Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Siaskel - Jatenentolpen Thejin


Οι Siaskel σχηματίστηκαν το 2003 στο Σαντιάγο της Χιλής με σκοπό να μετουσιώσουν τις πλέον περιβόητες και σκοτεινές ιστορίες της τοπικής μυθολογίας, από την οποία είναι εμπνευσμένοι στον στιχουργικό κι όχι μόνο τομέα, σε ήχο και πιο συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από το Jatenentolpen Thejin, που αποτελεί το ντεμπούτο τους, σε black και death metal μελωδίες.

Ο εν λόγω δίσκος, που περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 30 λεπτών, είναι διαθέσιμος σε digital μορφή και φυσικές κόπιες απευθείας από τους Siaskel, οι οποίοι τον κυκλοφόρησαν τρία έτη μετά την ηχογράφηση του με diy διαδικασίες και ξεχωρίζει για την αρκετά καλή παραγωγή του, που επιτρέπει στα όργανα να ακουστούν καθαρά, παρά την έμφυτη παραμόρφωση τους.

Τα riffs από τις κιθάρες των Siaskel άλλοτε θερίζουν με την τραχιά και κοφτή death υφή τους κι άλλοτε μας βυθίζουν σε απόκοσμα black σοκάκια και μας μεθούν με την αργόσυρτη και σχεδόν doom αύρα τους, ενώ το μπάσο σιγοντάρει περίφημα με την ογκώδη υπόσταση του και το fuzz ταμπεραμέντο του, τόσο τις κιθάρες, όσο και τα δυναμικά τύμπανα του Jatenentolpen Thejin.

Η brutal φωνή των Siaskel ακροβατεί ανάμεσα σε black υφής ουρλιαχτά και death αισθητικής βορβορώδεις κραυγές, οι οποίες εν τέλει υπερισχύουν στο τελικό ηχητικό σύνολο, ενώ τα ντραμς του Jatenentolpen Thejin παρέχουν τις κατάλληλες ηχητικές προϋποθέσεις στα έγχορδα ώστε να χτίσουν τις βλοσυρές τους μελωδίες, καθώς κρατούν με μαεστρία τα ηχητικά του μπόσικα.

Το ηχητικό πλαίσιο του Jatenentolpen Thejin αποτελείται από αχνά doom ψήγματα κι έντονες black πινελιές, οι οποίες πλαισιώνονται υπέροχα από τα death ξεσπάσματα τους, καθιστώντας έτσι το παρθενικό full length πόνημα των Siaskel ως ένα εξόχως ενδιαφέρον κι απολαυστικό άκουσμα του ακραίου metal ήχου, που αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον τους. Έξοχο.



Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Wasted Theory - Death And Taxes


Το 2012 στο Delaware σχηματίστηκαν οι Wasted Theory, οι οποίοι κυκλοφόρησαν στα τέλη του περασμένου Μάη την τέταρτη συνολικά μα τρίτη full length δουλειά τους, Death And Taxes, η οποία περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 38 λεπτών, μες από τα οποία τούτοι οι μουσάτοι τύποι μας παρουσιάζουν το εκρηκτικό και βαφτισμένο σε southern αλκοόλ stoner rock τους.

Τα φέροντα μια εθιστική southern rock αύρα riffs από τις κιθάρες των Dave και Larry ξεχύνονται σαν χείμαρρος και παρασύρουν τα πάντα στο διάβα τους, την ίδια στιγμή, που τα solos τους πασπαλίζουν με λίγη blues μαγεία τα doom περάσματα του ορμητικού Death And Taxes, ενώ τα φωνητικά του δεύτερου, του προσφέρουν ενέργεια με το άσωτο πάθος και το γρέζι τους.

Ο υπέρ του δέοντος heavy χαρακτήρας του Death And Taxes οφείλεται εν πολλοίς στο μεστό μπάσο του Jonathan, το οποίο γεμίζει με τον fuzz χαρακτήρα του και την πυκνή του υφή το τελικό ηχητικό σύνολο κι αποτελεί συγχρόνως το καλύτερο στήριγμα για τα ντραμς του Brendan, τα οποία στάζουν groove κι αδρεναλίνη, αναδεικνύοντας έτσι το heavy rock τσαγανό τους.

Η μουσική των Wasted Theory μυρίζει πυρίτιδα σε κάθε της νότα κι αυτό οφείλεται στην γεμάτη ενέργεια και παθιασμένη τους απόδοση, καθώς επίσης και στην δομή των συνθέσεων τους, οι οποίες ερχόμενες από doom ηχοτοπία πλημμυρίζουν το Death And Taxes με stoner σπιρτάδα κι αχνά blues ηχοχρώματα, σκαρώνοντας έτσι ένα εξόχως χορταστικό heavy rock σύνολο.

Οι εκρηκτικές μελωδίες του Death And Taxes αποκτούν μια έξτρα δυναμική από την στιβαρή παραγωγή κι αποτυπώνουν με πειστικό τρόπο το μουσικό ταλέντο των Wasted Theory, οι οποίοι κάτι μου λέει ότι δεν θα αργήσουν να καθιερωθούν στην heavy σκηνή, μιας και το μεράκι τους συμπλέει με την κάψα τους για heavy μελωδίες και το ηχητικό τους νεύρο. Εξαιρετικό.

Wasted Theory: Bandcamp / Facebook


Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Mournful Congregation - Concrescence Of The Sophia


Οι θηριώδεις Mournful Congregation σχηματίστηκαν το 1993 στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας, με μοναδικό σκοπό να δημιουργήσουν extreme doom μουσική κι όπως αποδεικνύει η μαγευτική τους δισκογραφία ως τώρα, τα έχουν καταφέρει περίφημα, καθώς οι σκοτεινές κι απεγνωσμένα μελαγχολικές τους μελωδίες, που κινούνται στα ανήλιαγα σοκάκια του heavy ήχου και της metal μουσικής, τους κατέστησαν μια από τις πλέον ποιοτικές κι επιδραστικές funeral doom μπάντες.

Για του λόγου το αληθές, δεν έχετε παρά να ακούσετε το έσχατο χρονικά πόνημα τους, το οποίο κυκλοφορεί τούτες τις μέρες με τίτλο: Concrescence Of The Sophia και πετυχαίνει μέσα από τα μόλις 2 κομμάτια συνολικής διάρκειας 30 λεπτών, που το αποτελούν, να μας συναρπάσει με τις εμπνευσμένες του μελωδίες, οι οποίες απογειώνονται από την αψεγάδιαστη παραγωγή, που καταφέρνει να ισορροπήσει τέλεια ανάμεσα στην μουσική διαύγεια και τον πυκνό heavy ήχο.

Τα riffs του ep, Concrescence Of The Sophia, φέρουν ανάγλυφα doom/death σημάδια στο πληγωμένο τους κορμί και διανθίζουν τις drone πληγές τους με φέροντα metal αιχμές leads, τα οποία χαρίζουν σαγηνευτική υπόσταση στις νέες συνθέσεις των Mournful Congregation, μιας κι αποτελούν τη καλύτερη ηχητική βάση, για τις βαπτισμένες σε γλυκά ηχητικά νερά απελπισίας, ακουστικές κιθάρες τους, που χαρίζουν εύθραυστη υφή στο τερατώδες heavy εκτόπισμα τους.

Το μπάσο σιγοντάρει τις κιθάρες στο αργόσυρτο ταξίδι τους σε καταραμένα doom ηχοτοπία και συνάμα αποτελεί πιστό συνοδοιπόρο για τα δυναμικά ντραμς, τα οποία κρατούν με μαεστρία κι επιτυχημένα γεμίσματα τα ηχητικά μπόσικα του Concrescence Of The Sophia, τα φωνητικά του οποίου φέρνουν θύμισες από τα έντονα κι εξόχως σκοτεινά doom ηχοχρώματα των 90's, καθώς η αρμονική brutal υφή τους, ενισχύει την συναισθηματική ένταση των συνθέσεων του.

Η σχεδόν καταθλιπτική στιχουργική υπόσταση του Concrescence Of The Sophia, που μαρτυρά ακραία αισθήματα μοναξιάς κι απελπισίας, αναδεικνύει υπέροχα την αύρα απόγνωσης, που κυριαρχεί στην μεστή doom μουσική του κι αποτυπώνει την απαράμιλλη ποιότητα των Mournful Congregation, οι οποίοι καταδεικνύουν για ακόμη μια φορά στην ως τώρα πορεία τους, πως ο funeral doom ήχος μπορεί να είναι ο πιο ακραίος και συνάμα ο πιο όμορφος όλων.

Δεν τρέφω αυταπάτες, πως τούτο το μουσικό είδος μπορεί κάποτε να ακουστεί και να αγαπηθεί από περισσότερο κόσμο, μιας κι αυτό μου φαίνεται τόσο ακραίο σαν σενάριο, όσο και η ίδια η φύση τούτης της μουσικής, αλλά είμαι σίγουρος, πως όσοι κι όσες ακούσουν το σχεδόν τέλειο Concrescence Of The Sophia των φοβερών και τρομερών Mournful Congregation ίσως να μαγευτούν ακόμη κι αιώνια από τη μεγαλειώδη, αρχέγονη κι αβάσταχτη ομορφιά του. Υπόκλιση.

Mournful Congregation: Facebook / Official Website

 

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Mayhem - Esoteric Warfare


Δεν υπάρχουν πολλά να ειπωθούν για τους σχηματισμένους το 1984 στη Νορβηγία Mayhem, καθώς έχουν ειπωθεί τόσα για αυτούς και τα πεπραγμένα τους, που το πράγμα έχει σχεδόν ξεφύγει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αν δεν υπήρχε τούτη η μπάντα, τότε ίσως να μην γνωρίζαμε ποτέ το black metal όπως το ξέρουμε σήμερα, μιας κι αυτοί ήταν οι αυτουργοί της άνθισης του συγκεκριμένου ήχου και παραμένουν ως σήμερα μια από τις πλέον επιδραστικές του μπάντες.
 
Εάν και κατά πόσο τα γεγονότα, η πραγματικότητα κι ο μύθος, η φαντασία και οι εικασίες έχουν μπλεχτεί μεταξύ τους, σε ότι αφορά το ποιοι ήταν κι είναι και το τι κάνουν κι έκαναν οι Mayhem στα πλαίσια του black metal κι εκτός αυτών, δεν θα απασχολήσει το παρόν κείμενο, το οποίο γράφεται με αφορμή τον πέμπτο full length δίσκο τους, Esoteric Warfare, ο οποίος κυκλοφορεί από την Season Of Mist και περιέχει 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 48 λεπτών.
 
Το εξαιρετικά δυναμικό Esoteric Warfare ξεχωρίζει για την εκπληκτική του παραγωγή, το μόνο ψεγάδι της οποίας θαρρώ, πως είναι ο ήχος των ντραμς, ο οποίος χάνει λίγο σε σχέση με τα υπόλοιπα όργανα και διακρίνεται για το φανταστικό του artwork, που πλαισιώνει υπέροχα τις ευφυείς black metal μελωδίες του και τους σχεδόν αλλόκοτους στίχους του, που καταπιάνονται με αλλοτινές και με σύγχρονες μεθόδους πλύσης εγκεφάλου και χειραγώγησης της σκέψης.
 
Η παθιασμένη ερμηνεία του Attila Csihar μοιάζει βγαλμένη από τα έγκατα της αβύσσου, μιας κι οι πολλαπλές του προσεγγίσεις στα φωνητικά φαίνεται, πως προέρχονται από τα βάθη εγκαταλειμμένων, όχι όμως κι ερημωμένων ψυχιατρείων, καθώς η παράνοια και η σχιζοφρένεια μοιάζουν να είναι πολύ light ως όροι για να περιγράψουν με εύγλωττο τρόπο την τρομακτική απόδοση του, που βοηθά σημαντικά την ροή του Esoteric Warfare με την θεατρικότητα της.
 
Τα riffs από την κιθάρα του νεοφερμένου στη μπάντα Teloch φέρουν μια αύρα από τα παλιά και συγχρόνως διακατέχονται από μια έντονη ευωδία φρεσκάδας, καθώς παντρεύουν υπέροχα την βαριά και πλούσια μουσική κληρονομιά των Mayhem με την πάντοτε ατίθαση και φιλική σε κάθε λογής νεωτερισμούς, μουσική λογική τους, δίχως όμως να γέρνει προς τη μια ή την άλλη πλευρά κι αυτό έχει συνέπεια το Esoteric Warfare να ξεχειλίζει μουσική δροσιά κι οικειότητα συνάμα.
 
Ο βαθύς κι ογκώδης ήχος από το μπάσο του Necrobutcher γίνεται εύκολα αντιληπτός σε τούτο τον απολαυστικό δίσκο και του χαρίζει έτσι την απαραίτητη πυκνότητα, πάνω στην οποία ο εξαιρετικά ταλαντούχος Hellhammer χτίζει υποδειγματικά και με περίσσια δεξιοτεχνία το τέμπο του Esoteric Warfare, το οποίο κι ορίζει κατά βούληση, άλλοτε με τα βάρβαρα χτυπήματα του κι άλλοτε με τα αχνής jazz αισθητικής γεμίσματα του, που απογειώνουν το τελικό ηχητικό σύνολο.
 
Οι στιγμές κατά τις οποίες οι Mayhem ξεφεύγουν από τα τεχνικά στεγανά, που οι ίδιοι μοιάζουν να έχουν επιβάλει στον εαυτό τους εδώ, δεν είναι λίγες τον αριθμό, καθώς τα συγκρατημένα ξεσπάσματα τους αποδεικνύονται εκτός από εξόχως απολαυστικά και ιδιαιτέρως χρήσιμα για την ροή του Esoteric Warfare, μιας κι αναδεικνύουν περίφημα τις old school καταβολές του ευφυούς black metal τους και μαρτυρούν συνάμα τα σχεδόν ανεπαίσθητα prog ψήγματα του.
 
Εν ολίγοις, τούτος ο εξαίρετος δίσκος, που βγήκε έπειτα από 7 χρόνια σιωπής, μας υπενθυμίζει την ύπαρξη της σημαντικότερης black metal μπάντας, που φέτος συμπληρώνει 30 χρόνια ζωής και μας προϊδεάζει για το μέλλον της, καθώς το χορταστικό κι άκρως εθιστικό Esoteric Warfare αποτελεί το απόσταγμα της ως τώρα ηχητικής της πορείας, μιας και η νοσηρή του υπόσταση θαρρώ, πως εσωκλείει το παρελθόν, το παρόν και το ηχητικό μέλλον των Mayhem. Σεβασμός.

Season Of Mist: Official Website


Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Agalloch - The Serpent & The Sphere


Οι Agalloch σχηματίστηκαν το 1995 στο Πόρτλαντ του Όρεγκον και ξεχώρισαν αμέσως για το ταλέντο τους να συνδυάζουν υπέροχα τις black metal καταβολές τους με έντονα folk ηχοτοπία, post rock ήχους κι αιθέρια doom ηχοχρώματα, ενώ παντρεύοντας τις επιρροές τους σωστά κι ενισχύοντας τις συνθέσεις τους με φρεσκάδα και μεράκι, χάραξαν την μοναδική ηχητική τους ταυτότητα κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μας χαρίσουν μερικούς εξαιρετικούς δίσκους.

Ο νέος τους δίσκος, The Serpent & The Sphere, που αποτελεί την πέμπτη full length δουλειά τους κι ο οποίος περιέχει 9 κομμάτια συνολικής διάρκειας 60 λεπτών, δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση όσον αφορά τουλάχιστον στα βασικά του συστατικά, καθώς συνδυάζει αρμονικά το black υπόβαθρο τους με αχνά post rock στοιχεία και ισχνά doom ψήγματα, τα οποία οι Agalloch στόλισαν με έντονες folk ακουστικές μελωδίες κι ανάγλυφα gothic metal ρινίσματα.

Η κιθάρα πλέκει με τα riffs της έναν πυκνό ιστό πάνω στον οποίο υφαίνει με μαεστρία τα γαλήνια leads της, τα οποία όμως αν κι έχουν χάσει σε σχέση πάντα με τις πρότερες δουλειές των Agalloch την φρεσκάδα τους, αποτελούν τον τέλειο καμβά για να αναπτυχθεί το μεστό και στιβαρό τους μπάσο, το οποίο σε αντίθεση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, εδώ δεν διστάζει να αναλάβει και σημαντικές ηχητικές πρωτοβουλίες, κλέβοντας έτσι την παράσταση.

Τα ντραμς εντυπωσιάζουν κι αυτά στο The Serpent & The Sphere, καθώς τα γεμίσματα τους πλημμυρίζουν με groove το τελικό ηχητικό σύνολο κι αποτελούν συνάμα ένα δυναμικό στήριγμα για τα έγχορδα των Agalloch, τα φωνητικά των οποίων εδώ είναι ως επί τω πλείστο brutal, μιας και τα καθαρά φωνητικά τους έχουν περιοριστεί σε δευτερεύοντα ρόλο κι έχουν παραχωρήσει την θέση τους σε ψιθυριστές φωνές, που ενισχύουν την σκοτεινή ηχητική τους ατμόσφαιρα.

Το στιχουργικό τους περιεχόμενο έχει αλλάξει ελαφρώς, μιας και την θέση της φύσης έχουν πάρει οι αναφορές στο διάστημα και σε διάφορους αστερισμούς, ενώ η μουσική των Agalloch εδώ εμφανίζεται πιο βατή κι εύκολη από ποτέ, μιας και λείπουν εξ ολοκλήρου τα progressive στοιχεία, που διέκριναν τις παλαιότερες δουλειές τους κι απόρροια αυτού είναι οι συνθέσεις του The Serpent & The Sphere να μοιάζουν περισσότερο οικείες από όσο ίσως θα έπρεπε.

Τους μικρούς ηχητικούς πειρασμούς, στους οποίους οι Agalloch, άλλοτε προσέδιδαν folk υφή κι άλλοτε τους χάριζαν μια στιβαρή post rock υπόσταση, έχουν πλέον εκτοπίσει από τον ήχο τους οι έντονες gothic metal αναφορές τους, που φέρνουν γνωστές μπάντες του doom/death ήχου των 90's στο νου, ενώ η ασθενής doom χροιά του The Serpent & The Sphere αποτυγχάνει να καλύψει την έλλειψη prog φαντασίας από τις ώριμες και γλυκές μεν, αναιμικές δε, συνθέσεις του.

Τις κυκλικές προεκτάσεις στον ήχο των Agalloch δεν τις συναντάμε πρώτη φορά εδώ, αλλά θαρρώ, πως στο γενικές γραμμές όμορφο σαν άκουσμα The Serpent & The Sphere δεν αποτελούν απλώς την φυσική εξέλιξη του όλου concept του, μα αντιθέτως φέρουν ανάγλυφα τα σημάδια ενός ηχητικού κορεσμού, που μπορεί να μην κουράζει και να μην θολώνει τις αχτίδες ομορφιάς των συνθέσεων του, εντούτοις όμως, μαρτυρά έντονα σημάδια εφησυχασμού.

Εν ολίγοις, οι Agalloch με το έσχατο χρονικά πόνημα τους δεν μας προσφέρουν κάτι καινούριο, καθώς οι όμορφες μελωδίες του The Serpent & The Sphere, δεν έχουν το απαραίτητο τσαγανό, ούτε και την πλούσια συνθετική υφή του παρελθόντος τούτης της εξαιρετικής μπάντας κι αυτό αδικεί το τελικό ηχητικό σύνολο, καθώς μειώνει σημαντικά τη μαγεία του, καθιστώντας το παρόν χορταστικό άκουσμα ως το λιγότερο γενναίο μουσικά της ως τώρα πορεία της. Απλώς καλό.



Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Castle - Under Siege


Οι σχηματισμένοι το 2009 στο Σαν Φρανσίσκο, Castle, που απαρτίζονται από τον Mat Davis στην κιθάρα, από την Elizabeth Blackwell σε φωνή και μπάσο κι από τον Al McCartney στα ντραμς, επιστρέφουν στα δισκογραφικά δρώμενα της ευρύτερης heavy σκηνής με την τρίτη full length δουλειά τους, η οποία κυκλοφορεί μέσω της Van Records υπό τον τίτλο Under Siege.
 
Ο εν λόγω δίσκος, που περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 34 λεπτών, διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, στην οποία ο Billy Anderson με δεξιοτεχνία πέτυχε την απόλυτη ισορροπία διαύγειας και βρωμιάς, ενώ το Under Siege ξεχωρίζει επίσης και για το εκπληκτικό του artwork, δημιουργία του Denis Forkas, που μας βάζει για τα καλά στο ηχητικό του κλίμα.
 
Το στιχουργικό περιεχόμενο του Under Siege στηρίζεται στην φαντασία κι έχει έντονες horror κι ανάγλυφες occult προεκτάσεις, ενώ πλαισιώνει υπέροχα το εκρηκτικό μείγμα doom και heavy metal ήχων των Castle, που έχουν βρει την ηχητική τους ταυτότητα κάπου ανάμεσα σε αυτά τα 2 μουσικά είδη, τα οποία διανθίζουν με αχνά ψήγματα rock ψυχεδέλειας και NWOBHM νότες.
 
Τα δυναμικά ντραμς των Castle καθιστούν άχρηστους τους μετρονόμους, μιας και διατηρούν με περίσσια μαεστρία τον σωστό ρυθμό στις συνθέσεις τους, δίνοντας έτσι την δυνατότητα στην κιθάρα να χτίσει τα άλλοτε κοφτά κι αιχμηρά κι άλλοτε βαπτισμένα σε doom νερά riffs της χωρίς έγνοιες και να εξαπολύσει συγχρόνως κατά βούληση τα δηλητηριώδη κι ιλιγγιώδη solos της.
 
Η γυναικεία φωνή των Castle εδώ ακούγεται περισσότερο παθιασμένη και γήινη από ποτέ κι αυτό κολακεύει τις νέες τους συνθέσεις, μιας κι εντείνει την σκοτεινή τους ατμόσφαιρα και συνάμα χαρίζει θεατρικότητα και ποικιλία στο τελικό ηχητικό σύνολο, που περιέχει και κάποια λιγοστά μεν κι άκρως σημαντικά για την σωστή ροή του Under Siege δε, ανδρικά φωνητικά.
 
Εν ολίγοις, το έσχατο χρονικά πόνημα τούτης της εξαιρετικής μπάντας, αποτελεί ένα ιδιαιτέρως απολαυστικό heavy άκουσμα με όμορφες metal αιχμές, καθώς ο συνδυασμός κλασσικών heavy metal μελωδιών με έντονες doom πινελιές, ο οποίος εκτός των άλλων αναδεικνύει το συνθετικό ταλέντο των Castle, καθιστά το χορταστικό κι ορμητικό Under Siege, σχεδόν εθιστικό. Τίμιο.

Van Records: Official Website


Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Bonze's Fuel - Volume 1


Το 2013 στην Αθήνα σχηματίστηκαν οι Bonze's Fuel, οι οποίοι αφού προχώρησαν σε αλλαγές στην σύνθεση τους,  που πλέον απαρτίζεται από τους ταλαντούχους, Νίκο σε κιθάρα, Μάνο σε μπάσο και φωνή και Νίκο στα ντραμς, έγραψαν, ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν στις αρχές του τρέχοντος μήνα την παρθενική δουλειά τους, με τίτλο: Volume 1, η οποία έχει την μορφή ep κι αποτελείται από 5 εκρηκτικά rock 'n' roll κομμάτια συνολικής διάρκειας μόλις 19 λεπτών.

Η μουσική των Bonze's Fuel έχει τις βάσεις της στο heavy rock και είναι διανθισμένη από μια έντονη αίσθηση punk αλητείας, η οποία αναδεικνύει το τσαγανό των συνθέσεων του Volume 1 κι απογειώνει το ατίθασο blues ταμπεραμέντο τους, που προσδίδει ενέργεια κι ορμητική υπόσταση στο stoner υπόβαθρο τους, χαρίζοντας παράλληλα ξεχωριστή ηχητική ταυτότητα σε τούτη την πολλά υποσχόμενη μπάντα, που μοιάζει αποφασισμένη να καθιερωθεί στην heavy σκηνή.

Το ταλέντο των Bonze's Fuel γίνεται αμέσως αντιληπτό, καθώς οι συνθέσεις τους ξεχειλίζουν φρεσκάδα παρά τις έντονες επιρροές τους, τις οποίες και πέτυχαν να τιθασεύσουν δεξιοτεχνικά και να προσφέρουν έτσι μια ευωδιάζουσα αλκοόλ ηχητική δροσιά στο Volume 1, το οποίο εκτός των άλλων, διακρίνεται για την πολύ καλή και δυναμική του παραγωγή, που προσφέρει διαύγεια και βάθος στο τελικό ηχητικό σύνολο, απογειώνοντας τη γεμάτη αδρεναλίνη υπόσταση του.

Η κιθάρα γεννάει σκανταλιάρικα riffs σε διάφορους heavy ρυθμούς και ξερνάει αλήτικα solos ωμής ομορφιάς, στολίζοντας έτσι το Volume 1 με ένα έντονο blues rock άρωμα πυρίτιδας, ενώ το μεστό μπάσο αναδεικνύει με τις ατίθασες μελωδίες του, τις fuzz ανησυχίες των Bonze's Fuel, τα δυναμικά ντραμς των οποίων γεμίζουν με groove το τελικό ηχητικό σύνολο κι αναδεικνύουν τα γεμάτα γρέζι φωνητικά τους, που χαρίζουν μια ανεπαίσθητη punk αύρα στις συνθέσεις τους.

Εν κατακλείδι, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια άκρως ελπιδοφόρα heavy rock μπάντα, που συνδυάζει υπέροχα τα ανάγλυφα stoner στοιχεία της με έντονα blues κι αχνά punk ψήγματα, προσφέροντας μας ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα γραφής, το οποίο αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον των Bonze's Fuel, μιας και οι εκρηκτικές συνθέσεις του Volume 1 περιέχουν όλα εκείνα τα συστατικά, που απαιτούνται για να ξεχωρίσει από το σωρό μια heavy μπάντα. Άξιοι.

Bonze's Fuel: Bandcamp / Facebook


Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Radio Moscow - Magical Dirt


Πριν από σχεδόν μια δεκαετία σχηματίστηκαν στην Αϊόβα των Η.Π.Α. οι Radio Moscow, οι οποίοι απαρτίζονται από τον ιδρυτή τους και πολυτάλαντο Parker Griggs σε κιθάρα και φωνή, από τον Anthony Meier στο μπάσο κι από τον Paul Marrone στα ντραμς. Τούτη η εκρηκτική heavy μπάντα κυκλοφορεί αυτές τις μέρες την τέταρτη full length δουλειά της, η οποία περιέχει 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 40 λεπτών και φέρει τον τίτλο: Magical Dirt.

Στο νέο τους δίσκο, τούτο το δυναμικό rock τρίο μας προσφέρει ένα μεθυστικό απόσταγμα από ψυχεδελικά blues ηχοτοπία και heavy αυτοσχεδιασμό υψίστης ποιότητας, καθώς οι ορμητικές συνθέσεις του Magical Dirt, οι οποίες έχουν και τις γαλήνιες κι άκρως αρμονικές στιγμές τους, ξεχειλίζουν από αγνή κι ανόθευτη rock 'n' roll ενέργεια και φέρουν συνάμα oriental συναίσθημα αλλοτινών ηχητικών εποχών, μιας κι ευωδιάζουν 60's psych & 70's blues rock αρώματα.

Η κιθάρα κυριαρχεί στο Magical Dirt με τα εκρηκτικά της riffs σε διάφορους heavy ρυθμούς και τα ορμητικά blues αισθητικής solos της, τα οποία παρασύρουν τα πάντα στο διάβα τους, ενώ το μεστό μπάσο την σιγοντάρει επιτυχώς, στηρίζοντας συγχρόνως με περίσσια μαεστρία και τα αδάμαστα ντραμς, τα οποία γεμίζουν με το απύθμενο groove τους, το τελικό ηχητικό σύνολο, το οποίο απογειώνεται από τα φέροντα ένα ευγενές γρέζι κι εξόχως παθιασμένα φωνητικά.

Οι μελωδικές στιγμές των Radio Moscow, που μαρτυρούν κάποια Ινδιάνικης κι oriental υφής ψήγματα στον ήχο τους, αναδεικνύουν με την μαγευτική τους αύρα τον συνθετικό τους οίστρο και προσφέρουν ποικιλία στον ήδη πλούσιο ήχο του Magical Dirt, ο οποίος αν και είναι εμπνευσμένος από τα πάλαι ποτέ μεγαθήρια της ψυχεδελικής blues rock μουσικής, εντούτοις, ξεχειλίζει από τσαγανό και φρεσκάδα, καθιστώντας έτσι εξόχως εθιστικές τις συνθέσεις του.

Εν ολίγοις, οι φοβεροί Radio Moscow με το νέο τους πόνημα ενισχύουν σημαντικά την heavy rock σκηνή, καθώς το εξόχως απολαυστικό κι άκρως χορταστικό Magical Dirt, αναδεικνύει περίφημα τις blues rock καταβολές τους κι αποτυπώνει με εύγλωττο τρόπο και δεξιοτεχνία την μοναδική ηχητική τους ταυτότητα και την ειλικρινή αγάπη τους για τον ατίθασο ψυχεδελικό rock αυτοσχεδιασμό. Λάτρεις της ηχητικής περιπέτειας και του heavy αυθορμητισμού, σπεύσατε.

Radio MoscowOfficial Website / Facebook


Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Instant Boner - Perfect Sunday


Η πρώτη μορφή των Instant Boner από την Θεσσαλονίκη πήρε σάρκα και οστά το 2012 όμως η σύνθεση τους ολοκληρώθηκε και σταθεροποιήθηκε στα τέλη του 2013 οπότε και οι ιδρυτές της μπάντας, Πάρης και Τριαντάφυλλος, οι οποίοι χειρίζονται τις κιθάρες, πλαισιώθηκαν από τον Αδάμ στο μπάσο, στα τύμπανα από τον Βαγγέλη και στα φωνητικά από τον Κωνσταντίνο.

Ο ήχος των Instant Boner ακροβατεί μεταξύ stoner και ψυχεδελικού rock, ενώ δεν λείπουν από την απολαυστική του σύσταση τα progressive ψήγματα και τα funk ιχνοστοιχεία, τα οποία απογειώνουν τον ατίθασο blues χαρακτήρα τους, ο οποίος αναδεικνύει τα desert ρινίσματα τους και μαρτυρά τις space επιρροές τους, χαρίζοντας έτσι στην μουσική τους, hard rock τσαγανό.

Τα ποικίλα μουσικά τοπία των Instant Boner αποτυπώνονται με περίσσιο ταλέντο και μεράκι στο Perfect Sunday, το οποίο έχει τη μορφή ep κι αποτελεί την παρθενική τους κυκλοφορία. Το εν λόγω άκουσμα περιέχει 5 κομμάτια συνολικής διάρκειας 30 λεπτών και ξεχωρίζει για τη πολύ καλή και διαυγή παραγωγή του, η οποία προσδίδει μια έξτρα δυναμική στις συνθέσεις του.

Οι δυο κιθάρες άλλοτε πλέκουν αρκούντως heavy και φέροντα μια εθιστική rock ψυχεδέλεια στο σκαρί τους, riffs κι άλλοτε υφαίνουν γαλήνια και space γοητείας solos και leads, τα οποία συνοδεύουν υπέροχα τα μεστά φωνητικά των Instant Boner, τα οποία είτε φέρουν γρέζι, είτε είναι μελωδικά κι αρμονικά, πάντα πετυχαίνουν να ξεχωρίσουν για το ερμηνευτικό τους πάθος.

Το μπάσο σιγοντάρει φανταστικά τόσο τις κιθάρες, όσο και τα ντραμς, τα οποία χαρίζουν groove με funk αιχμές στο Perfect Sunday, ο αχνός stoner χαρακτήρας του οποίου, αποκτά μια άκρως σαγηνευτική rock γοητεία από το σαξόφωνο, που τονίζει υπέροχα τις ισχνές desert αναφορές του κι αναδεικνύει τη γαλήνια progressive υφή του, με την έμφυτη νοσταλγία από τις νότες του.

Εν ολίγοις, οι πολλά υποσχόμενοι Instant Boner μας χαρίζουν έναν χορταστικό δίσκο, χαλιναγωγώντας τις μπόλικες επιρροές τους και χαράσσοντας συνάμα την προσωπική τους ηχητική σφραγίδα με μαεστρικό τρόπο, καθιστώντας έτσι το εξαιρετικό Perfect Sunday, που αφήνει πολλές ελπίδες για το μέλλον τους, ως ένα εξόχως απολαυστικό heavy άκουσμα. Εύγε.

Instant Boner: Bandcamp / Facebook


Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Wo Fat - The Conjuring


Το 2003 στο Ντάλας του Τέξας σχηματίστηκαν οι Wo Fat, οι οποίοι απαρτίζονται από τον Kent Stump σε κιθάρα και φωνή, από τον Tim Wilson στο μπάσο κι από τον Michael Walter στα ντραμς και τα φωνητικά. Τούτοι οι τρομακτικά ταλαντούχοι τύποι κυκλοφορούν τούτες τις μέρες μέσω της Small Stone Recordings την πέμπτη full length κυκλοφορία τους, που αποτελείται από 5 κομμάτια συνολικής διάρκειας 48 λεπτών και η οποία φέρει τον τίτλο: The Conjuring.
 
Ο εν λόγω εκπληκτικός δίσκος, που κοσμείται από το φανταστικό artwork του Alexander Von Wieding, το οποίο αναδεικνύει υπέροχα τα sci-fi και horror στοιχεία των στίχων του, ξεχωρίζει για την ογκώδη και συνάμα εξόχως πυκνή και διαυγή παραγωγή του, η οποία οφείλεται στην άριστη δουλειά των ίδιων των Wo Fat στον τομέα αυτό, καθώς επίσης και στην αρμονική τους συνεργασία με το Nolan Brett, που επιμελήθηκε με περίσσιο μεράκι το κομμάτι του mastering.
 
Οι παραπάνω επιτυχημένες συνεργασίες είχαν ως αποτέλεσμα η έξοχη απόδοση των Wo Fat σε συνδυασμό με το απαράμιλλο μουσικό τους δέσιμο, να απογειώσουν τον συνθετικό τους οίστρο και την εκτελεστική τους δεινότητα και να μας μεθύσουν με το εθιστικό heavy απόσταγμα τους, που στηρίζεται σε doom ηχοτοπία αναμεμιγμένα με stoner ηχοχρώματα και sludge ιχνοστοιχεία, που καθιστούν εντυπωσιακά τα jazz ψήγματα και τις έντονες blues πινελιές τους.
 
Η ήδη υπέρ του δέοντος heavy και πλούσια μορφή της μουσικής των Wo Fat εκτινάσσεται σε δυσθεώρητα ποιοτικά ύψη χάρις και στην ανάγλυφη παρουσία της rock ψυχεδέλειας στον ήχο τους, ο οποίος έχει βαπτιστεί σε οπιούχες space λασπουριές, αναδεικνύοντας έτσι με υπέροχο τρόπο, τόσο την στιβαρή δομή των συνθέσεων τους, όσο και τις ατίθασες jam στιγμές τους, οι οποίες καθιστούν τούτο το συναρπαστικό κι απολαυστικό άκουσμα, σχεδόν ακαταμάχητο.
 
Τα δυναμικά ντραμς πλημμυρίζουν με το southern αύρας και αχνής jazz τεχνοτροπίας groove τους το έξοχο The Conjuring, το οποίο πολιορκείται από το μεστό και σε στιγμές φέρον sludge μανδύα μπάσο και το απύθμενο fuzz του, καθώς κι από την πνιγμένη στη stoner παραμόρφωση κιθάρα, που άλλοτε σκαρώνει riffs θηριώδους εκτοπίσματος σε doom ύφος κι άλλοτε υφαίνει περιπετειώδη solos, που μαρτυρούν τις blues καταβολές της και την αγνή rock 'n' roll φύση της.
 
Εν ολίγοις, οι εκπληκτικοί Wo Fat συνεχίζουν την ξέφρενη πορεία τους κάπου εκεί κοντά στις heavy rock κορφές με ακόμη έναν επιεικώς καταπληκτικό δίσκο, καθώς πέτυχαν για ακόμη μια φορά να μας προσφέρουν ένα πλούσιο heavy άκουσμα, που βρίθει τσαγανό και σπιρτάδα και συγχρόνως, μας χαρίζουν με το φαντασμαγορικό The Conjuring έναν από τους καλύτερους heavy δίσκους του έτους. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, κάντε λοιπόν τη χάρη στον εαυτό σας..

Small Stone Recordings: Official Website


Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

1000mods - Vultures

 
Η heavy μουσική παρέα από το Χιλιομόδι της Κορινθίας, που σχηματίστηκε το 2006 με όνομα 1000mods, η οποία απαρτίζεται από τον Dani σε μπάσο/φωνή, τον Λάμπρο στα ντραμς, καθώς κι από τους Γιάννη και Γιώργο στις κιθάρες, αφού κατέκτησε την εγχώρια heavy σκηνή με τις παρθενικές της δουλειές και τα εκρηκτικά της lives, συνέχισε την επιδρομή της στην Ευρώπη όπου και θριάμβευσε κι επέστρεψε τρία χρόνια μετά στα πάτρια με μπόλικες εμπειρίες.
 
Οι οποίες φαίνεται ότι της χρησίμεψαν σημαντικά στην συγγραφή του δεύτερου full length δίσκου της, που περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 38 λεπτών και φέρει τον τίτλο Vultures, μιας και οι 1000mods εμφανίζονται πιο οξυδερκείς από ποτέ μουσικά και συνάμα αποφασισμένοι να ικανοποιήσουν πρώτα την δική τους καύλα για heavy rock μελωδίες κι έπειτα τη δική μας κάψα για περισσότερη κι εφάμιλλης, αν όχι καλύτερης, ποιότητας, μουσικής από μέρους τους.
 
Το αν τα κατάφεραν είναι άκρως υποκειμενικό, αλλά θεωρώ υποχρέωση μου να αναφέρω, πως προσωπικά με κέρδισαν με την διάθεση τους να ρισκάρουν αλλάζοντας τον ήχο τους, έστω κι αν οι νέες τους συνθέσεις υστερούν λίγο σε συνοχή από εκείνες του πρώτου τους full length, αν και όπως γίνεται ευκόλως αντιληπτό από τις πρώτες κιόλας νότες του Vultures, η συνθετική όπως κι εκτελεστική ικανότητα των 1000mods έχει προοδεύσει κι εξελιχθεί σε τρομακτικό βαθμό.
 
Τα ντραμς πλημμυρίζουν με το άπλετο και φέρον μια άκρως απολαυστική rock 'n' roll αύρα, groove τους, το Vultures, το οποίο είναι βαφτισμένο στο fuzz των εγχόρδων και ιδιαιτέρως του μπάσου, που γεμίζει εξαιρετικά τις συνθέσεις του, στις οποίες προσφέρει τον απαραίτητο όγκο, ενώ οι δυο κιθάρες των 1000mods δεν σταματούν να σκαρώνουν χορταστικά riffs, άλλοτε σε αγνό stoner ύφος κι άλλοτε σε desert μορφή με έντονες blues κι αχνές ψυχεδελικές πινελιές.
 
Ο οργανικός ήχος του Vultures αναδεικνύει τις ισχνές space ατασθαλίες του κι απογειώνει τα ατίθασα solos από τις δυο κιθάρες, ενώ προσφέρει την απαραίτητη ώθηση στα δυναμικά φωνητικά των 1000mods, τα οποία μοιάζουν και είναι πιο μεστά από ποτέ και σε αυτό μερίδιο ευθύνης φέρει και η σχεδόν αψεγάδιαστη παραγωγή, η οποία μαρτυρά τις σχεδόν ανεπαίσθητες garage πινελιές τους και προσδίδει εκρηκτική υφή στο αρκούντως heavy ταμπεραμέντο τους.
 
Εν ολίγοις, οι 1000mods βελτίωσαν όλα όσα τους επισημάνθηκαν στην παρθενική τους δουλειά και ρίσκαραν μειώνοντας σημαντικά το heavy εκτόπισμα τους για χάρη του rock αυθορμητισμού, κυκλοφορώντας το άκρως απολαυστικό κι ορμητικό Vultures, το οποίο αδικείται παράφορα από την άσκοπη σύγκριση του με το ντεμπούτο τους, μιας και είναι σχεδόν εκ διαμέτρου διαφορετικό με εκείνο κι ως γνωστόν τα ανόμοια πράγματα δεν προσφέρονται για συγκρίσεις. Εξαιρετικό.
 
1000mods: Bandcamp / Facebook
 

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Antea - Trepverter


Στις αρχές της χιλιετίας σχηματίστηκαν στην Γένοβα της Ιταλίας οι ανερχόμενοι Antea, οι οποίοι απαρτίζονται από τον Francesco στην κιθάρα, τον Luca στο μπάσο και τα ηλεκτρονικά εφέ, τον Davide στη φωνή και τα πλήκτρα και στα ντραμς από τον έτερο Davide. Τούτη η ταλαντούχα μπάντα πρόκειται να κυκλοφορήσει το νέο κι αποτελούμενο από 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας 36 λεπτών δίσκο της, με τίτλο: Trepverter τον προσεχή Ιούλη μέσω της Taxi Driver Records.
 
Ο εν λόγω δίσκος, ξεχωρίζει για την δυναμική κι εξαιρετικά διαυγή παραγωγή του, η οποία δίνει την απαραίτητη ώθηση στις περιπετειώδεις συνθέσεις του για να ξεδιπλωθούν με τον πλέον σωστό τρόπο, χαρίζοντας μας την πλούσια κι experimental υφή τους σε όλο τους το μεγαλείο, καθώς αναδεικνύει περίφημα το αρκούντως heavy κι ατίθασο post metal υπόβαθρο του Trepverter, το οποίο οι Antea έχουν επιτυχώς διανθίσει με έντονα progressive ηχοχρώματα.
 
Τα εμπρηστικά ντραμς των Antea προσφέρουν groove στο τελικό ηχητικό σύνολο και συνθέτουν ένα ιδιαιτέρως δυναμικό rythm section με το μεστό μπάσο, το οποίο είναι βαφτισμένο στο fuzz, χαρίζοντας έτσι στο Trepverter το απαραίτητο ηχητικό βάθος κι άπλετο όγκο, πάνω στα οποία η κιθάρα άλλοτε πλέκει κοφτά riffs σε ιδιαιτέρως heavy ρυθμούς κι άλλοτε ξελογιάζει τις αισθήσεις με τα παρανοϊκής υφής solos και leads της, τα οποία απογειώνουν τούτο το εξαίσιο άκουσμα.
 
Ο πλούσιος μουσικός χαρακτήρας του Trepverter αποτυπώνεται κι από τα διάφορα κι αχνά ηλεκτρονικά εφέ του και μαρτυρείτε συνάμα κι από τα λιγοστά του πλήκτρα, τα οποία συνθέτουν ένα μουντό ηχητικό πέπλο πάνω από τις συνθέσεις του, το οποίο εντείνει την σκοτεινή του ατμόσφαιρα και συγχρόνως, αφήνει τον απαραίτητο χώρο στα ως επί τω πλείστο καθαρά φωνητικά των Antea, για να αποδώσουν τους στίχους με περίσσιο πάθος και θεατρικότητα.
 
Εν ολίγοις, οι πολλά υποσχόμενοι Antea, οι οποίοι παρά το γεγονός, πως υπάρχουν για σχεδόν 15 χρόνια, τώρα επιχειρούν τα πρώτα τους δισκογραφικά βήματα, πετυχαίνουν με το εξαιρετικό Trepverter να μας χαρίσουν ένα απολαυστικό heavy άκουσμα με ανάγλυφες πειραματικές αιχμές, το οποίο αποτυπώνει την μοναδική τους ηχητική ταυτότητα κι αναδεικνύει συνάμα την εκτελεστική και συνθετική τους δεινότητα. Λάτρεις των experimental ηχοτοπίων, σπεύσατε.

Antea: Facebook
Taxi Driver Records: Official Website


Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Crowbar - Symmetry In Black


Η πρώτη μορφή των Crowbar σχηματίστηκε κάτω από άλλο όνομα το μακρινό 1988 κι έπειτα από δυο αλλαγές ονομάτων και κάμποσες αλλαγές μελών, τούτη η θηριώδης μπάντα συνεχίζει 26 χρόνια μετά να μας προσφέρει sludge ελεγείες βουτηγμένες σε σπαρακτική μελαγχολία και όπως ο δέκατος full length δίσκος τους, Symmetry In Black, αποδεικνύει, τούτοι οι μουσάτοι τύποι από τη Λουϊζιάνα, έχουν ακόμη το ίδιο τσαγανό και ποιότητα όπως στο ξεκίνημα τους.
 
Τα 12 κομμάτια συνολικής διάρκειας 48 λεπτών, που αποτελούν το έξοχο Symmetry In Black, απογειώνονται από την δυναμική και διακριθείσα για την πυκνή της διαύγεια παραγωγή του, η οποία αποτελεί τον σημαντικότερο σύμμαχο των Crowbar στην έσχατη χρονικά περιπέτεια τους, καθώς αναδεικνύει φανταστικά τα μίζερα κι ερειπωμένα doom ηχοτοπία τους και τη sludge οργή τους με την blues απόγνωση τους, ενώ κολακεύει συνάμα τα κλασσικά metal ψήγματα τους.
 
Το μπάσο εντείνει την αποπνικτική ατμόσφαιρα του Symmetry In Black με την πυκνή του υφή και συντροφεύει εξαιρετικά τα δυναμικά ντραμς, τα οποία συμβάλουν με southern αύρας groove στο τελικό ηχητικό σύνολο, στο οποίο κυριαρχούν οι δηλητηριώδεις μελωδίες από τις 2 κιθάρες, οι οποίες σκαρώνουν τοξικά riffs σε αργό και νοσηρό doom ύφος, δίνοντας έτσι την απαραίτητη ώθηση στα άλλοτε καθαρά κι άλλοτε γεμάτα αγνό γρέζι, μα πάντοτε σπαρακτικά, φωνητικά.
 
Ο ήχος των Crowbar παραμένει βουτηγμένος στην doom οδύνη κι ακροβατεί τέλεια ανάμεσα στην blues μελαγχολία και την hardcore αγανάκτηση στο Symmetry In Black, το οποίο μας παρουσιάζει την μπάντα στην πλέον γαλήνια και σκοτεινή της περίοδο, ενώ συνάμα θαρρώ, πως τούτο το άκουσμα είναι και το πιο βαρύ της, καθώς οι νότες από τα έγχορδα σέρνονται πάνω σε χαμηλές συχνότητες κι έρπουν στις τραχιές και fuzz λασπουριές του sludge ήχου.
 
Οι Crowbar επιστρέφουν έπειτα από τρία χρόνια στα δισκογραφικά δρώμενα του ακραίου heavy ήχου με άκρως πειστικό τρόπο και πετυχαίνουν να επανέλθουν δυναμικά στις παρυφές της sludge κορυφής με το Symmetry In Black, το οποίο συνοψίζει με τις ακάνθινες heavy νότες του όλες τις κακοτοπιές, που τους έτυχαν ως τώρα και συνάμα μας χαρίζει μερικές από τις πλέον εθιστικές τους μελωδίες, καθώς ξεχειλίζει heavy ποιότητα και συναίσθημα. Doomcore έπος.

Crowbar: Facebook

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Eyehategod


Τι να πρωτοπεί κανείς για τους σχηματισμένους το 1988 στη Λουϊζιάνα της Νέας Ορλεάνης, Eyehategod, οι οποίοι επηρέασαν σημαντικά κι ανεξίτηλα τον ακραίο metal ήχο, μιας κι εν πολλοίς όρισαν αυτό, που σήμερα ονομάζουμε sludge. Τούτοι οι τύποι, που έχουν βιώσει όλων των λογής τα δεινά στη ζωή τους, πέτυχαν μέσα από τις κακουχίες να συνεχίσουν να υπάρχουν πρώτα ως άνθρωποι κι εν συνεχεία ως μουσικοί, όπως αποδεικνύει κι η νέα τους δουλειά.

Η οποία μάλλον ορίζει μια νέα αρχή για τους Eyehategod, καθώς η ομώνυμη υπόσταση της θαρρώ, πως σηματοδοτεί το σημείο μηδέν κι επανεκκίνησης για εκείνους, ειδικά από την στιγμή, που στη διάρκεια των ηχογραφήσεων της, οι μοίρες τους χτύπησαν αλύπητα και πάλι, καθώς ο εκ των ιδρυτών τους, Joe Lacaze, τα δυναμικά ντραμς του οποίου, ακούμε σε τούτο το δίσκο, άφησε τα εγκόσμια νικημένος από τα χρόνια αναπνευστικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε.

Ο Mike Williams στα φωνητικά συνεχίζει να λοιδορεί τα κακώς κείμενα της ζωής με το ίδιο πάθος και την οργή όπως και πριν από 25 περίπου χρόνια κι ο από τότε συνοδοιπόρος του Jimmy Bower εξακολουθεί να θερίζει με τα βίαια κι υπέρ του δέοντος βαριά riffs του, τα οποία σιγοντάρει με την δική του κιθάρα ο σχετικά νέος στη μπάντα Brian Patton, ενώ ο Gary Mader με το γεμάτο fuzz μπάσο του, απογειώνει το πυκνό κι ογκώδες τελικό ηχητικό σύνολο.

Τα 11 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 43 λεπτών, που αποτελούν το πέμπτο άλμπουμ των θηριωδών Eyehategod κολακεύονται από την τέλεια ισορροπημένη παραγωγή και μας προσφέρουν έναν εξόχως απολαυστικό heavy οργασμό, που βρίθει Southern κι ακραίων heavy στοιχείων, καθώς συνδυάζει άψογα την punk αλητεία με την hardcore οργή και την blues μελαγχολία με τον doom όλεθρο, χαρίζοντας μας έναν ισοπεδωτικά όμορφο sludge ορυμαγδό.

Δεν γνωρίζω αν οι κακοτοπιές στέρεψαν πλέον για τους Eyehategod, πράγμα το οποίο εύχομαι κι ελπίζω, αλλά είμαι σίγουρος, πως τούτοι οι τύποι θα συνεχίσουν να βλέπουν τη ζωή σαν ένα κακόγουστο αστείο και δεν θα σταματήσουν να αντιμετωπίζουν τα εμπόδια της με την δέουσα περιφρόνηση, που μάλλον τους αξίζει και θαρρώ, πως η επόμενη κυκλοφορία τους δεν θα μας έρθει με 14 χρόνια καθυστέρηση όπως τούτη εδώ. Ως τότε όμως, Agitation! Propaganda!

Eyehategod: Facebook / Official Website


Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Giant Sleep


Μια νέα κι εξαιρετικά ταλαντούχα μπάντα μας έρχεται από τα νότια της Γερμανίας και τα βόρεια της Ελβετίας, η οποία όμως απαρτίζεται από καταξιωμένους μουσικούς, μιας και οι Thomas σε φωνή, Markus και Patrick σε κιθάρες, Rado σε μπάσο και Manuel σε ντραμς, που αποτελούν τους περί ου ο λόγος Giant Sleep, έχουν θητεύσει σε μεγάλα ονόματα της metal μουσικής.

Στη νέα τους ηχητική περιπέτεια τούτοι οι ικανότατοι μουσικοί καταπιάνονται με τον heavy ήχο και μας προσφέρουν με το ομώνυμο ντεμπούτο τους, το οποίο αποτελείται από 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 52 λεπτών, doom rock ηχοτοπία κι έντονα progressive ηχοχρώματα και stoner πινελιές με έντονες metal αιχμές, όπως και blues στοιχεία με ισχνά grunge ψήγματα.

Τα άλλοτε δυναμικά και γεμάτα γρέζι κι άλλοτε γαλήνια φωνητικά των Giant Sleep ξεχειλίζουν πάθος κι αισθαντικότητα και πλαισιώνουν έτσι υπέροχα τις δυο κιθάρες τους, που σκαρώνουν ιδιαιτέρως heavy και σε στιγμές εκρηκτικά riffs, ενώ οι μελωδικές blues περιπλανήσεις τους απογειώνουν τα hard rock αισθητικής σαλεμένα τους solos, που στάζουν stoner αδρεναλίνη.

Το fuzz δεν λείπει από τις κιθάρες, ούτε όμως κι από το μπάσο, το οποίο άλλοτε γεμίζει ιδανικά τον ήχο του Giant Sleep κι άλλοτε συνοδεύει με περισσή μαεστρία και υπομονή τα δυναμικά ντραμς του, τα οποία πλημμυρίζουν με το αγνό rock 'n' roll υφής groove τους, τις περιπετειώδεις κι απολαυστικές του συνθέσεις, απογειώνοντας έτσι το συναρπαστικό τελικό ηχητικό σύνολο.

Εν κατακλείδι, τούτη η νεοσύστατη μπάντα, που όμως αποτελείται από έμπειρους μουσικούς, μας προσφέρει ένα χορταστικό heavy rock άκουσμα, το οποίο ξεχειλίζει τσαγανό και μουσική σπιρτάδα, ενώ αφήνει πολλές υποσχέσεις για το ελπιδοφόρο μέλλον της, μιας και οι συνθέσεις των Giant Sleep θαρρώ, πως θα ικανοποιήσουν τους λάτρεις του heavy rock ήχου. Εξαίσιο.

Giant Sleep: Bandcamp / Facebook


Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Craang - To The Estimated Size Of The Universe


Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει φέτος με την εγχώρια heavy σκηνή, καθώς όλες οι μπάντες, οι οποίες ως τώρα κυκλοφόρησαν κάποια νέα δουλειά και δεν είναι λίγες αυτές, εντυπωσίασαν με τις περίφημες μελωδίες τους, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία, αν όχι όλες οι κυκλοφορίες, περιέχουν μερικές από τις πλέον απολαυστικές συνθέσεις της χρονιάς.

Εξαίρεση δεν θα μπορούσαν να αποτελούν οι σχηματισμένοι το 2010 στη Θεσσαλονίκη Craang, που κυκλοφορούν τούτες τις μέρες την δεύτερη δουλειά τους, μα πρώτη με full length μορφή, η οποία αποτελείται από 4 κομμάτια συνολικής διάρκειας σχεδόν 42 λεπτών, υπό τον εξόχως κατατοπιστικό σχετικά με την μουσική τους, τίτλο: To The Estimated Size Of The Universe.

Έντονα space rock ηχοχρώματα χύνονται με μαεστρία πάνω σε έναν περιπετειώδη heavy psych καμβά κι αναμειγνύονται υπέροχα με stoner πινελιές βαπτισμένες στο fuzz, ζωγραφίζοντας έτσι ψυχεδελικά heavy ηχοτοπία απαράμιλλης ομορφιάς κι εθιστικής υφής, τα οποία ταξιδεύουν το μυαλό στα πέρατα του σύμπαντος και σαγηνεύουν τις αισθήσεις με το αχαλίνωτο groove τους.

Ο Μάνος μας ταξιδεύει σε εξώτερα σύμπαντα με την space αύρας φωνή του, η οποία αν κι ακούγεται σπάνια στο To The Estimated Size Of The Universe, εντούτοις, βοηθά σημαντικά στην αψεγάδιαστη ροή του με την γαλήνια υφή της, ενώ τα βυθισμένα σε stoner ωκεανούς riffs του, πλαισιώνουν άψογα τα ψυχεδελικά solos και leads του, που καθηλώνουν με την ορμή τους.

Ο μουσικός αυθορμητισμός των Craang, που ρίχνει κλεφτές ματιές στον heavy αυτοσχεδιασμό, μαρτυρείτε κι από το μπάσο του Mike, το οποίο απογειώνει το νέο τους πόνημα με το πηγαίο του fuzz και την άκρως δυναμική του υφή, μιας και θέτει με περισσή δεξιοτεχνία τις doom βάσεις, στις οποίες στηρίζεται το τερατώδους ομορφιάς, To The Estimated Size Of The Universe.

Ο Νίκος συμπληρώνει ιδανικά τα δυο ατίθασα έγχορδα των Craang με τα κατακλυσμιαία του ντραμς, μιας κι απογειώνει τις heavy psych περιπλανήσεις τους με το έμφυτο groove του, ενώ περίφημα ορίζει το τέμπο του To The Estimated Size Of The Universe κι αναδεικνύει με τα χτυπήματα του, τις ανεπαίσθητες ανατολίτικες πινελιές του, καθιστώντας το έτσι ακαταμάχητο.

Τούτο το δυναμικό heavy τρίο θαρρώ, πως θα αφήσει πολύ κόσμο άφωνο με τον παρθενικό του δίσκο, μιας και το φανταστικό To The Estimated Size Of The Universe, αποτελεί μια από τις πλέον εντυπωσιακές κι απολαυστικές heavy εκπλήξεις της χρονιάς, καθώς μαρτυρά τα πλούσια μουσικά ταλέντα των Craang και συγχρόνως, τους χαρίζει την δική τους ηχητική ταυτότητα.

Το γεγονός, πως οι Craang εξελίχθηκαν τόσο και πως πέτυχαν να αποτυπώσουν σε ήχο την τρομακτική τους πρόοδο σε όλους τους τομείς θαρρώ, πως αποδεικνύει το μεράκι τους κι αισθάνομαι σχεδόν υποχρεωμένος να τους συγχαρώ, διότι ακούγοντας ξανά και ξανά το εξαίσιο To The Estimated Size Of The Universe, δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ στο μεγαλείο του.

Το ξέρω, πως ίσως τα παραπάνω θεωρηθούν υπερβολές, αλλά πιστέψτε με όταν υποστηρίζω, πως μόλις ακούσετε το εκπληκτικό To The Estimated Size Of The Universe θα ενθουσιαστείτε, για να το θέσω ευγενικά, μιας και είμαι 100% σίγουρος ότι οι πάρα πολλά υποσχόμενοι Craang θα αφήσουν ανεξίτηλο το σημάδι τους στη heavy σκηνή, όπου και θα διαπρέψουν. Διαμάντι.

Craang: Bandcamp / Facebook


Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Impure Wilhelmina - Black Honey


Στη Γένοβα της Ελβετίας σχηματίστηκαν το 1996 οι τρομεροί Impure Wilhelmina, οι οποίοι έπειτα από αρκετές αλλαγές στην σύνθεση τους, απαρτίζονται πλέον από τον εκ των ιδρυτών τους, Michael Schindl σε φωνή, κιθάρα και πλήκτρα, τον Diogo Almeida στην κιθάρα, τον Sebastien Dutruel στο μπάσο και τον Mario Togni στα ντραμς, ενώ αξίζει να αναφερθεί το γεγονός, πως στον νέο τους δίσκο, συμμετείχαν σε κιθάρα και μπάσο, οι Matthieu Hardouin και Mathias Perrin, αντίστοιχα, οι οποίοι πλέον δεν βρίσκονται στην σύνθεση της μπάντας.

Το έσχατο χρονικά πόνημα των Impure Wilhelmina, το οποίο αποτελεί την ένατη συνολικά δουλειά τους, μα την έκτη με full length μορφή, κυκλοφόρησε τον περασμένο Φλεβάρη από την Hummus Records υπό τον τίτλο: Black Honey και περιέχει 11 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 63 λεπτών, ενώ άξια ειδικής μνείας είναι η αψεγάδιαστη παραγωγή του, που πετυχαίνει να αναδείξει υπέροχα τις πολυσχιδείς συνθέσεις του, με την δυναμική και την διαύγεια της, που απογειώνουν την εφάμιλλη με τα ορμητικά νερά ενός ιλιγγιώδους καταρράκτη, ροή του.

Η περιπετειώδης μουσική των Impure Wilhelmina, η οποία αποτυπώνει με κάθε της νότα τη μοναδική ηχητική τους ταυτότητα, περιέχει έντονα doom στοιχεία κι ανάγλυφα post hardcore ηχοτοπία και post punk ηχοχρώματα και διακρίνεται για την σχεδόν pop προσέγγιση της στα γοτθικής υφής doom/death ψήγματα της, τα  οποία φέρουν μια σαγηνευτική 90's metal αύρα στην μελαγχολική ραχοκοκαλιά τους, ενώ τα αγχωτικά grunge ρινίσματα του Black Honey, καθιστούν το τελικό ηχητικό σύνολο εξόχως απολαυστικό και ιδιαιτέρως πλούσιο μουσικά.

Τα ισχνά black metal ξεσπάσματα κολακεύουν την υφέρπουσα μα συνάμα μεθυστική post rock ατμόσφαιρα του Black Honey κι εντείνουν το νόημα και την απαισιοδοξία των ρεαλιστικών στίχων του, που καταπιάνονται με την απογοήτευση και την μοναξιά, που μεγάλος μέρος της ανθρωπότητας αισθάνεται και βιώνει ηθελημένα ή μη στις μέρες μας, ενώ η alternative υφή του, απογειώνεται από την κυρίαρχη στον ήχο των Impure Wilhelmina κιθάρα, που ξερνάει riffs, καθώς και leads, αλλά και solos, αγριεμένα και γαλήνια συγχρόνως, με περισσή μαεστρία.

Ο πυκνός και μεστός ήχος του Black Honey οφείλεται στο δυνατό του μπάσο και την fuzz υπόσταση του, καθώς και στα άκρως δυναμικά ντραμς του, τα οποία ορίζουν κατά βούληση το τέμπο του και το διανθίζουν με γενναίες ποσότητες groove, χαρίζοντας του έτσι ένα αρκούντως heavy εκτόπισμα, που καθηλώνει με την θηριώδη όψη του και τις πληγωμένες κι ευγενικές του προθέσεις, οι οποίες αποτυπώνονται με θεατρικότητα από τα ως επί το πλείστο καθαρά κι αρμονικά φωνητικά, ενώ τα πλήκτρα δένουν με δεξιοτεχνία το τελικό ηχητικό σύνολο.

Οι μουσικές αναζητήσεις των Impure Wilhelmina είναι δύσκολο να μπουν σε στεγανά, καθώς η ποικιλία των συνθέσεων τους είναι το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα τους, ενώ ο συνθετικός τους οίστρος κι η εκτελεστική δεινότητα τους, αποτελούν εχέγγυα για την ποιότητα και την μοναδικότητα του ήχου τους, καθώς πέτυχαν για ακόμη μια φορά να συνδυάσουν με απόλυτη επιτυχία μπόλικα rock και metal στοιχεία και να μας χαρίσουν έτσι με το Black Honey ακόμη ένα διαμάντι, που καθηλώνει με την λαβωμένη και θλιμμένη του ομορφιά. Υπόκλιση.

Impure Wilhelmina: Bandcamp / Facebook / Official Website
Hummus Records: Bandcamp / Facebook