτα riffs, που έρπουν με απειλητικές διαθέσεις από τις τρεμάμενες χορδές της κιθάρας, πλαισιώνονται με τρομαχτικά όμορφο τρόπο από τα σχεδόν παράφωνα leads της έτερης κιθάρας, τα οποία όμως ταιριάζουν άψογα με το νοσηρό κλίμα του δίσκου, ενώ τα κατακλυσμιαία χτυπήματα των ντραμς, θαρρείς, πως θα ανοίξουν την Γη στα δυο από την περισσή κι ανήλεη ορμή τους, η οποία τα καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνα.

Το βαφτισμένο στους γεμάτους ηχητικά ερπετά κι απόμακρους βάλτους της μουντής βρετανικής χλωρίδας, μπάσο, σιγοντάρει με εξαίσιο τρόπο, τόσο τις καλυμμένες από καταχνιά κιθάρες, όσο και τα άκρως δυναμικά ντραμς, ενώ τα καταφέρνει περίφημα, όταν αναλαμβάνει τα ηχητικά ηνία του μουσικού τέρατος, που ακούει στο όνομα: Narwhal και το οποίο, μοιάζει, αλλά και είναι έτοιμο να κατακτήσει με οποιοδήποτε τρόπο και κόστος, όσα του αναλογούν και του αξίζουν.

Οι συνθέσεις των Undersmile είναι εξαιρετικές και βρίθουν ποικιλίας, καθώς παρόλο την μεγάλη τους διάρκεια, όχι μόνο δεν κουράζουν, αλλά ούτε καν ακολουθούν την πεπατημένη του συγκεκριμένου ήχου, μιας και τα επαναλαμβανόμενα σημεία τους είναι απειροελάχιστα, ενώ η απόδοση, αλλά και η χημεία της μπάντας, είναι σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, μιας και από τις πρώτες κιόλας νότες της, γίνεται κατανοητό, πως το δέσιμο της είναι αναμφίβολα, εκπληκτικό.

Κάπου εδώ, νομίζω, πως πρέπει να αποδοθούν τα δέοντα στις δυο πολυπράγμωνες και πολυτάλαντες κυρίες, που κάνουν πάρα πολύ καλή δουλειά εκτός από τις κιθάρες και στα φωνητικά, ενώ η απόδοση τους σε αυτά, θαρρώ, πως καθιστά το Narwhal ακαταμάχητο, μιας και τα συναισθήματα, που τα τρομακτικά ψιθυριστά τους κι οι δαιμονισμένες ψαλμωδίες τους γεννούν, ενοχλούν το υποσυνείδητο και προκαλούν έντονη ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά.

Αν νομίζετε ότι υπερβάλω, δεν έχετε παρά να ακούσετε το εν λόγω απαράμιλλου κάλλους ηχητικό θηρίο, ένα βράδυ, στο οποίο μοναδική σας συντροφιά θα είναι τα ακουστικά σας, ενώ η φαντασία σας, θα αποτελεί την μοναδική χαραμάδα φωτός στον οπτικό σας ορίζοντα. Σας προειδοποιώ όμως, πως το καταπληκτικό ντεμπούτο των Undersmile, δεν αστειεύεται, ενώ αν το υποτιμήσετε, να είστε σίγουροι, πως το δηλητηριώδες Narwhal, δεν πρόκειται να σας χαριστεί.

Undersmile: Bandcamp / Blog / Facebook
Future Noise: Official Website

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

SoulSteal - Answers To Everything


Οι SoulSteal προέρχονται από την πρωτεύουσα της Κύπρου, Λευκωσία, στην οποία και είχαν δημιουργηθεί το έτος 2001 από τους ταλαντούχους: Socrates (φωνή, κιθάρα), Soteris (κιθάρα), Marcus (ντραμς) και Doros (μπάσο). Παρά τα έντεκα χρόνια της ως τώρα ύπαρξης τους, η δισκογραφική τους πορεία ξεκίνησε μόλις το 2009 με ένα EP πέντε κομματιών, ενώ συνεχίστηκε φέτος και πιο συγκεκριμένα, στις αρχές του 2012, οπότε και κυκλοφόρησαν χωρίς την εμπλοκή κάποιας δισκογραφικής, την πρώτη τους full length δουλειά με τίτλο: Answers To Everything.

Ο εν λόγω δίσκος, ο οποίος αποτελείται από 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας μόλις 28 λεπτών, διακρίνεται για την πεντακάθαρη παραγωγή του, η οποία δίνει μια έξτρα δυναμική στις ήδη δυνατές συνθέσεις της μπάντας, ενώ το όμορφο artwork του δίσκου, πλαισιώνει υπέροχα τόσο την σκοτεινή μουσική του υπόσταση, η οποία κινείται στον χώρο του ατμοσφαιρικού doom/death, ενώ περιέχει και μπόλικα στοιχεία του μοντέρνου metal ήχου, όσο και την όχι ιδιαιτέρως χαρούμενη, στιχουργική του θεματολογία, η οποία διακρίνεται για την γλυκόξινη αύρα της.

Η μουσική των ανερχόμενων κι ελπιδοφόρων SoulSteal, οι οποίοι αποτελούν μια ιδιαιτέρως δραστήρια live μπάντα, αποτελεί ένα πολύ καλό δείγμα μελωδικού doom/death, καθώς οι κύριες επιρροές τους θαρρώ, πως είναι μπάντες όπως οι Moonspell, Sentenced και Katatonia, ενώ έντονα είναι στην μουσική τους και τα στοιχεία του σύγχρονου ακραίου ήχου, τα οποία έχουν σαφείς αναφορές στον ήχο συγκροτημάτων όπως οι μεταγενέστεροι Sepultura ή/και Soulfly, που κάνουν συχνά πυκνά την εμφάνιση τους στις συνθέσεις της μπάντας, προσδίδοντας τους μια ιδιαιτέρως γοητευτική σκληράδα, η οποία πλαισιώνει υπέροχα τα μελωδικά τους σημεία.

Οι άλλοτε αγριεμένες κι άλλοτε γαλήνιες κιθάρες, παράγουν κοφτά και τραχιά κι αρκούντως doomy -με άρωμα βρετανικής 90's σκηνής- riffs, τα οποία συνδυάζονται πολύ καλά με τα μελωδικά τους -σκανδιναβικής 00's αισθητικής- περάσματα, ενώ το μπάσο, το οποίο προσφέρει όγκο στον ήχο του Answers To Everything, διανθίζει το άλμπουμ με γενναίες ποσότητες groove. Τα άκρως δυναμικά ντραμς, που είναι αλάνθαστα χρονικά, συνεργάζονται εξαίσια με τα έγχορδα, ενώ η σωστή χρήση καθαρών και brutal φωνητικών, καθώς κι η έξυπνη εναλλαγή τους, προσδίδουν την απαραίτητη για την πειστική ερμηνεία των σκοτεινών στίχων, θεατρικότητα.

Η απόδοση και των τεσσάρων μουσικών είναι αψεγάδιαστη, ενώ οι συνθέσεις του πολύ καλού Answers To Everything είναι άκρως ενδιαφέρουσες, μιας και τα διαφορετικά μουσικά στοιχεία, που το αποτελούνε, του προσδίδουν εκτός από την απαραίτητη ηχητική ποικιλία και την άκρως σημαντική, μοναδικότητα. Με λίγα λόγια, οι SoulSteal κυκλοφόρησαν ένα καλοδουλεμένο από όλες τις απόψεις δίσκο, στον οποίο ακόμη και η πιο μικρή λεπτομέρεια είναι προσεγμένη, ενώ είμαι σίγουρος, πως οι λάτρεις του συγκεκριμένου ήχου, θα ικανοποιηθούν στο απόλυτο.


Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Mass Culture - Amoralism


Στον γεμάτο με παγίδες κι αγκάθια λαβύρινθο της καθημερινότητας μας, το μοναδικό, που μοιάζει να αντέχει στις μπόλικες κι αρκετά σοβαρές δυσκολίες, είναι η ελληνική ακραία heavy σκηνή, η οποία τα τελευταία χρόνια μας έχει προσφέρει μερικές άκρως ελπιδοφόρες μπάντες, ενώ το καλό είναι, πως παρά την έντονη σαπίλα, που κυριαρχεί παντού τριγύρω μας, νέες ταλαντούχες μπάντες συνεχίζουν να γεννιούνται και να μας γεμίζουν με προσδοκίες.

Μια από αυτές, είναι οι νεότευκτοι Mass Culture, οι οποίοι γεννήθηκαν μόλις το 2011. Τούτη η πολύ καλή μπάντα, που έχει τις ρίζες της στην Σπάρτη και στην Τρίπολη, έχει ως βάση της την Αθήνα, ενώ αποτελείται από τέσσερις ικανότατους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα, από τους: Nick και Argy στις άλλοτε γαλήνιες κι άλλοτε αγριεμένες κιθάρες και τους John στα δυναμικά ντραμς και Μιχάλη στο μεστό κι έχων πρωταγωνιστικό ρόλο σε τούτο το άκουσμα, μπάσο.

Η πρώτη δουλειά της μπάντας, η οποία αποτελείται από τέσσερα κομμάτια συνολικής διάρκειας 35 λεπτών, έχει την μορφή EP και τιτλοφορείται Amoralism, ενώ εδώ και λίγο καιρό, είναι διαθέσιμη προς δωρεάν ακρόαση από το bandcamp της μπάντας, αλλά και προς δωρεάν download από εδώ. Η μουσική του εν λόγω EP είναι ένα ωραιότατο υβρίδιο sludge και post rock, το οποίο περιέχει και διακρίνεται από κάμποσα ακόμη ακραία κι ενδιαφέροντα ηχοχρώματα..

..Καθώς, τα neocrust ψήγματα του ήχου των Mass Culture, δένουν υπέροχα με τις post-hardcore πινελιές, που διανθίζουν τον πυκνό, μα αρκετά καθαρό ήχο τους, ενώ η black τεχνοτροπία, που διέκρινα σε κάποια σημεία του αψεγάδιαστου Amoralism, στολίζει με τον καλύτερο τρόπο την αποπνικτική ατμόσφαιρα του, η οποία εντείνεται από την υπόκωφη υφή των ουρλιαχτών, τα οποία μοιάζουν σαν να προέρχονται από τα βάθη μιας αιμορραγούσας ψυχής.

Τα χαοτικά riffs σέρνονται στους βάλτους της οργής και της απελπισίας του sludge ήχου, ενώ οι post rock μελωδικές κιθαριστικές στιγμές, άλλοτε προσφέρουν ελπίδα κι άλλοτε μοιάζουν με το πιο σπαραχτικό μοιρολόγι. Το μπάσο έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στον ήχο των Mass Culture, καθώς είναι αρκετές οι φορές, που δείχνει τον δρόμο στα υπόλοιπα όργανα, ενώ τα άκρως δυναμικά ντραμς φέρνουν στο νου τον απειλητικό ήχο των τυμπάνων της Αποκάλυψης.

Τα λιγοστά φωνητικά εντείνουν την αίσθηση αηδίας, πόνου, μιζέριας κι οργής, που κυριαρχεί στο νοσηρά γοητευτικό κι αρρωστημένα όμορφο Amoralism, το οποίο, όπως μάλλον μαρτυρά το εξώφυλλο, αλλά και το όλο του concept, είναι βαθιά επηρεασμένο από τα όσα γίνονται στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια, μιας και οι κατάπτυστοι Αμοραλιστές, που ως είθισται, κινούν τα νήματα, έχουν δυστυχώς εδώ και δεκαετίες σφετεριστεί τα όνειρα μας κι όχι μόνο.

Όμως, το σημαντικό είναι, πως την μουσική μας, αλλά και το ελεύθερο πνεύμα μας, δεν μπορούν και δεν πρόκειται ποτέ να μας τα στερήσουν κι αυτό θαρρώ, πως αποδεικνύεται κι από το πραγματικά εντυπωσιακό Amoralism των ραγδαίως ανερχόμενων Mass Culture, το οποίο καταπιάνεται με την ανηθικότητα, αλλά και τα υπόλοιπα μηδενιστικά κι ενίοτε εγκληματικά χαρακτηριστικά, που διακρίνουν τους απανταχού και συνήθως αδίστακτους, αμοραλιστές.

Εν ολίγοις, αν το Amoralism διαρκούσε λίγο περισσότερο ή αν είχε την μορφή full length και ουχί την μορφή EP, που έχει, θα ήταν σίγουρα σε μια από τις τρεις θέσεις της κορυφής της φετινής μου λίστας με τα καλύτερα ακούσματα της τρέχουσας χρονιάς, διότι οι συνθέσεις του, αλλά και η απόδοση των μουσικών, που απαρτίζουν τους Mass Culture, το μεράκι και το πάθος των οποίων ξεχειλίζει, είναι ειλικρινά, παροιμιώδους κάλλους. Πραγματικά, συγκλονιστικό.

Mass Culture: Bandcamp / Facebook
Amoralism EP: Download

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2012

Make - Trephine


Είναι δεν είναι μια τριετία, κατά την οποία, υπάρχουν ανάμεσα μας οι Make, οι οποίοι κατάγονται από την Νότια Καρολίνα της Αμερικής. Τούτη η νέα σχετικά μπάντα, που αποτελείται από τρεις μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τους Scott Endres (κιθάρα, φωνητικά), Spencer Lee (μπάσο, φωνητικά) και Matt Stevenson (ντραμς), πρόκειται να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο full length άλμπουμ της με τίτλο: Trephine, στα τέλη του τρέχοντος μήνα μέσω της νεοσύστατης βρετανικής και ραγδαίως ανερχόμενης, δισκογραφικής εταιρίας: Devouter Records.

Ο εν λόγω δίσκος, ο οποίος προς το παρόν, προσφέρεται εξ ολοκλήρου προς δωρεάν streaming μέσα από τη σελίδα της μπάντας στο bandcamp, αποτελείται από εννέα κομμάτια συνολικής διάρκειας 59 λεπτών, ενώ διακρίνεται για την πολύ καλή παραγωγή του, που είναι αποτέλεσμα της εξαιρετικής δουλειάς του Nick Petersen. Άξιο αναφοράς θαρρώ, πως είναι το γεγονός, πως το πολύ καλό Trephine πλαισιώνεται από ένα πολύ ταιριαστό με το concept του artwork, το οποίο σε βάζει για τα καλά, τόσο στο νοσηρό ηχητικό του κλίμα, όσο και στο στιχουργικό.

Το concept των στίχων αφορά έναν βαριά ασθενή, που βρίσκεται στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, αλλά και την πάλη με τους δαίμονες του μυαλού και της ψυχολογίας του. Όπως ίσως υποψιάζεστε, ένα ηχητικό μείγμα sludge, doom, drone και post rock είναι το ιδανικό για τέτοιου είδους θεματολογία, ενώ το ακόμη καλύτερο στην προκειμένη περίπτωση, είναι το γεγονός, πως οι Make, έχουν συνδυάσει τα παραπάνω μουσικά ιδιώματα με εξαιρετικό τρόπο, καταφέρνοντας έτσι να προσδώσουν στον αρρωστημένα όμορφο κι εθιστικό ήχο τους, μοναδικότητα.

Η κιθάρα δημιουργεί κυκλικά riffs τεραστίων διαστάσεων, που δηλητηριάζουν τα πάντα στο διάβα τους, ενώ ο επαναλαμβανόμενος χαρακτήρας τους, ο οποίος εντείνει την ήδη θελκτικά ανυπόφορη αύρα απελπισίας του Trephine, τα καθιστά εξόχως απειλητικά. Ο ίδιος χαρακτηρισμός μπορεί να αποδοθεί και στο μπάσο, που έρπει στους ηχητικούς βάλτους και σιγοντάρει τόσο την κιθάρα, όσο και τα αργά, μα σταθερά χτυπήματα των ντραμς, που συμβάλουν τα μέγιστα στην ξεχειλίζουσα πόνο κι απόγνωση, ατμόσφαιρα των συνθέσεων..

..Την οποία στολίζουν με ηχητική αστρόσκονη τα ονειρικά leads της κιθάρας, που συνδυάζονται άψογα με τα death αισθητικής φωνητικά, τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων έχουν μια άκρως κολακευτική για την απόδοση των στίχων, black υφή, ενώ τα λιγοστά μέρη τους, που είναι με καθαρή φωνή, καθιστούν την όλη ερμηνεία καθηλωτική. Όπως υποψιάζεστε, οι συνθέσεις των Make ξεχωρίζουν για την όχι και τόσο ευχάριστη μορφή τους, αλλά το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, αντί να απομακρύνει τους ακροατές με το αποκρουστικό περίβλημα του..

..Αντιθέτως τους θέλγει, καθώς τα πληγωμένα του σωθικά, αποδεικνύονται εξόχως σαγηνευτικά, μιας και πίσω από την τρομακτική του μάσκα, το εύθραυστο θηρίο, που ακούει στο όνομα: Trephine, αποδεικνύεται γοητευτικό, καθώς οι συνθέσεις του είναι πλασμένες με πόνο, αλλά ποτισμένες με αισιοδοξία, ενώ η τραυματισμένη τους κορμοστασιά, στέκει αγέρωχη απέναντι στους μανιασμένους sludge ανέμους, που το δέρνουν αλύπητα, καθώς το doom αναισθητικό, που οι Make του προσέφεραν, το βύθισαν σε μια γαλήνια δίνη post συσπάσεων.

Devouter Records: Official Website / Goodieshop

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Castle - Blacklands


Οι προερχόμενοι από το Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια, Castle, οι οποίοι αποτελούνται από τον -ιδρυτής τους- Mat Davis σε κιθάρα, σύνθεση και φωνητικά, τον Al McCartney σε ντραμς και την Elizabeth Blackwell σε φωνή και μπάσο, επιστρέφουν στην δισκογραφία με το δεύτερο full length άλμπουμ τους, το οποίο φέρει τον τίτλο: Blacklands, μόλις έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του πολύ καλού ντεμπούτου full length δίσκου τους, In Witch Order, που είχε κυκλοφορήσει πέρυσι το καλοκαίρι μέσω της γερμανικής δισκογραφικής Van Records.

Το δεύτερο πόνημα τούτης της ιδιαιτέρως ελπιδοφόρας μπάντας, το οποίο αποτελεί την αφορμή για το παρόν κείμενο, κυκλοφορεί από την ίδια δισκογραφική με τον προκάτοχο του, ενώ μοιράζεται με αυτόν και παρόμοιο στιχουργικό περιεχόμενο, καθώς η φαντασία και τα occult θέματα, έχουν και πάλι την τιμητική τους. Οι ομοιότητες των δύο ως τώρα κυκλοφοριών των Castle δεν σταματούν εδώ, καθώς το artwork και για τις δύο έχει επιμεληθεί ο πολυτάλαντος ντράμερ της μπάντας, ο οποίος αυτή τη φορά συνεργάστηκε με τον Denis Forkas.

Την παραγωγή του Blacklands έχει επιμεληθεί ο μετρ του είδους, Billy Anderson, ο οποίος διατήρησε την άψογη ισορροπία μεταξύ βρωμιάς και διαύγειας στον ήχο της μπάντας, η οποία υπήρχε και στο ντεμπούτο της, ενώ προσέδωσε στις ήδη εκρηκτικές συνθέσεις των Castle, μια εξόχως κολακευτική για αυτές, έξτρα δυναμική. Οι συνθέσεις παραμένουν σε υψηλά τέμπο ως επί τω πλείστον, αν και δεν λείπουν οι mid-tempo στιγμές, ενώ η βελτίωση στο συνθετικό κομμάτι είναι εντυπωσιακή, αλλά το σημαντικότερο: ευεργετική για τον ήχο της μπάντας.

Το μείγμα doom ηχοτοπίων κι έντονων στοιχείων παραδοσιακού metal, που αποτέλεσε τον ηχητικό κορμό των Castle παραμένει άκρως εντυπωσιακό, ενώ τα ψήγματα ψυχεδελικού rock, τα οποία αν και είναι καλά κρυμμένα στο Blacklands, καταφέρνουν να προσδώσουν μια αύρα φρεσκάδας στην μουσική της μπάντας, η οποία παρόλο, που δεν διακρίνεται για τους νεοτερισμούς της, εντούτοις, καταφέρνει να αποτελέσει ιδανικό άκουσμα, τόσο για τους φίλους του καθαρόαιμου metal ήχου, όσο και για τους πιστούς φίλους των heavy ακουσμάτων.

Ο Mat Davis κάνει εξαιρετική δουλειά στις κιθάρες, καθώς τα riffs του θαρρώ, πως θα τα ζήλευαν αρκετές μπάντες από τον heavy χώρο, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα εκπληκτικά leads και solos του, τα οποία άνετα θα κέρδιζαν διθυράμβους αν περιλαμβανόταν σε κάποιον δίσκο κλασικής metal μπάντας. Τα ντραμς του Al McCartney, τα οποία είναι άκρως δυναμικά, διακρίνονται για τα χρονικά αλάνθαστα χτυπήματα τους, ενώ θαρρώ, πως την παράσταση κλέβει η Elizabeth Blackwell, όχι μόνο για τον μεστό τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το μπάσο της..

..Αλλά ούτε και για το θελκτικό παρουσιαστικό της, το οποίο εν αντιθέσει με την επικρατούσα τάση στον metal χώρο, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο για την μπάντα, μα κυρίως για την απόδοση της στα φωνητικά, με την οποία πραγματικά κλέβει την παράσταση, μιας και με την θεατρικότητα, που την διακρίνει, αποδίδει με περισσή πειστικότητα τους στίχους, ενώ η χροιά της φωνής της, ταιριάζει γάντι με την ηχητική ατμόσφαιρα των κομματιών του Blacklands, σε μερικά εκ των οποίων, προσφέρει την φωνή του κι ο πολυπράγμων αρχηγός της μπάντας.

Εν κατακλείδι, είμαι πεπεισμένος, πως οι νεότευκτοι Castle, θα καταφέρουν να κατακτήσουν την προσοχή και την φήμη, που αξίζουν, καθώς το πολύ καλό δεύτερο άλμπουμ τους, Blacklands, θαρρώ, πως θα τους καθιερώσει στον heavy χώρο ως μια ραγδαίως ανερχόμενη μπάντα, ενώ την ίδια στιγμή, τα 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 36 λεπτών, που αποτελούν τον περί ου ο λόγος δίσκο, θα αποτελέσουν εξαιρετική μουσική συντροφιά και για το metal κοινό. Εν ολίγοις, όσοι φίλοι του σκληρού ήχου τσεκάρουν το εν λόγω άκουσμα, θα μείνουν απολύτως ικανοποιημένοι.

Van Records: Official Website

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Zodiac - A Bit Of Devil


Ο Janosch Rathmer ή αλλιώς, ο ταλαντούχος ντράμερ των heavy prog rockers εξ Γερμανίας, Long Distance Calling, βρέθηκε να τζαμάρει κάποια στιγμή μες το 2010 με τον ικανότατο κιθαρίστα, Nick Van Delft. Τα κομμάτια, που προέκυψαν από αυτή την παρεϊστικη μουσική συνάντηση, αποδείχτηκαν καλύτερα από ότι τούτοι οι δυο φίλοι μουσικοί υπολόγιζαν κι έτσι, δεν άργησαν να αποφασίσουν, πως καλό θα ήταν να τα δουλέψουν σε πιο οργανωμένη βάση.

Την ίδια χρονιά λοιπόν, κάλεσαν στο στούντιο τους εξίσου ταλαντούχους κι ικανούς μουσικούς, Stephen Gall (κιθάρα) και Robert Kahr (μπάσο, όργανο), οι οποίοι συνυπάρχουν στους Rocketchief κι εξέλιξαν υπό το όνομα Zodiac, τις μουσικές τους ιδέες, οι οποίες έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους, τα blues, ενώ διακρίνονται κι από την έντονη heavy αισθητική τους, η οποία πλαισιώνεται υπέροχα από τα μεθυστικά ψήγματα ψυχεδελικού rock, που τη στολίζουν.

Σαν αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, οι νεοσύστατοι κι ελπιδοφόροι Zodiac κυκλοφόρησαν πέρυσι ένα πολύ καλό Ep, το οποίο έστρεψε πολλά βλέμματα πάνω τους, καθώς τα κομμάτια του, τα οποία αποτελούσαν τον ορισμό του φρέσκου vintage αισθητικής heavy rock, ενός άκρως ενδιαφέροντος ήχου, που τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε πλήρη άνθιση, κατάφεραν να καταστήσουν την προσμονή για την πρώτη full length δουλειά της μπάντας ιδιαιτέρως έντονη.

Το πλήρωμα του χρόνου δεν άργησε να έρθει για τούτη την ανερχόμενη μπάντα, καθώς πριν από ένα μήνα περίπου, οι Zodiac κυκλοφόρησαν μέσω της νεότευκτης Honest Hound Records, το ντεμπούτο άλμπουμ τους, A Bit Of Devil, το οποίο διαρκεί 48 λεπτά και περιέχει 8 κομμάτια, ένα εκ των οποίων αποτελεί διασκευή σε πολύ γνωστό τραγούδι των Αμερικάνων ZZ Top, ενώ ένα κομμάτι του δίσκου, υπάρχει σε ελαφρώς διαφορετική εκτέλεση στο περσινό Ep.

Η vintage αύρα του δίσκου απογειώνεται από την εξαιρετική παραγωγή του Martin Meinschäfer, ο οποίος προσέδωσε στον retro ήχο της μπάντας μια γοητευτική για αυτόν σπιρτάδα, η οποία αναδεικνύει την αύρα φρεσκάδας, που τον διαπερνά, ενώ στην όλη ατμόσφαιρα του δίσκου συμβάλει αποφασιστικά και το όμορφο artwork, που τον συνοδεύει με υπέροχο τρόπο και το οποίο καθιστά το αψεγάδιαστο από κάθε άποψη, A Bit Of Devil, εξαιρετικά ελκυστικό.

Οι blues πινελιές των Zodiac δένουν απίστευτα καλά με τον heavy χαρακτήρα των συνθέσεων, ενώ τα ψυχεδελικά rock στοιχεία, αν και όχι κυρίαρχα στον ήχο του A Bit Of Devil, παίζουν σημαντικό ρόλο στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα. Τα solos της κιθάρας συμπληρώνουν εντυπωσιακά τον ήχο του οργάνου, ενώ τα ακουστικά περάσματα, προσδίδουν έναν άκρως σαγηνευτικό λυρισμό στις μαγευτικές, μα και γεμάτες ενέργεια, μελωδίες του δίσκου..

..Στις οποίες ξεχωρίζουν τα εντυπωσιακά φωνητικά, τα οποία είναι άκρως παθιασμένα, ενώ διακρίνονται κι από έντονη θεατρικότητα. Το groovy μπάσο συνοδεύει εκπληκτικά τόσο τα  δυναμικά ντραμς, όσο και τις κιθάρες, οι οποίες μας προσφέρουν μερικά εξαιρετικά riffs, που δεν δυσκολεύονται να καταστήσουν το πολύ καλό A Bit Of Devil εξόχως εθιστικό, ενώ χαρίζουν στους ανερχόμενους Zodiac τον χαρακτήρα μιας άκρως ελπιδοφόρας μπάντας.  

Honest Hound Records: Facebook

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Mammoth Mammoth - Volume III - Hell's Likely


Από την γνωστή για την ιδιαιτέρως δραστήρια και μεγάλη σε πληθυσμό ελληνική κοινότητα της, Μελβούρνη της Αυστραλίας, προέρχονται οι γεννημένοι πριν από πέντε περίπου χρόνια, Mammoth Mammoth, οι οποίοι αποτελούνται από τον Ben Couzens στην κιθάρα, τον Mikey Tucker στα φωνητικά, τον Frank Trobbiani στα ντραμς και τον Pete Bell στο μπάσο.

Τούτη η ταλαντούχα κι άκρως ανερχόμενη μπάντα, η οποία φημίζεται εκτός από την εκρηκτική μουσική της και για το χιούμορ της, αλλά και τις γενναίες ποσότητες αυτοσαρκασμού, που αυτό περιέχει, κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό και δίχως την συμμετοχή κάποιας δισκογραφικής εταιρίας, την τρίτη της full length δουλειά, υπό τον τίτλο: Volume III - Hell's Likely.

Ο εν λόγω δίσκος, ο οποίος αποτελείται από 7 εκρηκτικά κομμάτια συνολικής διάρκειας 33 λεπτών, διακρίνεται για την πολύ καλή παραγωγή του, η οποία αν και είναι αρκετά πιο καθαρή από την αντίστοιχη προηγούμενων δίσκων των Mammoth Mammoth, δεν αφαιρεί τίποτα από την βρωμιά, την δυναμική και την αλήτικη αισθητική των ορμητικών συνθέσεων της.

Τα εύσημα για τον ογκώδη κι ορμητικό ήχο θα πρέπει να αποδοθούν στους Jason PC Fuller και Paul Fox, που επιμελήθηκαν την παραγωγή και το mastering αντίστοιχα, ενώ o Chris Tovo είναι υπεύθυνος για τις φωτογραφίες, που κοσμούν το artwork του δίσκου, στις οποίες πρωταγωνιστεί κι αιχμαλωτίζει βλέμματα κι αισθήσεις, ένα πανέμορφο πλάσμα, ονόματι: Georgia.

Οι Mammoth Mammoth συνεχίζουν στο δικό τους ξεχωριστό ηχητικό μονοπάτι, καθώς για ακόμη μια φορά συνδυάζουν με εξαιρετικό τρόπο την αλανιάρικη Rock 'n' roll αισθητική τους με μπόλικα και ιδιαιτέρως heavy στοιχεία, τα οποία έχουν διανθιστεί από μια μάγκικη 80's punk αύρα, ενώ αξιοποιούν φανταστικά τα καλά κρυμμένα, μα όχι αμελητέα, metal ψήγματα τους.

Οι ηχητικές επιρροές της μπάντας δεν είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφηθούν, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο για κάποιον να ισχυριστεί ότι κυριαρχούν στον ήχο της, καθώς οι Mammoth Mammoth έχουν βρει εδώ και χρόνια την συνταγή για τον δικό τους προσωπικό ήχο, ο οποίος είναι φτιαγμένος για να τεστάρει τις αντοχές του εκάστοτε ηχοσυστήματος, που τις φιλοξενεί.

Τα κομμάτια του Volume III - Hell's Likely, που κινούνται ως επί το πλείστον σε up-tempo ταχύτητες, ξεχωρίζουν για την εκρηκτικότητα τους, καθώς η ορμή τους σε παρασέρνει και σε κάνει να λικνίζεσαι στον heavy punk ρυθμό τους, ενώ οι συνθέσεις, οι οποίες ξεχειλίζουν groove, είναι απίστευτα πιασάρικες, μιας κι όλες τους διακρίνονται για την ρέμπελη stoner αύρα τους.

Τα θηριώδη riffs της υπέρβαρης κιθάρας έρπονται σε όλη τη διάρκεια του δίσκου με απειλητικές διαθέσεις, ενώ σιγοντάρονται με άψογο τρόπο από το σκανδαλιάρικο μπάσο. Τα ντραμς είναι άκρως δυναμικά και συμβάλουν αποφασιστικά στην τελική μορφή των συνθέσεων, ενώ τα φωνητικά δένουν υπέροχα με την ξεχειλίζουσα από κέφι, ατμόσφαιρα των κομματιών.

Εν ολίγοις, οι Mammoth Mammoth μας προσφέρουν έναν άκρως διασκεδαστικό δίσκο, ενώ ταυτόχρονα, με τις συνθέσεις του πολύ καλού Volume III - Hell's Likely, αποδεικνύουν με σαφήνεια, πως μπορεί να μην παίρνουν και πολύ σοβαρά τους εαυτούς τους, αλλά αυτό δεν συμβαίνει και με ότι αφορά την μουσική τους, με την οποία, δεν αστειεύονται καθόλου.

Mammoth Mammoth: Facebook / Official Website