Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Ides Of Gemini - Constantinople


Δεν μετρούν πάνω από τρία χρόνια ζωής οι προερχόμενοι από το Λος Άντζελες της Καλιφόρνια, Ides Of Gemini, οι οποίοι κυκλοφόρησαν φέτος μέσω της φημισμένης Neurot Recordings, την τρίτη τους δουλειά, μα πρώτη full length, με τίτλο: Constantinople. Η εν λόγω μπάντα, που απαρτίζεται από την άκρως ταλαντούχα Sera Timms σε φωνή και μπάσο, τον γνωστό metal δημοσιογράφο, J. Bennett σε κιθάρες και φωνητικά και την Kelly Johnston σε ντραμς και φωνητικά, προσεγγίζει την βασισμένη σε φόρμες του ακραίου ήχου μουσική της με έναν εξόχως κολακευτικό για αυτή, μινιμαλισμό, ενώ ξεχωρίζει για την μεγάλη της αγάπη στο reverb.

Ο ντεμπούτο δίσκος των ανερχόμενων Ides Of Gemini, ο οποίος αποτελείται από 9 κομμάτια συνολικής διάρκειας 43 λεπτών, τα 4 εκ των οποίων περιέχονται με λίγο διαφορετική μορφή και στο προ διετίας demo τους, ξεχωρίζει για το πανέμορφο artwork, που φιλοτέχνησε η συνιδρυτής και πολυπράγμων frontwoman τους, ενώ διακρίνεται για την πολύ καλή παραγωγή του, η οποία είναι αποτέλεσμα της δικής τους δουλειάς στον τομέα αυτό, αλλά και της συνεργασίας τους, τόσο με τον Chris Rakestraw, ο οποίος ανέλαβε την μίξη του άλμπουμ, όσο και με τον James Plotkin, που επιμελήθηκε το mastering, του αλλόκοτα όμορφου, Constantinople.

Η στοιχειωτική ατμόσφαιρα, που η λιτή παραγωγή έχει προσδώσει στο υποφαινόμενο άλμπουμ, απογειώνει το κνησμώδες ηχητικό περιεχόμενο του, το οποίο πλαισιώνεται υπέροχα, από τις νοσηρές συνέπειες της σωματικής κατάπτωσης στον ψυχολογικό τομέα, που με γλαφυρότητα οι στίχοι του Constantinople περιγράφουν. Η κιθάρα πατάει σε ένα κολακευτικό για τις αιθέριες μελωδίες του δίσκου, black μοτίβο, το οποίο τα στρατιωτικού ρυθμού ντραμς, πλαισιώνουν με έξοχο τρόπο, ενώ το μεστό μπάσο, ντύνει τις γυμνές, μα όχι και απλοϊκές ως προς τη δομή τους, συνθέσεις των Ides Of Gemini, με τον ανεπαίσθητα επιβλητικό, υπόκωφο ήχο του.
 
Τα doom ψήγματα συμπλέκονται σε μια αέναη μάχη με τις έντονες black πινελιές, που η κιθάρα του Bennett δημιουργεί, ενώ αμφότερα συνυπάρχουν αρμονικά, με τις progressive αναφορές του έτερου συνιδρυτή των Ides Of Gemini. Η ανθρώπινη και παγερή συγχρόνως, αύρα των ντραμς, που οφείλεται στην προσθήκη της Johnston στη μπάντα είναι άκρως σημαντική για την μουσική της, καθώς κρατά το ρυθμό των κομματιών με εξαιρετική επιτυχία, ενώ συνεργάζεται φανταστικά με το μπάσο της Timms, το οποίο παράγει απειλητικής υπόστασης, υφέρπουσες μελωδίες, που αναδεικνύουν, το μεγαλείο της καθηλωτικής της ερμηνείας στα φωνητικά.
 
Η προερχόμενη από τα έγκατα της ψυχής, αισθαντική φωνή της αρχηγού της μπάντας, αποτελεί το κεράσακι στην διεστραμένη ηχητική τούρτα, που ακούει στο όνομα Constantinople, καθώς η εύθραυστη υπόσταση της, σαγηνεύει τις αισθήσεις και μεθά το μυαλό, ενώ συμβάλει τα μέγιστα στην αρρωστημένα αέρινη ατμόσφαιρα του δίσκου. Η μινιμαλιστική αισθητική των ανερχόμενων κι άκρως ελπιδοφόρων Ides Of Gemini, αποτελεί μια εξόχως σαγηνευτική ηχητική έκπληξη για την ευρύτερη heavy σκήνη, καθώς η φρεσκάδα, που διαπερνά τις καλυπτόμενες από πέπλο μυστηρίου, ελεγειακές τους μελωδίες, αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον τους.
 
Ides Of Gemini: Official Blog / Facebook
Neurot Recordings: Official Website

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Odyssey - Abysmal Despair


Ακόμη μια εξαιρετική μπάντα από την Σουηδία έκανε την εμφάνιση της φέτος στο heavy χώρο, μιας και οι δημιουργημένοι το 2010 Odyssey, κατάγονται από την πόλη Helsingborg τούτης της ιδιαίτερα παραγωγικής όσον αφορά την heavy σκηνή κι όχι μόνο, σκανδιναβικής χώρας.
 
Η εκρηκτική μουσική παρέα των Jonas Pedersen σε μπάσο και φωνητικά, Jesper Karlsson σε ντραμς και Witold Östensson σε κιθάρα, κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες την παρθενική της full length δουλειά, υπό τον τίτλο: Abysmal Despair, μέσω της Transubstans Records.

Ο εν λόγω δίσκος αποτελείται από 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 39 λεπτών, ενώ διακρίνεται για το όμορφο artwork του, αλλά και για την lo-fi αισθητικής παραγωγή του, η οποία απογειώνει το άκρως ενδιαφέρον heavy μείγμα, που οι ταλαντούχοι Odyssey, μας προσφέρουν.
 
Οι έχουσες άρωμα πυρίτιδας συνθέσεις του Abysmal Despair, ξεχωρίζουν για τον ξεσηκωτικό χαρακτήρα τους, μιας και καταφέρνουν να συνδυάσουν υπέροχα το punk νταηλίκι με τη stoner αλητεία και την sludge σαπίλα με την έχουσα έντονα noise στοιχεία, garage ανεμελιά.
 
Τα πνιγμένα στο fuzz και τραχιά riffs της κιθάρας ξεχειλίζουν αδρεναλίνη, ενώ τα leads και solos της, προσδίδουν μια υφέρπουσα αίσθηση απειλής στα κομμάτια του Abysmal Despair, τα άκρως παθιασμένα φωνητικά του οποίου, ταιριάζουν γάντι στην ωμή του ατμόσφαιρα.
 
Τα ιδιαιτέρως δυναμικά ντραμς, τα γεμίσματα των οποίων, είναι σε στιγμές καταιγιστικά, κρατούν με μαεστρία τα μπόσικα και προσδίδουν απύθμενο groove στο Abysmal Despair, ενώ το μεστό μπάσο, θαρρώ, πως κλέβει την παράσταση, με τις σκαιές κι αβυσσαλέες του μελωδίες.
 
Η ισοπεδωτική δυναμική των Odyssey, πηγάζει τόσο από το εκπληκτικό τους δέσιμο, που είναι απόρροια της απαράμιλλης χημείας τους, όσο κι από την γεμάτη ενέργεια απόδοση τους, που προσδίδει στις ήδη ορμητικές συνθέσεις του Abysmal Despair, μια άφευκτη σφοδρότητα.
 
Το χειμαρρώδες μπάσιμο των άκρως ελπιδοφόρων Odyssey στα heavy μουσικά δρώμενα με το θυελλώδους δυναμικής, Abysmal Despair, αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον τους, καθώς θαρρώ, πως αποτελεί εξαιρετικό δείγμα σύγχρονου, αλανιάρικου, heavy rock 'n' roll.

Transubstans Records: Official Website

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Snailking - Samsara


Το περασμένο Μάρτιο δημιουργήθηκαν οι Σουηδοί Snailking, οι οποίοι απαρτίζονται από τον Karl Jonas Wijk σε ντραμς, τον Frans Levin σε μπάσο και τον Pontus Ottosson σε φωνητικά και κιθάρα. Τούτο το άκρως ταλαντούχο μουσικό τρίο, αν και μετρά μόλις λίγους μήνες ζωής, έχει ήδη προλάβει να ηχογραφήσει, αλλά και να κυκλοφορήσει την παρθενική του δουλειά.

Το περί ου ο λόγος άκουσμα, που έχει demo μορφή, φέρει τον τίτλο Samsara κι αποτελείται από τρία κομμάτια συνολικής διάρκειας 35 λεπτών, ενώ διακρίνεται, εκτός από το εντυπωσιακό μουσικό του περιεχόμενο, τόσο για το artwork, που φιλοτέχνησε ο Johan Leion, όσο και για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, που επιτυχώς επιμελήθηκε, ο ντράμερ της μπάντας.

Ο ήχος του Samsara είναι ορμητικός, ογκώδης κι επιτυγχάνει την τελεία ισορροπία μεταξύ διαύγειας και βρωμιάς, καθώς οι συνθέσεις του, οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στη doom μουσική, ξεχωρίζουν για τα έντονα sludge στοιχεία τους, ενώ η υφέρπουσα ψυχεδέλεια, που τις διαπερνά, πλαισιώνει με υπέροχο τρόπο το πεσιμιστικό στιχουργικό του περιεχόμενο.

Τα riffs της κιθάρας είναι θηριώδους υπόστασης και τερατώδους εκτοπίσματος, ενώ τα leads και solos της, διακρίνονται από μια space αύρα, που απογειώνει τα ψυχεδελικά τους ψήγματα. Το μπάσο προσδίδει βάθος κι όγκο στον ήχο του Samsara, ενώ τα δυναμικά ντραμς, προσφέρουν γενναίες ποσότητες groove στο ήδη πιασάρικο κι εκρηκτικό τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.

Οι άκρως ταλαντούχοι Snailking δεν μας προσφέρουν κάτι ρηξικέλευθο, μιας και η αγάπη τους για μπάντες όπως οι YOB και οι Ufomammut, από τον δεύτερο δίσκο των οποίων δανείστηκαν το όνομα τους, είναι προφανής κι αδιαμφισβήτητη, αλλά θαρρώ, πως αξίζουν συγχαρητηρίων, διότι κατέστησαν σαφή την ηχητική τους ταυτότητα, φιλτράροντας σωστά τις επιρροές τους.

Ο καταιγιστικός χαρακτήρας των άνωθεν αναφερθέντων Αμερικάνων doomsters βρίσκεται στο Samsara σε πλήρη αρμονία με την παρανοϊκή αισθητική των Ιταλών μεγαθηρίων του heavy ήχου, ενώ οι ισοπεδωτικές του συνθέσεις, που άλλοτε είναι αργόσυρτες κι άλλοτε κινούνται σε mid tempo ρυθμούς, μαρτυρούν συνθετικό ταλέντο, μουσική φαντασία κι ηχητική ποικιλία.

Με λίγα λόγια, η ντεμπούτο δουλειά των άκρως ελπιδοφόρων, Snailking, η οποία διατίθεται προς download από την σελίδα τους στο bandcamp έναντι οποιουδήποτε αντιτίμου εσείς επιθυμείτε, αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον τους, μιας και το επιβλητικό ανάστημα του Samsara, μοιάζει ικανό να καθηλώσει ακόμη και τους πιο απαιτητικούς φίλους του heavy ήχου.

Snailking: Bandcamp / Facebook

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Neurosis - Honor Found In Decay


Έχω την αίσθηση, πως οι γεννημένοι το 1985 στην Καλιφόρνια, Neurosis, δεν χρειάζονται και ιδιαίτερες συστάσεις, μιας και στην 27 ετών ως τώρα διαδρομή τους στα ακραία heavy ηχοτοπία, έχουν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους, καθώς οι επιδραστικές τους μελωδίες, έχουν επηρεάσει έναν όχι και τόσο ευκαταφρόνητο αριθμό συγκροτημάτων σε διάφορα μουσικά ιδιώματα.

Πράγμα άκρως λογικό, αν αναλογιστούμε ότι η ηχητική παρέα των Scott Kelly σε φωνητικά και κιθάρες, Steve Von Till επίσης σε φωνητικά και κιθάρες, Dave Edwardson σε μπάσο, Noah Landis σε πλήκτρα, όργανο, πιάνο και διάφορα ηχητικά εφέ και Jason Roeder σε ντραμς, έχει περάσει από, αλλά κι έχει ορίσει, ουκ ολίγες ηχητικές φόρμες του ακραίου heavy ήχου.

Σε τούτη την άκρως ταλαντούχα και συνεχώς εξελισσόμενη ηχητική κολεκτίβα, ανήκει σε μόνιμη βάση τα τελευταία κάμποσα χρόνια κι ο φοβερός στο είδος του Josh Graham, ο οποίος έχει να κάνει με ότι αφορά το οπτικό της κομμάτι, ενώ σημαντική συνεισφορά στον ήχο της, έχει εδώ και μια δεκαετία περίπου ο πολυπράγμων, Steve Albini, που ηγείται των ηχογραφήσεων της.

Άλλωστε, ο δέκατος full length δίσκος των Neurosis, που κυκλοφόρησε πρόσφατα μέσω της δικής τους δισκογραφικής, Neurot Recordings, υπό τον τίτλο: Honor Found In Decay, οφείλει την αίσθηση οικειότητας, που διαπερνά τον μεγαλοπρεπή του ήχο σε αυτόν, ενώ άξια μνείας, είναι η συνεισφορά του φημισμένου John Golden, που ανέλαβε το mastering του δίσκου.

Τα 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας 61 περίπου λεπτών, τα οποία αποτελούν το μεγαλειώδες Honor Found In Decay, αντλούν μπόλικα στοιχεία από τους τρεις αμέσως προηγούμενους δίσκους της μπάντας, αν και παρουσιάζουν συγχρόνως, σχεδόν σε όλους τους τομείς, αρκετές διαφοροποιήσεις από αυτούς και κυρίως σε θέματα, συνθετικά, στιχουργικά κι artwork.

Το λίαν προσεγμένο για ακόμη μια φορά, artwork του Graham, καλύπτεται από μια άκρως κολακευτική για την μυσταγωγική του υπόσταση, γήινη αύρα, η οποία εύγλωττα προδιαθέτει, τόσο για το έντονο ηχητικό περιεχόμενο του Honor Found In Decay, όσο και για την έχουσα βιωματικό χαρακτήρα και ιδιαιτέρως σαρκαστικής μορφής, στιχουργική του θεματολογία.

Η συνθετική προσέγγιση των Neurosis έχει αλλάξει στο έσχατο χρονικά πόνημα τους, καθώς οι κιθάρες των Kelly και Von Till, δεν παίζουν σε αυτόν τον ίδιο κυρίαρχο ρόλο όπως στις πρότερες δουλειές τους, μιας και στο πολύ καλό Honor Found In Decay, τα θηριώδη τους riffs λειτουργούν, ως συνοδοιπόροι των λοιπών μουσικών οργάνων κι ουχί ως οδηγοί αυτών.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, πως έχουν χάσει την δυναμική τους, κάθε άλλο μάλιστα, καθώς τα εκρηκτικά τους ξεσπάσματα, κάνουν αισθητή την μειωμένη χρονικά παρουσία τους στις νέες συνθέσεις των Neurosis, ενώ οι πιο μελωδικές τους στιγμές, εντείνουν τον άλλοτε αιθέριο κι άλλοτε θυελλώδη χαρακτήρα του συναισθηματικά φορτισμένου Honor Found In Decay.

Όμως, οι δυο ηγέτες της μπάντας, διακρίνονται και πάλι για την υπερβολικά αισθαντική ερμηνεία τους, καθώς τα ξεχειλίζοντα πόνο φωνητικά τους, είτε έχουν την μορφή ουρλιαχτών, είτε είναι καθαρά, είτε ψιθυριστά, βρίσκονται σε πρώτο πλάνο σε τούτο τον δίσκο, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές, που καθοδηγούν, τις αρκούντως heavy συνθέσεις του Honor Found In Decay.

Ο Roeder στα ντραμς δίνει μια από τις πλέον μεστές του παραστάσεις σε δίσκο των Neurosis, καθώς τα πότε καταιγιστικά και πότε σε tribal ρυθμούς χτυπήματα του, αποτελούν ένα εξόχως σημαντικό συστατικό του Honor Found In Decay, μιας και του προσδίδουν γενναίες ποσότητες groove, ενώ βρίσκονται σε πλήρη τονική αρμονία με όλα τα υπόλοιπα μουσικά όργανα.

Εξαιρετικά σημαντική για την απαράμιλλη ροή του δίσκου είναι η γεμάτη εμφάνιση του σχεδόν πάντα ευρισκόμενου στη σκιά, Edwardson, οι παλλόμενες μπασογραμμές του οποίου, κρατούν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο με πλήρη επιτυχία, καθώς προσδίδουν βάθος κι όγκο στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, ενώ συμβάλουν τα μέγιστα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα του δίσκου.

Το τεραστίων διαστάσεων εκτόπισμα του μπάσου, εκτός από τον βασικό ηχητικό πυλώνα του Honor Found In Decay, αποτελεί κι ένα άκρως σημαντικό στήριγμα στον πολυτάλαντο Landis, που έχω την εντύπωση ότι κλέβει την παράσταση σε τούτο το άκουσμα, μιας και η συνεισφορά του σε αυτό, είναι πιο ποικίλη κι έντονη από κάθε άλλη δουλειά της μπάντας ως τώρα.

Τα πλήκτρα του δημιουργούν μια αποπνικτική ambient ατμόσφαιρα, η οποία πλαισιώνεται από τα αιθέρια samples, που ο ίδιος δημιουργεί, ενώ τα ιδιαιτέρως έντονα folk στοιχεία, τα οποία κάνουν εξόχως αισθητή την παρουσία τους στο Honor Found In Decay, οφείλουν την ύπαρξη τους, τόσο στην αχαλίνωτα ατίθαση φαντασία, όσο και στην εμπνευσμένη μαεστρία του.

Οι μελωδίες, που σκαρώνει με το πιάνο και το όργανο, κολακεύουν τον σκοτεινό χαρακτήρα, που τα επιβλητικά του effects πλέκουν, ενώ ο ιστός παράνοιας, που τα samples φωνητικών υφαίνουν, αποδεικνύεται καθοριστικός για την ομαλή ροή της heavy ηχητικής πανδαισίας, που λαμβάνει χώρα, στο αψεγάδιαστο και πλούσιο ηχητικά, Honor Found In Decay.

Ο post χαρακτήρας των Neurosis βρίσκεται σε πλήρη άνθιση στα σπαρακτικά κομμάτια του Honor Found In Decay, καθώς τα post hardcore στοιχεία, που τα διακρίνουν, συνυπάρχουν αρμονικά με τις tribal αισθητικής progressive ανησυχίες τους, ενώ τα εντονότερα από ποτέ σε δίσκο τους, folk στοιχεία, αναδεικνύονται από τα άκρως βίαια sludge ξεσπάσματα τους.

Η κατακλυσμιαία υπόσταση των πάντα έντονων μελωδιών των Neurosis δεν έχει χάσει το παραμικρό από την δυναμική της, καθώς παρά το γεγονός, πως τα ηχητικά ηνία του νέου τους δίσκου δεν τα κρατούν πλέον οι κιθάρες, μα τα υπόλοιπα όργανα, το Honor Found In Decay παραμένει αρκούντως heavy, αλλά κι εξίσου συγκλονιστικό, με τους προγόνους του.

Εν κατακλείδι, οι Neurosis περιόρισαν τις βίαιες ηχητικές τους εκρήξεις, αλλά παρέμειναν πιστοί στο γεμάτο ηχητικούς σπασμούς μελαγχολικό τους μοτίβο, καθώς το Honor Found In Decay, το οποίο αν και σε καμία περίπτωση δε διεκδικεί τον τίτλο του καλύτερου δίσκου τους, εντούτοις καταφέρνει να καθηλώσει με το υποβλητικά heavy ηχητικό του ανάστημα. Respect.

Neurot Recordings: Official Website

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Born In A Cloud Of Dopesmoke & Bad Vibes [Gr]

Συνέντευξη με τους In The Company Of Serpents

To γεννημένο το 2011 και προερχόμενο από το Ντένβερ ντουέτο, In The Company Of Serpents, κυκλοφόρησε φέτος το εξαιρετικό κι ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ του, το οποίο θα πρέπει να θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα για το 2012. Έχοντας εντυπωσιαστεί από αυτό, θεώρησα, πως μια κουβέντα με την μπάντα θα ήταν χρήσιμη, έτσι ώστε να μάθουμε περισσότερα για αυτή. Ακολουθούν οι ερωταποκρίσεις μου με τον Grant, κιθαρίστα και τραγουδιστή της. 

 
Γεια σου Grant! Καταρχάς, συγχαρητήρια για το ντεμπούτο άλμπουμ σας! Ειλικρινά, είναι φοβερό!
 
Ευχαριστούμε! Χαιρόμαστε, που το γουστάρεις.
 
Μιας και είσαι σε μια νεότευκτη μπάντα, θα είχες την ευγενή καλοσύνη να μας δώσεις ένα μίνι βιογραφικό αυτής?
 
Ευχαρίστως. Αρχικά δημιούργησα τους ITCOS με τον JJ Anselmi τον Ιανουάριο του 2011. Γνωριστήκαμε μεταξύ μας, όταν οι μπάντες στις οποίες παίζαμε τότε έτυχε να βρεθούν στην ίδια συναυλία, περίπου έναν μήνα πριν. Σε εκείνο το live ο JJ με άκουσε στο sound-check να παίζω κάποια riffs από τον δίσκο Hex των Earth κι έπειτα συζητήσαμε την πιθανότητα να αρχίσουμε μια δική μας doom μπάντα. Τα πρώτα κομμάτια, που γράψαμε ποτέ, κατέληξε να είναι τα Dirtnap, Intro και νομίζω, το Canto III Inferno, αν και τότε όλα τους είχαν διαφορετικό όνομα. Με το πέρας των ηχογραφήσεων για τον δίσκο μας, ο JJ αποδέχθηκε μια θέση καθηγητή σε ένα κολέγιο σε μια άλλη πολιτεία, οπότε υπέθεσα ότι αυτό θα ήταν και το τέλος της μπάντας, αλλά ο JJ υποστήριξε, πως η φυγή του δεν θα έπρεπε να αποδειχθεί ο θάνατος της. Οπότε, είχαμε από κοινού το νου μας για ντράμερ, που θα ταίριαζαν στη μπάντα και τελικά, σε μια συναυλία, όπου παίξαμε μαζί με τους Royal Talons (εξαιρετική μπάντα, που πρέπει να τσεκάρετε), στους οποίους τα ντραμς έπαιζε ο Joseph Weller Meyer. Ο Joe κι εγώ το αποφασίσαμε κι έπειτα προσπαθήσαμε να τον πείσουμε να μπει στη μπάντα και τελικά τα καταφέραμε, μιας και είναι ακόμη εδώ. Είναι μια εξαιρετική προσθήκη κι ανυπομονώ να ακούσω την συνεισφορά του στον επόμενο δίσκο.
 
Πως ήταν η εποχή, που η μπάντα είχε σχεδόν διαλυθεί και ποιες ήταν οι σκέψεις σου σχετικά τότε?


Είχαμε ακόμη μια εξαιρετικά ορμητική φόρα ως μπάντα παρόλο, που γνωρίζαμε, πως ο JJ σύντομα θα έπρεπε να φύγει, αλλά ο JJ ήταν πραγματικά ήρεμος κι ενθαρρυντικός σχετικά με τις εξελίξεις εν τη απουσία του. Σίγουρα, θα είχα συνεχίσει με κάποιο doom πρότζεκτ, αλλά χωρίς την ευλογία του, δεν θα μπορούσα ποτέ να το ονομάσω In The Company Of Serpents.

Ποιος ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας, που κράτησε τελικά ζωντανή τη μπάντα?
 
Ο Joe είναι μια εξαιρετική προσθήκη, απλός και σαφής. Είναι ένας φανταστικός live μουσικός και το σπλαχνικό του στυλ είναι ότι ακριβώς ήθελα για την μπάντα.
 

Υπήρξαν μουσικές αλλαγές εξαιτίας της αλλαγής στον line up σας?

Φυσικά. Ο Joe κι ο JJ είναι εντελώς διαφορετικοί ντράμερ, όσον αφορά το στυλ τους. Όμως, από την στιγμή, που ο Joe μπήκε στη μπάντα, ποτέ δεν του ζήτησα να παίξει τα μέρη του JJ δίχως καμία απόκλιση. Το μόνο, που θέλω είναι να έχει μια οργανική αύρα η μουσική μας και το να ζητήσω από τον έναν να μιμηθεί τον άλλον, σίγουρα δεν είναι ο ιδανικός τρόπος για να το πετύχεις αυτό.

Ποιο το μουσικό σας υπόβαθρο, δηλαδή, ποιες είναι οι κύριες επιρροές σας?
  
Νομίζω ότι μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου, αλλά σίγουρα οι Black Sabbath είναι μια προφανής επιρροή, όπως ο καθένας από την οποιαδήποτε doom μπάντα θα σου πει. Επίσης, γουστάρω τρελά το στυλ του Mike Scheidt από τους YOB, ενώ και οι Electric Wizard πάντα συναρπάσουν με το groove και τον ασύλληπτα heavy χαρακτήρα τους, αλλά υπάρχουν πολλές πραγματικά καλές μπάντες εκεί έξω, που παίζουν αυτή την μουσική, που είναι δύσκολο να διαλέξεις κάποια. Θα έλεγα, ότι η αίσθηση της μουσικής έχει ακριβώς την ίδια επίδραση σε εμένα όσο και οι ίδιες οι νότες της. Πολλές φορές ακούω δίσκους, που είναι έντονοι κι απειλητικοί, δίχως όμως να ανήκουν στον heavy ήχο, οι οποίοι πραγματικά με συναρπάσουν. Επιστρέφοντας στους Earth, νομίζω, πως το κομμάτι τους “Raiford (The Felon Wind)” είναι εξαιρετικό παράδειγμα σχετικά. Οι δύο τελευταίοι δίσκοι των Swans από τότε, που επέστρεψαν, επίσης μου έρχονται στο μυαλό, αν και η αλήθεια είναι ότι περιέχουν κάποια αμιγώς heavy στοιχεία.

Πως θα περιέγραφες την μουσική σου σε κάποιον, που δεν έχει ακούσει ούτε μια νότα από εσάς?

Αυτό μάλλον εξαρτάται από το κάθε άτομο ξεχωριστά. Αν είναι χωμένοι στο doom, τότε δεν θα χρειαζόταν κάποια μεγάλη συζήτηση σχετικά, αλλά αν δεν είναι, ποιος ξέρει? Είναι λίγο δύσκολο να περιοριστώ στο πως θα ήθελα να μας χαρακτηρίζουν εκτός του γενικότερου ηχητικού πλαισίου μας.
 
Θα μας δώσεις σε παρακαλώ λίγες πληροφορίες σχετικά με την διαδικασία σύνθεσης των κομματιών σας?
 
Τα περισσότερα εξ αυτών γεννιούνται με διάφορα riffs, που φέρνω κι έπειτα παίζουμε πάνω σε αυτά έως ότου καταλήξουμε σε κάποια δομή, που νομίζουμε ότι τους ταιριάζει.

Έχετε μια αρκετά occult αισθητική κι έτσι, αναρωτιόμουν αν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο στιχουργικό περιεχόμενο στον πρώτο σας δίσκο?

Μου αρέσουν αυτού τους είδους τα θέματα κι αναπόφευκτα, κάποια από αυτά αντανακλώνται σε αυτά, που γράφω. Με αυτό ως δεδομένο, η οποιαδήποτε ερμηνεία σχετικά, έγκειται στον ίδιο βαθμό, τόσο στην κρίση του ακροατή, όσο και στη δική μου. Έχω κάποιο συγκεκριμένο θέμα στα κομμάτια, αλλά κάποιος άλλος μπορεί να τα ερμηνεύσει με τελείως διαφορετικό τρόπο. Το μόνο, που έχει μια έντονη occult αισθητική είναι το Canto III Inferno, το οποίο είναι εμπνευσμένο από την Θεία Κωμωδία του Δάντη, αλλά και πάλι, δεν ξέρω κατά πόσο ο Δάντης μπορεί να θεωρηθεί occult. Δηλαδή, ήταν ένας χριστιανός ποιητής και σχεδόν όλοι οι μαθητές λυκείων κι οι φοιτητές ανά τον κόσμο γνωρίζουν ποιος ήταν, οπότε πόσο occult μπορεί να είναι?
 

Πες μας λίγα λόγια για τις ηχογραφήσεις. Είστε ικανοποιημένοι με τον παχύ heavy ήχο, που επιτύχατε?
 
Είμαστε σίγουρα χαρούμενοι με το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα. Ηχογραφήσαμε με τον Jamie Hillyer στο Module Overload στούντιο του Ντένβερ, ο οποίος ήταν απολύτως εξοικειωμένος με αυτού του είδους τη μουσική κι αυτό ήταν εξαιρετικά χρήσιμο. Κατά πάσα πιθανότητα θα συνεργαστούμε και για τον επόμενο δίσκο μας, αν και η οπτική μου ως προς τον ήχο μας έχει αλλάξει λίγο από τότε. Πρέπει να περιμένετε λίγο πιο ωμό τον ήχο στον επόμενο δίσκο μας.

Αν σας δινόταν η ευκαιρία θα αλλάζατε κάτι στο ντεμπούτο σας? Εάν ναι, τι θα αλλάζατε και γιατί?
  
Είμαι σκληρός με την κριτική προς τον εαυτό μου, οπότε πιθανότατα να άλλαζα κάποια πράγματα δοθείσης της ευκαιρίας, αν και είμαι σχετικά ικανοποιημένος με τον τελικό αποτέλεσμα.

Η συντριπτική πλειονότητα των κριτικών για το In The Company Of Serpents είναι πραγματικά θετική. Περιμένατε αυτού τους είδους την αντίδραση από τους οπαδούς, αλλά κι από τον τύπο επίσης και πως αισθάνεστε για αυτό?

Εκτιμώ κάποια πράγματα στην μπάντα μας, αλλά δεν περίμενα μια τόσο θερμή υποδοχή. Ο αρχικός μας στόχος ήταν να δημιουργήσουμε μουσική, που θα άρεσε σε εμάς τους ίδιους να ακούμε κι αν άρεσε σε κάποιον άλλο θα το θεωρούσαμε μπόνους. Είναι κολακευτικό και εκτιμούμε την κάθε επιβράβευση, που λαμβάνουμε. Από την άλλη πλευρά, είμαστε ακόμη σχετικά άγνωστοι, οπότε δεν ανησυχούμε μήπως την ψωνίσουμε.

Το άλμπουμ το κυκλοφορήσατε μόνοι σας. Αυτό είναι κάτι, που θέλατε να κάνατε εξαρχής κι ίσως θέλετε να συνεχίσετε να κάνετε ή θα σας ενδιέφερε να ψάξετε για κάποια δισκογραφική εταιρία στο μέλλον?
 
Ποτέ δεν προσπαθήσαμε να πείσουμε κανέναν να το κυκλοφορήσει, απλώς αποφασίσαμε να το βγάλουμε μόνοι μας. Θα συνεχίσουμε να κάνουμε το ίδιο, αλλά δεν θα απορρίπταμε την βοήθεια μιας δισκογραφικής αν οι όροι ήταν οι σωστοί. Εργαλεία όπως το bandcamp είναι σπουδαία για τις ανεξάρτητες μπάντες, αλλά το bandcamp δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει μια περιοδεία. Όπως και να' χει, προτιμώ να έχουμε τον πλήρη έλεγχο των κυκλοφοριών μας, οπότε μάλλον θα παραμείνουμε μια DIY μπάντα.

Πρόσφατα ενημερώσατε το merch σας. Είναι οι συναυλίες ή το διαδίκτυο, που πουλάει περισσότερο?
 
Μάλλον οι συναυλίες, αλλά και διαδικτυακά τα πάμε καλά.
 



Δώσατε πολλές συναυλίες φέτος. Είναι αυτό κάτι, που πάντα θέλατε για την μπάντα, να παίζεται δηλαδή ζωντανά όσο το δυνατόν περισσότερο?

Κι εγώ κι ο Joe λατρεύουμε να παίζουμε ζωντανά και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε με την πρώτη ευκαιρία. Προς το παρόν όμως, κάνουμε ένα διάλειμμα από τις συναυλίες, καθώς θέλουμε να συγκεντρωθούμε στη σύνθεση και στην τελειοποίηση του υλικού για τον νέο μας δίσκο.

Πρόσφατα παίξατε στο Denver Fest. Υπάρχει κάποια καλή ιστορία από εκεί, που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας κι αν ποτέ σας δινόταν η ευκαιρία να δημιουργήσετε ένα δικό σας φεστιβάλ, ποιες μπάντες θα διαλέγατε για αυτό και γιατί θα διαλέγατε αυτές?
 
Αυτό ήταν το δεύτερο ετήσιο Denver Doom Fest, ενώ είχαμε παίξει και στο πρώτο. Περάσαμε φανταστικά κι ήδη ανυπομονούμε για το επόμενο. Νομίζω, ότι οι Adai και οι Black Sleep Of Kali, αμφότεροι τα έσπασαν, ενώ το ίδιο ισχύει και για τους Clinging To The Trees Of A Forest Fire. Μακάρι να μπορούσα να σου πω κάποιες ωραίες ιστορίες από εκεί, αλλά φοβάμαι ότι οι αναμνήσεις μου από εκείνο το σαββατοκύριακο δεν είναι και οι πιο καθαρές.
Μιλάμε για ένα φεστιβάλ ρεαλιστικό ή για κάποιο φεστιβάλ βασισμένο στη φαντασία μου? Αν είναι το δεύτερο, τότε σίγουρα θα ήθελα τους Black Sabbath εποχής Master Of Reality, τους Sir Lord Baltimore, τους Neurosis εποχής Times Of Grace, τους Electric Wizard εποχής Come My Fanatics, τους YOB εποχής The Unreal Never Lived, τους Melvin, τους Big Business, τους Black Flag όταν ο Keith Morris ήταν ο τραγουδιστής τους, τους Eyehategod εποχής Dopesick, τους Grief, τους Godflesh εποχής Streetcleaner, τους Bad Brains του 1982, τους The 13th Floor Elevators εποχής Easter Everywhere, τους The Velvet Underground όταν ήταν στην ακμή τους με το Sister Ray, κι αρκετές ακόμη μπάντες. Πάμε λοιπόν να βρούμε μια μηχανή του χρόνου και να το κάνουμε πραγματικότητα.
 
Πως είναι να παίζεται ως δίδυμο, καλύτερο, χειρότερο, ευκολότερο ή δυσκολότερο από ότι αν είχατε έναν, δυο, τρεις ή και παραπάνω μουσικούς μαζί σας επί σκηνής?

Σαν μπάντα, όσο λιγότερα άτομα, τόσο λιγότεροι πονοκέφαλοι, αλλά έτσι θα πρέπει να δουλέψεις σκληρότερα για τα καταφέρεις στις συναυλίες. Οι άνθρωποι περιμένουν λιγότερα από τα ντουέτα, καθώς μάλλον δεν τα θεωρούν κανονικές μπάντες, οπότε θα πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν για να εκπληρώσουμε τις προσδοκίες τους.
Υπάρχει περίπτωση να προστεθεί κάποιος τρίτος μουσικός σε σταθερή βάση στη μπάντα?

Είχαμε αρκετούς φίλους μας από άλλες μπάντες, που προσφέρθηκαν να συμμετάσχουν στην μπάντα ως μπασίστες, αλλά είμαι ικανοποιημένος με την μορφή των δύο ατόμων. Έχω δοκιμάσει μόλις ένα άτομο για να παίξει μαζί μας και παρόλο, που ήταν εκπληκτικός χαρακτήρας κι εξαιρετικός μουσικός, η λογιστική προσέγγιση του θέματος δεν επέτρεψε να καταστεί δυνατή αυτή η συνεργασία. Επιπλέον, τώρα έχω μια χορδή μπάσου στην κιθάρα μου, οπότε δεν είναι αναγκαία η προσθήκη ενός μπασίστα, από την στιγμή, που την χρησιμοποιώ στην βαρύτονη κιθάρα μου. Αν μπορούσαμε να τα καταφέρουμε θα ήθελα μια προσέγγιση με δυο ντράμερ όπως οι Melvins, αλλά αμφιβάλλω αν αυτό συμβεί ποτέ.

Οι μουσικές σας σκέψεις για την μπάντα περιλαμβάνουν κάποιου είδους ηχητικά πειράματα με περισσότερα μουσικά όργανα ή μια διαφορετική προσέγγιση στον heavy ήχο σας?

Βεβαίως. Θα ήθελα να συμπεριλάβω μερικά διαφορετικά στοιχεία στον επόμενο δίσκο μας, αλλά θα δούμε, πως θα πάει.

Να περιμένουμε κάποια νέα κυκλοφορία από εσάς στο κοντινό μέλλον και ποια είναι τα σχέδια σας γενικότερα?

Σίγουρα. Ελπίζουμε να έχουμε τελειώσει τις ηχογραφήσεις του νέου μας δίσκου μέχρι το τέλους του έτους κι έπειτα από αυτό θα θέλαμε να περιοδεύσουμε στην χώρα για λίγο.
 
 
Μιας και πλησιάζουμε προς το τέλος του έτους, θα ήθελες σε παρακαλώ να μας πεις 5 ή και περισσότερες αν θέλεις, μπάντες και δίσκους, που σε εντυπωσίασαν κατά τη διάρκεια του 2012?

Χωρίς κάποια συγκεκριμένη σειρά, οι αγαπημένοι μου δίσκοι, που κυκλοφόρησαν φέτος είναι: Labybird / Ontological Physicalism, Royal Talons / Ομώνυμο, Ice Dragon / Tome Of The Future Ancients, Alkerdeel / Morinde και Early Graves / Red Horse.

Υπάρχει κάποιος καλά κρυμμένος heavy θησαυρός, που νομίζεις, πως θα πρέπει να ακούσουμε το συντομότερο δυνατόν?

Έχετε το νου σας για τους Western Ritual. Είναι ακόμη μια μπάντα από το Ντένβερ κι είναι εκπληκτικοί. Δεν έχουν ηχογραφήσει κάτι ακόμη, αλλά ελπίζω να το κάνουν σύντομα. Δεν θα τους έλεγα ακριβώς doom, αλλά οι φίλοι του psych rock και του stoner / desert rock θα τους γουστάρουν. Να' σαι σίγουρος, πως μόλις κυκλοφορήσουν την πρώτη τους δουλειά, οι μελωδίες τους θα καρφωθούν στο μυαλό σου για μέρες. Άλλη μια εξαιρετική μπάντα από το Ντένβερ αυτή τη στιγμή είναι οι Primitive Man. Αν γουστάρεις το doom σου μαυρόψυχο κι απειλητικό, τότε μην ψάχνεις άλλο. Κυκλοφόρησαν δύο κομμάτια από το επερχόμενο άλμπουμ τους στο bandcamp, τα οποία θα σου δημιουργήσουν πραγματικά έντονα συναισθήματα.

Ποιες είναι οι φιλοδοξίες και τα πιο τρελά σας όνειρα για τη μπάντα?
 
Θα ήταν πραγματικά υπέροχο να μπορούσαμε κάποτε να κάνουμε μια περιοδεία στην Ευρώπη.

Ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη Grant, πραγματικά το εκτιμώ. Ο επίλογος σου ανήκει.

Ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον! Συνεχίστε να υποστηρίζετε την underground μουσική σκηνή κι αν κατεβάσετε κάτι από μια DIY μπάντα και το γουστάρετε, αγοράστε τον δίσκο της!
 
In The Company Of Serpents:

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Born In A Cloud Of Dopesmoke & Bad Vibes

An Interview with In The Company Of Serpents

Born in the year 2011 Denver's heavy duo, In The Company Of Serpents, released this year their killer self titled debut album, which should be considered amongst the best of 2012. Been thoroughly impressed by it, thought it would be nice to have a chat with the band and find out how all this started. So, here's my q&a with Grant, the guitarist/vocalist of the band.


Hey Grant! First of all, congratulations on Your debut album! Honestly, it's awesome!

Thank you! We're glad you dig it.

Since You’re in a newborn band, would You be kind enough to provide us with a mini-bio of the group?

Sure. I originally formed ITCOS with JJ anselmi in January of 2011. We had met each other when both of our previous bands were on a bill together about a month before then. At that gig JJ heard me sound checking to some riffs by Earth off the Hex record, and we started talking about putting together a doom band together. The first few songs we wrote were what ended up being Dirtnap, Intro & (I think) Canto III Inferno, although we had different names for them at the time. By the time we had finished recording the record, JJ had accepted a teaching position at a college in another state, so I thought that was going to be the end of things, but JJ thought his departure was no reason to dissolve the band. He and I kept our eyes out for drummers we thought would be a good fit, and we eventually played a show with Royal Talons (a killer band you should check out), who had Joseph Weller Meyer behind the kit. Joe & I hit it off, and after some persuasion he agreed to join the band, and has been here ever since. He's a solid fit, and I'm really excited to hear his contributions on the next record.

How was the time when the band was almost gone and what were Your thoughts on it back then?

We still had some decent momentum even though we knew JJ was going to have to quit, and JJ was really cool & encouraging in regards to keeping things going in his absence. I would have kept going with some kind of doom project regardless, but without his blessing I definitely wouldn't have called it In the Company of Serpents.

What was the main factor that finally, kept the band going?

Joe was a solid fit, plain and simple. He is a hell of a performer live, and he has a visceral playing style that's well suited to what I want to achieve.
 




Were there any musical changes that came along with the lineup changes?
 
Sure. Joe & JJ are very different drummers, stylistically speaking. From the time he joined the band, however, I never laid an expectation on Joe that he needed to play JJ's parts verbatim. I want our music to have an organic vibe, and expecting someone to mimic another player identically is no way to achieve that.

What's the musical background of Υou guys, I mean, what's Υour main influences?

I can only really speak for myself, but Black Sabbath is the obvious one, as anyone from any doom band ever will tell you. I really dig Mike Scheidt's playing style in YOB, & Electric Wizard always delivers in terms of groove & sheer heaviness, but there are too many killer bands out there playing this kind of stuff to really whittle it down. I'd say that the vibe of the music can have as much of an impact on me as the actual sounds. A lot of times I'll hear records that are visceral and menacing without being 'Heavy' in the traditional sense and I'll be totally blown away by them. Going back to Earth, I think the track 'Raiford (the felon wind)' is a great example of that. The last two Swans records since they reformed also come to mind here, although there are certainly 'Heavy' moments on them.

How would you describe your music to someone that has never heard not even a single tune of yours?

I guess that would depend on the person. If they're into doom, then it wouldn't be a very long conversation, but if not, who knows? It's kind of hard to articulate how I'd want to convey us in anything more specific than broad terms.

Would please give us some info about the writing process of your heavy tunes?

Most of the songs have started with riffs that I bring in, and then we'll just play around with them until we've got a structure that we think fits. 

You've got a pretty occult image and was wondering if there's any specific concept in the lyrics of your first album?

I'm drawn to that sort of material & imagery, and, accordingly, it tends to be manifested in what I write. With that being said, any interpretation of that sort is up to the listener as much as myself. I know what I was thinking when I wrote the songs, but someone else might view my songs in a completely different light. The only thing on there that's overtly 'occult' is Canto III Inferno, which has some imagery gleaned from The Divine Comedy, but even then, I don't know that Dante could be considered Occult. I mean, he was a Christian poet, and nearly every high school & college student in the world knows who he was, so how occult could he be?


Tell us a bit about the recording process. Are You satisfied with the thick heavy sound You have achieved?

We were definitely happy with how things turned out. We recorded that with Jamie Hillyer at Module Overload studios in Denver, and he's definitely tuned in to this sort of music, which was helpful. We're probably going to use him again to record the next record, but my rig has changed significantly since that time. You can expect the sound on the next album to be quite a bit meatier.

If given the opportunity, would you change something on Your debut? If yes, what would You change and why?

I'm a harsh self critic, so I'd probably change a thing or two given the chance, but I've been pleased with the end product.

The vast majority of the reviews on In the Company of Serpents are truly positive. Did You expect this reaction from fans and press alike and how do You feel about it?

I have a certain pride in our band, but I didn't expect such a warm reception. Our goal initially was just to write music that we'd want to listen to ourselves, and if anyone else wanted to listen to it that would be a bonus. It's flattering, and we appreciate every accolade we get. On the flip side, we're still virtually unknown, so we don't have to worry about our heads getting too big!
 
The album's self-released. Is that something Υou wanted to do and maybe continue doing or Υou’re interested in searching for a label in the future?

We never attempted to have anyone else put it out, & just planned on self-publishing from the outset. We'll continue doing things in this fashion, but we wouldn't be completely averse to label support if the terms were right. Tools like Bandcamp are great for independent bands, but bandcamp isn't going to finance a tour. In any case, I'd prefer that we have complete control of our output, so we'll probably remain a DIY band.

You've recently updated Your merch quantities. Is it the lives shows or the internet sphere that sells the most?

Probably the live shows, but we do OK online.


Live shows were pretty frequent for You guys. Is that something You’ve always wanted for the band, to play as much live as possible?

Both Joe & I love playing live, and we'll continue to play whenever we can. For the moment we're taking a break from playing live in order to focus on writing & refining the material for the new record.

Recently Υou’ve played at Denver fest. Is there any good stories to share with us from the fest and if Υou ever were to choose the bands for a fest of Υours, what bands were Υou going to choose to play with and why choose them?

That was the second annual Denver Doom fest, and we had played the first one as well. We had a killer time, and had been looking forward to it all year. I thought Adai and Black Sleep of Kali both killed it, as did Clinging to the Trees of a Forest Fire. I wish I had better stories for you, but let's just say my memory from that weekend is a bit foggy.
Are we talking about a fest that is realistic or like a fantasy fest that I'd curate? If it's the latter, then I'd want Black Sabbath c. Master of Reality, Sir Lord Baltimore, Neurosis c. Times of Grace, Electric Wizard c. Come my Fanatics, Yob c. The unreal Never Lived, Melvins/Big Business, Black Flag when Keith Morris was the signer, Eyehategod c. Dopesick, Grief, Godflesh c. Streetcleaner, Bad Brains in 1982, the 13th Floor Elevators c. Easter Everywhere, The Velvet Underground in their druggy 'sister ray' heyday, and a whole bunch of others. Let's go get a time machine and make that shit happen.

How's playing live as a duo, better, worse, easier or more difficult than with 1 or 2 or 3 more guys on stage?

As a band, fewer people equals fewer headaches, but you do have to work harder to pull it off live. People expect less from two pieces because I guess they don't consider you a whole band, so you have to strive to reset that expectation as violently as possible.

Is there any chance of adding a third musician on a regular basis on the band? 

We've had numerous friends from other bands offer to join the band on bass, but I'm happy with the two-piece approach. I've only auditioned one person to play with us, and while he's a great dude and a solid musician, there were logistical issues that kept it from going anywhere. Plus, I now have a full bass rig in my backline, so there isn't much need for a bass player when I'm playing a baritone guitar through it. If we could pull it off, it could be interesting to try a two drummer approach like the Melvins have done, but I doubt that would ever happen.

Do Your musical thoughts on the band include any sonic experiments with more instruments or different approach to your heavy sound?

Sure. I'd like to include some different stuff on the next record, but we'll see where it goes.

Shall we expect a new recording from You in the near future and what are Your plans in general?

Definitely. We're hoping to have finished writing the next record by the end of the year, and after that we'd like to tour around the country a bit.


Since we're approaching the end of the year, would please tell us 5 or more if you wish, of the bands and albums that impressed you during 2012?

In no particular order, my favorite records released this year are: Ladybird/ Ontological Physicalism, Royal Talons/self titled, Ice Dragon/ Tome of the Future Ancients, Alkerdeel/Morinde, & Early Graves/Red Horse.

Is there any hidden heavy gem that you think we might all listen to the soonest possible?

Keep your ear to the ground for Western Ritual. They're another Denver band, and they're amazing. They don't have anything recorded just yet, but they will soon, hopefully. I wouldn't call them Doom per se, but fans of heavy psych rock and stoner/desert rock will dig them. Once they put out their record, you can bet you'll have their tunes stuck in your head for days. Another great Denver band right now is Primitive Man. If you like your doom misanthropic and menacing, look no further. They've released two songs from an upcoming album on bandcamp, and they'll make you feel real ugly and bad about yourself. 

What are your ambitions and wildest dreams about the band?

It would be really cool to be able to tour Europe at some point.

Thank You very much for this interview Grant, really appreciate it. The epilogue is yours.

Thanks for the interest!  Keep supporting underground music, & if you download something from a DIY band and you enjoy it, BUY THE RECORD!

In The Company Of Serpents:
Bandcamp / Facebook / Review

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Bell Witch - Longing


Η εξαιρετικά ελπιδοφόρα μπάντα από το Σιάτλ, που έρπει στα πλέον ακραία κι ανήλια σοκάκια του heavy ήχου κι ακούει στο όνομα Bell Witch, κυκλοφόρησε μόλις, την πρώτη της full length δουλειά, με τίτλο: Longing. Το υποφαινόμενο άλμπουμ, που βγήκε μέσω της φημισμένης Profound Lore Records, αποτελείται από 6 κομμάτια, 2 εκ των οποίων τα βρίσκουμε και στο περσινό demo της μπάντας με λίγο διαφορετική μορφή, ενώ διαρκεί 67 λεπτά περίπου.

Την παραγωγή του Longing επιμελήθηκε ο πολύ καλός στον τομέα του, Brandon Fitzsimmons, ο οποίος κατάφερε να προσδώσει διαύγεια και βάθος στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, ενώ ειδικής μνείας αξίζει το γκρίζας ατμόσφαιρας artwork, το οποίο πλαισιώνει υπέροχα τα ζοφερής μελαγχολίας κομμάτια και τους γεμάτους πόνο στίχους, που οι ταλαντούχοι Adrian Guerra σε ντραμς και φωνητικά και Dylan Desmond σε μπάσο και φωνή, μαεστρικά συνέθεσαν.

Η αποπνικτική ατμόσφαιρα του Longing αναδεικνύεται από τον γλυκό ήχο του μπάσου, αλλά κι από τα καταιγιστικά σε στιγμές ντραμς, ενώ εντείνεται τόσο από τα καθαρά και ξεχειλίζοντα απελπισία φωνητικά του Dylan, όσο κι από τα σπαρακτικά ουρλιαχτά του Adrian. Ο πρώτος, που ίσως σας είναι γνωστός από την πορεία του με τους ανερχόμενους Samothrace, υφαίνει κατατονικές μελωδίες απαράμιλλης ομορφιάς κι έντονης συναισθηματικής φόρτισης, ενώ..

..Ο δεύτερος, είτε οδηγεί τις συνθέσεις με τα δυναμικά του χτυπήματα, είτε απλώς συντροφεύει το μπάσο του ηχητικού του συνοδοιπόρου στις αέναες μουσικές του βόλτες σε ηχοτοπία απόγνωσης, το κάνει με εμφατικό τρόπο. Αμφότεροι, δείχνουν εξαιρετικά βελτιωμένοι στα φωνητικά τους καθήκοντα, καθώς τα ουρλιαχτά έχουν πλέον μια ανθρώπινη υπόσταση, που ραγίζει την καρδιά, ενώ τα καθαρά φωνητικά, βρίθουν θεατρικότητος, προσδίδοντας έτσι..

..Στους ιδιαιτέρως καταθλιπτικούς στίχους του Longing, μια κολακευτική για αυτούς, άκρως ρεαλιστική μορφή, η οποία αποκτά μια ανεπαίσθητη ζωντάνια, από το σωστά τοποθετημένο για την ήδη εξαιρετική ροή του δίσκου, sample φωνητικών του Vincent Price, που προέρχεται από την βασισμένη σε μια ιστορία του Edgar Allen Poe, horror ταινία του 1964, The Masque of the Red Death, ενώ άξια αναφοράς είναι η guest συμμετοχή του Erik Moggridge στα φωνητικά.

Ο υπέρ του δέοντος heavy χαρακτήρας των πολλά υποσχόμενων Bell Witch στηρίζεται σε ένα ψυχρό funeral doom μοτίβο, το οποίο παρά το αργόσυρτο του χαρακτήρα του, ξεχωρίζει για τα sludge ψήγματα του, που αναδεικνύουν με τρομακτικά όμορφο τρόπο τα θηριώδους υπόστασης και τερατώδους ομορφιάς, doom/death ξεσπάσματα τους, ενώ τα στοιχεία παραδοσιακού doom, που στολίζουν τις σκοτεινές συνθέσεις τους, καθιστούν το Longing, σχεδόν συγκλονιστικό.

Οι σφόδρα εξελίξιμοι Bell Witch αποδεικνύουν με το πρώτο ολοκληρωμένο πόνημά τους, πως είναι μια εξαιρετικά προικισμένη μπάντα, που έχει όλα τα φόντα για να ξεχωρίσει στον χώρο της ακραίας heavy μουσικής, μιας και το εξαιρετικό από κάθε άποψη ντεμπούτο τους, που φέρει τον ταιριαστό με το ηχητικό του περιεχόμενο τίτλο: Longing, μαρτυρά ζηλευτές ηχητικές αρετές, ενώ κοιτάζει στα μάτια τις πολύ καλές δουλειές, που μεγαθήρια του είδους, κυκλοφόρησαν φέτος.

Bell Witch: Facebook / Official Blog
Profound Lore Records: Official Website
 

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Wo Fat - The Black Code


Η υπέρ του δέοντος heavy παρέα των εξόχως ταλαντούχων Kent Stump σε φωνή και κιθάρα, Tim Wilson σε μπάσο και Michael Walter σε τύμπανα και φωνητικά, επιστρέφει με ιδιαιτέρως δυναμικό τρόπο στα heavy δρώμενα, μετά τον περσινό, εξαιρετικό της δίσκο, καθώς..

..Ο τέταρτος συνολικά, μα πρώτος για λογαριασμό της Small Stone Recordings, δίσκος των γεννημένων στο Ντάλας του Τέξας το 2003, Wo Fat, ο οποίος φέρει τον τίτλο: The Black Code, είναι πλέον γεγονός, μιας και κυκλοφόρησε επίσημα, πριν από μόλις λίγες ώρες.

Η μπάντα συνεργάστηκε για το artwork του The Black Code με τον Alexander Von Wieding και για το mastering του με τον Christ Goosman, ενώ την παραγωγή του, ανέλαβε με μπροστάρη τον frontman της και για ακόμη μια φορά στην πορεία της, με εξαιρετική επιτυχία, η ίδια.

Ο ήχος του The Black Code είναι ογκώδης, τραχύς, αλλά κι αρκούντως διαυγής, ενώ αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο, τις καλυμμένες με space λάσπη, συνθέσεις της μπάντας, καθώς το απύθμενο βάθος του, δεν πνίγει, αλλά απογειώνει τις sci-fi ανησυχίες της.

Η κιθάρα σκαρώνει θηριώδους υπόστασης doom μοτίβου riffs, ενώ τα βαπτισμένα στον fuzz κι αχανή blues βάλτο του southern ήχου, solos της, διακρίνονται για τον ψυχεδελικό τους χαρακτήρα, που υπέροχα πλαισιώνει τα γεμάτα γρέζι, ωμά φωνητικά των Wo Fat.

Τα δυναμικά ντραμς προσδίδουν funk πινελιές στην jam υφή των συνθέσεων του αψεγάδιαστου The Black Code, ενώ στολίζουν με jazz ψήγματα το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, το οποίο βρίθει groove, εξαιτίας του stoner χαρακτήρα των ορμητικών μελωδιών του μεστού μπάσου.

Η απαράμιλλη ισορροπία μεταξύ της jam μορφής των κομματιών του The Black Code και της doom, ψυχεδελικής τους τεχνοτροπίας, είναι αποτέλεσμα της εκπληκτικής χημείας, που διακρίνει τους τρεις άκρως ταλαντούχους μουσικούς, που απαρτίζουν τους φοβερούς Wo Fat.

Ο heavy psych αυτοσχεδιασμός, που κολακεύει τις στιβαρές συνθέσεις του The Black Code, συνυπάρχει αρμονικά με τον στιβαρό χαρακτήρα των κομματιών των Wo Fat, ενώ αποδεικνύει, πως η συνθετική τους ικανότητα, είναι εφάμιλλης δυναμικής, με το πλούσιο ταλέντο τους.

Άλλωστε, λίγα είναι τα συγκροτήματα, που θαρρώ, πως μπορούν να ισχυρίζονται, ότι όλες τους οι δουλειές είναι τουλάχιστον καλές, κι όπως σωστά μαντεύετε, οι φαντασμαγορικοί Wo Fat, οι οποίοι μόλις κυκλοφόρησαν, την καλύτερη ίσως, δουλειά τους, είναι ένα από αυτά.

Όσοι λοιπόν, γουστάρετε το doom σας να έχει γενναίες ποσότητες stoner και ψυχεδέλειας, δεν έχετε παρά να ακούσετε το εκπληκτικό The Black Code των εξαιρετικών Wo Fat, που εύγλωττα καταδεικνύει, πως τούτοι οι Αμερικάνοι, είναι φτιαγμένοι για μεγάλα πράγματα. Kudos!

Small Stone Recordings: Official Website

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Wight - Through The Woods Into Deep Water


Ο νέος δίσκος των γεννημένων το 2008 στη Γερμανία, Wight, που φέρει τον τίτλο: Through The Woods Into Deep Water, αναμενόταν από πολλούς με μεγάλη αγωνία, καθώς ο ψυχεδελικός doom χαρακτήρας του περσινού τους ντεμπούτου, είχε αφήσει εξαιρετικές εντυπώσεις.

Έτσι, το αποτελούμενο από 9 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 58 λεπτών, δεύτερο full length άλμπουμ της μπάντας, το οποίο πλαισιώνεται υπέροχα από το εξαιρετικό artwork, που φιλοτέχνησε ο Arik Roper, απέκτησε κομβικής σημασίας υπόσταση, για το μέλλον της.

Η ηχητική παρέα των Rene Hofmann (κιθάρα, φωνητικά), Peter-Philipp Schierhorn (μπάσο, σαξόφωνο) και Michael Kluck (ντραμς), έχοντας γνώση της δυναμικής, που δημιούργησε για την μπάντα τους, το παρθενικό τους άλμπουμ, έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες.

Εν αρχή είναι η παραγωγή του άλμπουμ, στην οποία εκτός του frontman της μπάντας, πήραν μέρος οι Jorge Medina και Lorenz Blümler, που ηγήθηκαν των ηχογραφήσεων κι ανέλαβαν την μίξη αντίστοιχα, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Tony Reed, που φρόντισε για το mastering.

Αποτέλεσμα της καλής δουλειάς όλων των παραπάνω, είναι ο ήχος του Through The Woods Into Deep Water, να διακρίνεται για τον όγκο και το βάθος του, αλλά και να ξεχωρίζει συνάμα, για την γλυκιά τονικότητα του, η οποία είναι απόρροια της διαυγούς, οργανικής του αύρας.

Το 60's ψυχεδελικό στοιχείο έχει υποχωρήσει στον ήχο της μπάντας, αν και στο δεύτερο πόνημα της, συνδυάζεται υπέροχα με τις 70's space πινελιές, με τις οποίες επιτυχώς διάνθισε, τα vintage ηχοχρώματα των στηριζόμενων σε ένα 80's doom metal μοτίβο, heavy psych συνθέσεων της.

Η παιχνιδιάρικη κιθάρα πλέκει υπέρβαρα riffs σε doom ύφος κι υφαίνει ψυχεδελικά solos με έντονες space αναφορές, ενώ συμβάλει τα μέγιστα στην πλούσια ηχητική ποικιλία του άλμπουμ, με τις φέρουσες μια σχεδόν ανεπαίσθητη post αύρα, ηλεκτρισμένες blues μελωδίες της.
 
Τα ακουστικά της περάσματα προσδίδουν μια άκρως γοητευτική για το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, folk αισθητική σε αυτό, ενώ εντείνουν την υφέρπουσα ανατολίτικη αύρα, που διακρίνουν τα σχεδόν tribal τεχνοτροπίας, χτυπήματα, των περιπετειωδών κρουστών.

Τα εξόχως δυναμικά ντραμς κρατούν τα μπόσικα του Through The Woods Into Deep Water με μαεστρία, καθώς παρά τις πολλές ηχητικές αλλαγές, που τα έγχορδα του προσφέρουν, αυτά παραμένουν έγκυρα χρονικά, ενώ συνεργάζονται αρμονικά μαζί τους, στην ολότητα του.

Το όργανο συμβάλει στην retro ατμόσφαιρα του δίσκου και το σαξόφωνο προσφέρει ηχητικούς οργασμούς και μουσικό πλουραλισμό με τις αιθέριες νότες του, ενώ τα φωνητικά, που μαρτυρούν βελτίωση κι ωριμότητα, διακρίνονται για την θεατρικότητα και το πάθος τους.

Την παράσταση όμως θαρρώ, πως κλέβει το μεστό μπάσο, το οποίο εκτός από τις γενναίες ποσότητες groove, που προσδίδει στον ήχο των Wight, συμβάλει τα μέγιστα στη καλή ροή του Through The Woods Into Deep Water, με τα fuzz περάσματα του και τα solos του.

Η μουσική ποικιλία των Wight δεν συνοδεύεται κι από πρωτοτυπία, καθώς οι αναφορές σε άλλες μπάντες του ευρύτερου heavy ήχου είναι πολλές και διόλου καμουφλαρισμένες, αλλά αυτό δεν σημαίνει, πως το Through The Woods Into Deep Water δεν αξίζει προσοχής.

Άλλωστε, δεν είναι και πολλές οι μπάντες, που στις μέρες μας πρωτοτυπούν σε τούτο τον ήχο, ενώ είμαι βέβαιος, πως οι περισσότερες εξ αυτών, δύσκολα θα κυκλοφορήσουν έναν τόσο γεμάτο ηχητικά δίσκο, όσο το άκρως ενδιαφέρον: Through The Woods Into Deep Water.

Όπως και να' χει όμως, οι ταλαντούχοι Wight, οι οποίοι προσφέρουν το Through The Woods Into Deep Water, προς download έναντι οποιουδήποτε αντιτίμου εσείς επιθυμείτε, μέσω της σελίδας τους στο bandcamp, αποδεικνύουν με αυτό, πως ήρθαν για να μείνουν στον heavy ήχο.



Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Rise Above Dead - Stellar Filth


Οι ταλαντούχοι Stefano Bigoni και Matteo Sala, που χειρίζονται τις κιθάρες, δημιούργησαν το 2009 τους Rise Above Dead, στους οποίους λίγο καιρό μετά, εισήλθαν ο μπασίστας Diego Leone κι ο τραγουδιστής Andrea Rondanini, ενώ το line up τους, έκλεισε το καλοκαίρι του 2011, όταν ο Luca Riommi, ανέλαβε την προβληματική ως τότε, θέση του ντράμερ.

Τούτη η ελπιδοφόρα μπάντα από το Μιλάνο της Ιταλίας, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες την δεύτερη συνολικά, μα παρθενική full length δουλειά της, με τίτλο: Stellar Filth, την πολύ καλή παραγωγή της οποίας, επιμελήθηκε ο Lorenzo Stecconi, κιθαρίστας των Ρωμαίων Lento και γνωστός για την συνεργασία του με μπάντες, όπως οι φημισμένοι: Ufomammut.

Το σκοτεινό artwork του δίσκου πλαισιώνει υπέροχα το όχι και τόσο χαρούμενο ηχητικό του περιεχόμενο, το οποίο έχει έντονα sludge κι ανάγλυφα post στοιχεία, ενώ η Αποκαλυπτική του ατμόσφαιρα απογειώνεται από τα ψυχεδελικά ηχοχρώματα, που αρμονικά συνυπάρχουν με τα metal ψήγματα, με τα οποία οι Rise Above Dead διανθίζουν το ντεμπούτο τους.

Οι down tempo ρυθμοί στους οποίους οι κιθάρες κινούνται εντείνουν την αίσθηση καταστροφής, που το Stellar Filth μυρίζει, ενώ κολακεύονται από τα φαρμακερά solos τους. Το μεστό μπάσο στηρίζει μαεστρικά το βαρύ κι ασήκωτο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, ενώ τα δυναμικά ντραμς του δίσκου, συναγωνίζονται σε ορμή κι αγριάδα, τα ιδιαιτέρως μανιασμένα του φωνητικά.

Η εξαιρετική απόδοση της μπάντας, η οποία συνοδεύεται από το πολύ καλό της δέσιμο, έχει ως αποτέλεσμα οι χαοτικές της μελωδίες να ακούγονται φρέσκες, μιας και οι μπόλικες επιρροές της, μοιάζουν πολύ καλά φιλτραρισμένες, καθώς οι Rise Above Dead, τις προσάρμοσαν στην δική τους ηχητική φιλοσοφία επιτυχώς, διατηρώντας έτσι, ακέραιη την μουσική τους ταυτότητα.

Το πολύ καλό Stellar Filth, δεν μας παρουσιάζει κάτι νέο στα 48 λεπτά της συνολικής του διάρκειας, αλλά τα 7 περιπετειώδη του κομμάτια, αποτελούν ένα εξαιρετικό δείγμα ακραίας heavy μουσικής κι αποδεικνύουν με εύγλωττο τρόπο, πως οι Rise Above Dead, έχουν όλα εκείνα τα στοιχεία, που χρειάζεται μια εξόχως ταλαντούχα μπάντα, για να ξεχωρίσει.

Rise Above Dead: Bandcamp / Facebook / Official Website

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Demonic Death Judge - Skygods


Οι γεννημένοι το 2009 στην Φινλανδία, Demonic Death Judge, αποδεικνύονται ιδιαιτέρως παραγωγικοί, καθώς παρά τα μόλις τρία χρόνια της ως τώρα ύπαρξης τους, έχουν προλάβει να ηχογραφήσουν πέντε δουλειές και πιο συγκεκριμένα: δύο Eps, ένα split άλμπουμ, αλλά και δύο full length δίσκους, ο έσχατος χρονικά εκ των οποίων, ο οποίος τιτλοφορείται: Skygods, κυκλοφόρησε μέσω της φινλανδικής Inverse Records, πριν από έναν περίπου μήνα.

Το εν λόγω άλμπουμ, το λεπτομερές artwork του οποίου, φιλοτέχνησε ο Markku Metso, περιέχει οχτώ κομμάτια συνολικής διάρκειας 48 περίπου λεπτών, ενώ διακρίνεται για την πραγματικά αψεγάδιαστη παραγωγή του, που είναι αποτέλεσμα της εξαιρετικής συνεργασίας της μπάντας σε αυτόν τον τομέα, με τους Sami Latva, που ηγήθηκε των ηχογραφήσεων, Sami Hauru, που ανέλαβε την μίξη του δίσκου και Jaakko Viitalähde, που επιμελήθηκε το mastering του.

Η κιθάρα του Saku Hakuli χτίζει λασπωμένα ηχοτοπία τεραστίων διαστάσεων, τα οποία δεν παραλείπει να διανθίζει με ψυχεδελικές πινελιές, ενώ συνεργάζεται άψογα με τα ιδιαιτέρως δυναμικά τύμπανα του Lauri Pikka, τα οποία συμβάλουν τα μέγιστα στην ομαλή ροή των κομματιών. Τα φωνητικά του Jaakko Heinonen ταιριάζουν υπέροχα στην σκοτεινή ατμόσφαιρα του δίσκου, ενώ το μπάσο του Pasi Hakuli κλέβει την παράσταση με την απόδοση του.

Πιο αναλυτικά, η κιθάρα πλέκει θηριώδους υπόστασης, δηλητηριώδη riffs, το sludge μοτίβο των οποίων, έχει τις ρίζες του βαθιά στον doom rock χώρο της δεκαετίας του '70, από τον οποίο πηγάζουν και τα οπιούχα, ψυχεδελικά της solos, τα οποία αναδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο τα μαγευτικά περάσματα, μέσω των οποίων η ακουστική κιθάρα στολίζει τις συνθέσεις, ενώ ζαλίζουν τις αισθήσεις κι αιχμαλωτίζουν το μυαλό, με την έντονη, μεθυστική τους αύρα.

Τα ντραμς, άλλοτε ηχούν καταιγιστικά κι άλλοτε συμβάλουν στη φαινομενική ηχητική νηνεμία, που επικρατεί στο εκπληκτικό Skygods, ενώ σε όλη του τη διάρκεια, καταφέρνουν και κρατούν με μαεστρία τα μπόσικα του, μέσω των δυναμικών τους γυρισμάτων. Τα ουρλιαχτά, που φέρνουν μια κολακευτική για αυτό, ζοφερή black νότα, στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, αποδίδουν με πειθώ τους μυστηριακούς στίχους, ενώ εντείνουν την ζοφώδη ατμοσφαίρα του.

Τα ελάχιστα πλήκτρα, που ακούγονται στο καταπληκτικό Skygods, πλαισιώνουν υπέροχα τις μελωδικές του στιγμές, ενώ προσδίδουν μια αέρινη αίσθηση στις περιπετειώδεις και τερατώδους ομορφιάς, συνθέσεις του. Το μπάσο όμως είναι αυτό, το οποίο θαρρώ, πως απογειώνει τούτο το εξαίσιο άλμπουμ, καθώς οι πνιγμένες στο fuzz, τραχιές του νότες, προσφέρουν στα κομμάτια του, γενναίες ποσότητες groove, ενώ τα οδηγούν στα heavy πέρατα του αχανή doom ήχου.

Τα έντονα sludge ηχοχρώματα του Skygods συνυπάρχουν αρμονικά με τα ανάγλυφα black στοιχεία των Demonic Death Judge, ενώ αναδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο τόσο την 70's αισθητική, που διακρίνει την νοοτροπία τους, όσο και το αγνό doom υπόβαθρο τους. Με άλλα λόγια, τούτοι οι τύποι, μόλις εκτόξευσαν τις προσδοκίες για το ηχητικό τους μέλλον σε ύψη δυσθεώρητα, καθώς κυκλοφόρησαν έναν από τους καλύτερους δίσκους του ακραίου heavy ήχου για το 2012. 

Demonic Death Judge: Bandcamp / Blog / Facebook
Inverse Records: Official Website