Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

The Lone Crows


Από την Μινεάπολις των Η.Π.Α. προέρχονται οι δημιουργημένοι το 2009, The Lone Crows, οι οποίοι ξεκίνησαν ως μια σχολική μπάντα με έμφαση στα progressive και thrash ηχοτοπία, ώσπου οι αλλαγές στο line up τους, που ολοκληρώθηκαν δυο χρόνια μετά την γέννηση τους, οδήγησαν την μπάντα σε heavy blues μελωδίες πασπαλισμένες με έντονα fuzz ηχοχρώματα.

Τούτη η άκρως ελπιδοφόρα μπάντα αποτελείται από τους Tim Barbeau σε κιθάρα και φωνή, Julian Manzara σε κιθάρα, Andy Battcher σε μπάσο και Joe Goff σε κρουστά και ντραμς, όλοι εκ των οποίων, διακρίνονται για το μουσικό και συνθετικό τους ταλέντο, καθώς και για την υψηλότατη απόδοση, που έπιασαν στο ομώνυμο κι εξόχως απολαυστικό ντεμπούτο τους.

Ο εν λόγω δίσκος, κυκλοφόρησε πέρσι από την ίδια την μπάντα κερδίζοντας εντυπωσιακές κριτικές στον τοπικό της τύπο και όχι μόνο σε αυτόν, αλλά κι ένα συμβόλαιο με την φημισμένη γερμανική δισκογραφική World In Sound, η οποία επανακυκλοφορεί το αποτελούμενο από 9 κομμάτια συνολικής διάρκειας 50 λεπτών, The Lone Crows, εδώ και λίγες εβδομάδες.

Το εκρηκτικό μείγμα κλασικού rock σε heavy blues ρυθμούς με grunge ψήγματα βαπτισμένα σε ψυχεδελικά acid rock νερά, που αποτελεί τον ηχητικό κορμό του The Lone Crows, καθιστά το εν λόγω άλμπουμ εντυπωσιακά όμορφο, ενώ το αργό και σχεδόν μεθυστικό του τέμπο, σε συνδυασμό με το fuzz ταμπεραμέντο του και την 60's αύρα του, απλώς, το απογειώνουν.

Οι κιθάρες σκαρώνουν σπιρτόζικα riffs και σαλεμένα solos με σκανταλιάρικη διάθεση, αλλά υφαίνουν και μελωδίες μελαγχολικά νοσταλγικές, οι οποίες καθηλώνουν με κάθε τους νότα, την ίδια στιγμή, που μπάσο και ντραμς, συνθέτουν ένα στιβαρό κι άκρως δυναμικό rythm section, υποστηρίζοντας με τον καλύτερο τρόπο, τις ταξιδιάρικες συνθέσεις του The Lone Crows.

Το όλο θαυμαστό ηχητικό πακέτο συμπληρώνουν υπέροχα τα άλλοτε γεμάτα γρέζι κι άλλοτε βγαλμένα μέσα από ένα ψυχεδελικό space πρίσμα παλαιότερων ηχητικών εποχών, μα πάντα παθιασμένα φωνητικά, που αποδίδουν τους όχι σύνθετους, μα γεμάτους νόημα και ειλικρίνεια στίχους του καταπληκτικού The Lone Crows, με τον πλέον κολακευτικό για αυτούς, τρόπο.

Εξώφυλλο κι artwork πλαισιώνουν υπέροχα το παρθενικό άλμπουμ των ραγδαίως ανερχόμενων The Lone Crows, ενώ η αψεγάδιαστη και ιδιαιτέρως δυναμική παραγωγή του, αποδεικνύει με τον τρόπο της, πως τούτοι οι νεαροί από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, δεν αστειεύονται και δεν αφήνουν τίποτα απολύτως στην τύχη, και αυτό θαρρώ, πως αξίζει, ειδικής μνείας.

Με λίγα λόγια, εάν ψάχνετε ένα αγνό heavy rock άκουσμα, που τιμά και σέβεται τις blues ρίζες όλου του rock φάσματος, τότε είμαι σχεδόν βέβαιος, πως δεν έχετε καλύτερη επιλογή από την πρώτη full length δουλειά των The Lone Crows, καθώς τούτος ο δίσκος, θα σας συναρπάσει με τις σπιρτόζικες μελωδίες του και θα σας μαγέψει με τον ευθύ κι ευαίσθητο χαρακτήρα του.

The Lone Crows: Bandcamp / Facebook
World In Sound: Official Website

 

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Cathedral - The Last Spire


Τι να πρώτο πει κανείς για τους μάστορες του doom metal από την Βρετανία ονόματι Cathedral, που από το 1989 οπότε και δημιουργήθηκαν από τον ηγέτη, τραγουδιστή και μορφή της heavy σκηνής γενικότερα, Lee Dorrian, έως και τον Απρίλη του 2013, όταν και με την κυκλοφορία της δέκατης και τελευταία τους full length δουλειάς με τίτλο: The Last Spire, έκλεισε ο κύκλος τους στον doom πλανήτη, πέτυχαν με τους αινιγματικούς, μα πάντα εξαιρετικά ενδιαφέροντες δίσκους τους, να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον, τόσο για την doom σκηνή, όσο και για την αργή μουσική γενικότερα, καθώς όλα αυτά τα χρόνια, δεν κυκλοφόρησαν ούτε έναν μέτριο δίσκο.

Και πως αλλιώς να γινόταν, όταν κουμάντο στις συνθέσεις κάνει, τόσο ο προαναφερθείς ηγέτης της μπάντας, όσο και ο τρομερός Gaz Jennings με την κιθάρα του, που συνεργάζεται άψογα εδώ και δυο περίπου δεκαετίες με τον ντράμερ της μπάντας, Brian Dixon, αλλά και με τον προσφάτως εισελθόντα σε αυτή, Scott Carlson στο μπάσο, δημιουργώντας heavy κομμάτια άλλοτε βαριά κι ασήκωτα κι άλλοτε διανθισμένα με ψυχεδελικές prog αναφορές, αλλά και συχνά πυκνά με αχνά ψήγματα punk και stoner στοιχεία, που προσέδιδαν στη μουσική των Cathedral, μια κολακευτική για αυτήν, ποικιλία, που πάντα διακρίνονταν από μια πειραματική διάθεση.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία βρίσκονται και στο κύκνειο άσμα τους, που φέρει τον πολύ ταιριαστό τίτλο: The Last Spire και το οποίο καταφέρνει στα 8 κομμάτια συνολικής διαρκείας 58 περίπου λεπτών, που το αποτελούν, να μας υπενθυμίσει γιατί οι Cathedral ήταν, είναι και θα είναι για πάντα χαραγμένοι με τεράστια κι ανάγλυφα γράμματα στην doom βίβλο, καθώς περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία, που τους κατέστησαν ξεχωριστούς, αλλά και μερικούς νεωτερισμούς, που όμως πλέουν αρμονικά με το παλιακό doom ύφος του δίσκου, που μοιάζει πολύ με εκείνο των πρώτων δουλειών της μπάντας, δίχως αυτό να σημαίνει, πως αυτή αντιγράφει τον εαυτό της.

Οι συνθέσεις του The Last Spire έχουν την δική τους μοναδική του ταυτότητα και αποτελούν ένα doom απαύγασμα απαράμιλλης ομορφιάς, καθώς πέρα των γιγαντιαίων και με συχνές αλλαγές στο τέμπο τους, riffs της κιθάρας, των τρομακτικής δυναμικής χτυπημάτων των ντραμς και του μεστού και σπινθηροβόλου μπάσου, διαθέτουν κι άκρως κολακευτικά για αυτό αιθέρια πλήκτρα, καθώς και μια μαγευτική vintage αύρα, που είναι απόρροια των μελωδιών του David Moore στα moog, mellotron και hammond, που με μαεστρία ντύνουν τις στερνές μελωδίες των Cathedral, στις οποίες προσφέρουν την φωνή τους η Rosalie Cunningham και ο Chris Reifert.

Οι τραχιές κιθάρες δημιουργούν riffs αγνού και ανόθευτου doom, πότε σε βασανιστικά αργό και πότε σε λίγο πιο σπιντάτο τέμπο, ενώ τα leads και solos τους, άλλοτε προσδίδουν στο The Last Spire μια metal χροιά κι άλλοτε έναν ψυχεδελικό prog τόνο, που απογειώνει τα πολύ σημαντικά, για την εκπληκτική του ροή, ακουστικά περάσματα, που καθηλώνουν με την λιτή και απέριττη ομορφιά τους. Τα φωνητικά του αρχηγού της μπάντας και ιδρυτή της φημισμένης Rise Above Records, είναι στα γνωστά επίπεδα της μπάντας, ενώ εδώ συνοδεύονται από ένα guest μιλητό sample κι από μερικά πανέμορφα γυναικεία φωνητικά, που απογειώνουν το ηχητικό σύνολο.

Το μπάσο σιγοντάρει τις κιθάρες και τα ντραμς εντυπωσιακά, δίχως όμως να στερηθεί ηχητικών πρωτοβουλιών, ενώ τα τύμπανα προσφέρουν απύθμενο groove στις διακριθείσες εκτός όλων των άλλων και για το fuzz τους συνθέσεις του The Last Spire, συμβάλλοντας σημαντικά στο θελκτικό χαρακτήρα του τελικού ηχητικού αποτελέσματος. Τα πλήκτρα γεμίζουν επιτυχώς τα κομμάτια του δίσκου, τα οποία χρωστούν πολλά, τόσο στο mellotron και το hammond, όσο και στο moog, καθώς σε αυτά οφείλει την ατίθαση φαντασία, που χαρακτηρίζει την περιπετειώδη υπόσταση, που οι ευρισκόμενα σε συνθετικά κέφια Cathedral τους προσέδωσαν απλόχερα.

Οι experimental ανησυχίες τούτης της μπάντας σύμβολο της doom σκηνής συγκρούονται αρμονικά με τις ανίερες ηχητικές τους ρίζες, δημιουργώντας έτσι ένα μεγαλειώδες heavy κράμα, που μπάντα και οπαδοί θα απολαύσουν εξίσου, καθώς ο αυθορμητισμός στην ευεργετηθείσα από την αψεγάδιαστη παραγωγή της, μουσική του The Last Spire, περισσεύει, ενώ το ταλέντο και η τιμιότητα των Cathedral, μαρτυρείται για ακόμη μια φορά στην ιστορία τους, σε κάθε τους νότα, καθιστώντας έτσι την περσινή τους απόφαση να τελειώσουν την ηχητική τους διαδρομή με αυτήν τη μορφή, αμφίβολη, καθώς στο έσχατο χρονικά πόνημα τους, η έμπνευση ξεχειλίζει.

Όμως η μπάντα έχει λάβει εδώ και καιρό την απόφαση της, οπότε όλα τα υπόλοιπα σχετικά με αυτό το θέμα περιττεύουν, καθώς τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα. Ας είναι όμως, μιας και οι μεγάλοι Cathedral ποτέ δεν θα χαθούν στην λήθη, καθώς τα έργα τους θα παραμείνουν σε περίοπτη θέση του ευρύτερου heavy χώρου, υπενθυμίζοντας σε όλους, πως μερικές μπάντες είναι φτιαγμένες από ανεξίτηλα υλικά και πως ακόμη κι η στερνή τους ηχητική ανάσα, που σε τούτη την περίπτωση φέρει τον τίτλο: The Last Spire, εμπνέει σεβασμό. R.I.P. Cathedral και καλό ταξίδι στα απέραντα σοκάκια των heavy ουρανών. Twenty years it's been..

Rise Above Records: Official Website