Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Smokin' Basement - King Desert Smoke


Οι άκρως ταλαντούχοι Smokin' Basement σχηματίστηκαν προς τα τέλη του 2012 στις Σέρρες και λίγους μήνες αργότερα σταθεροποίησαν την σύνθεση τους, η οποία πλέον απαρτίζεται από τους Σπύρο και Γιώργο στις κιθάρες, από τον Ευθύμη στα ντραμς και τον Άρη στο μπάσο, ενώ η παρθενική δουλειά τους, που έχει demo υπόσταση και φέρει τη μορφή ep κυκλοφορίας, βγήκε πριν λίγες εβδομάδες, στα τέλη της περασμένης Άνοιξης, υπό τον τίτλο: King Desert Smoke.

Το εν λόγω χορταστικό άκουσμα περιέχει 4 κομμάτια συνολικής διάρκειας 25 λεπτών περίπου και ξεχωρίζει για τον καθαρά instrumental χαρακτήρα του, ο οποίος αποδεικνύει ότι η έλλειψη φωνητικών από την εκρηκτική μουσική των Smokin' Basement λειτουργεί υπέρ της άριστης ροής του King Desert Smoke, το οποίο διακρίνεται εκτός όλων των άλλων και για την άκρως δυναμική παραγωγή του, η οποία πλημμυρίζει με heavy ενέργεια το τελικό ηχητικό σύνολο.

Η μια κιθάρα πλέκει stoner ύφους riffs, που ξεχειλίζουν αδρεναλίνη και η άλλη πότε υφαίνει solos βουτηγμένα στη metal ψυχεδέλεια και πότε σκαρώνει μεθυστικά desert αρώματος leads, που κόβουν την ανάσα με την εύθραυστη κι αβάσταχτη ομορφιά τους, ενώ το μεστό μπάσο χαρίζει όγκο στον ήδη πυκνό ήχο του King Desert Smoke με την ισχνή fuzz υφή του και σιγοντάρει συνάμα ιδανικά τα φέροντα μια ευωδία groove πυρίτιδας, ντραμς, των Smokin' Basement.

Τα εξόχως περιπετειώδη heavy ηχοτοπία τούτης της ανερχόμενης μπάντας είναι πνιγμένα σε έναν πυκνό stoner καπνό, τον οποίο οι Smokin' Basement έχουν διανθίσει με εθιστικά desert ηχοχρώματα και με αχνές metal πινελιές, που αναδεικνύουν περίφημα την υφέρπουσα rock ψυχεδέλεια των συνθέσεων τους, ενώ η αψεγάδιαστη απόδοση τους, μαρτυρά το πλούσιο μουσικό ταλέντο τους, που καθιστά εξόχως απολαυστικό, το εξαίρετο King Desert Smoke.

Ο ήχος τούτης της πολλά υποσχόμενης μπάντας δεν περιέχει κάτι ριζοσπαστικό ή πρωτότυπο στο heavy σκαρί του, όμως με κάποιο μαγικό τρόπο, που μάλλον είναι απόρροια του συνθετικού οίστρου των Smokin' Basement, ξεχειλίζει stoner φρεσκάδα και στάζει γλυκό desert νέκταρ, χαρίζοντας έτσι άπλετο rock τσαγανό στο εκπληκτικό King Desert Smoke, το οποίο ανεβάζει τις προσδοκίες κι αφήνει πάρα πολλές υποσχέσεις για το μουσικό τους μέλλον. Φανταστικό, εύγε.

Smokin' Basement: Bandcamp / Facebook


Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Child


Οι πολλά υποσχόμενοι Child σχηματίστηκαν στα τέλη του 2012 στη Μελβούρνη της Αυστραλίας κι απαρτίζονται από 3 εξόχως ταλαντούχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Mathias σε κιθάρα και φωνή, από τον Jayden στο μπάσο κι από τον Michael στα ντραμς, οι οποίοι κυκλοφόρησαν την παρθενική κι ομώνυμη δουλειά τους, στις αρχές του τρέχοντος έτους.

Το εν λόγω άλμπουμ περιέχει 5 κομμάτια συνολικής διάρκειας 38 λεπτών και διακρίνεται για την πυκνή κι αρκούντως διαυγή παραγωγή του, η οποία αναδεικνύει υπέροχα τα μεθυστικά vintage αρώματα των συνθέσεων των Child κι αποτυπώνει με δεξιοτεχνία την εκτελεστική μαεστρία τους, χαρίζοντας έτσι μια γλυκιά κι άκρως εθιστική τονικότητα στον συνθετικό τους οίστρο.

Η κιθάρα σκαρώνει riffs με μεγαλειώδες stoner εκτόπισμα και πλέκει μαγευτικούς blues ρυθμούς, τους οποίους διανθίζει με τα βαφτισμένα σε ψυχεδελικά fuzz νερά solos της, ενισχύοντας έτσι την αποπνέουσα heavy φρεσκάδα, retro αισθητική του Child, την ηχητική ποικιλία του οποίου, εντείνουν τα παθιασμένα κι αισθαντικά τους φωνητικά με την ανεπαίσθητη grunge αύρα τους.

Το σκανδαλιάρικο μπάσο στολίζει με ισχνά doom ηχοχρώματα το τελικό ηχητικό σύνολο και συνθέτει ένα στιβαρό rythm section με τα λιτά κι απέριττα ντραμς, που γεμίζουν ενέργεια το Child με το απύθμενο groove τους, ενώ το κερασάκι σε τούτο το χορταστικό κι απολαυστικό μουσικό γλύκισμα αποτελεί το όργανο, που το πασπαλίζει με λίγη από την hippie μαγεία του.

Ο μουσικός πειρασμός, που με περίσσιο μεράκι για τον παλιακό rock ήχο και με μπόλικη κι αγνή αγάπη για τις μοντέρνες heavy μελωδίες, συνέθεσαν οι Child, καλύπτει με ένα χοντρό και βαρύ stoner πέπλο την εύθραυστη κι ανείπωτης ομορφιάς blues καρδιά του, που σπαρταράει μέσα στο ογκώδες περίβλημα της και στάζει fuzz τσαγανό και doom αδρεναλίνη σε κάθε της νότα.

Εν ολίγοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν τρομακτικής ομορφιάς heavy δίσκο, που έχει την δική του μοναδική ταυτότητα κι ο οποίος πετυχαίνει να μας συστήσει με πειστικό κι εκκωφαντικό τρόπο τους νεαρούς δημιουργούς του, χάρη στην απαράμιλλη ποιότητα του και την πλούσια υπόσταση του, ενώ συνάμα γεννά τεράστιες προσδοκίες για το μέλλον των Child. Υπόκλιση.

Child: Bandcamp / Facebook


Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Van Cleef Continental - Cleefhangers


Το 2005 στη Μπρέσια της Ιταλίας σχηματίστηκαν οι Van Cleef Continental, οι οποίοι ύστερα από την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά το 2007 κι έπειτα από κάποιες αλλαγές στη σύνθεση τους, απαρτίζονται πλέον από τον ιδρυτή τους Andrea σε κιθάρα και φωνή, από τον Paku στο μπάσο, από την Lady Cortez σε πλήκτρα κι όργανο, καθώς κι από τον Helgast στα ντραμς.

Η νέα δουλειά των Van Cleef Continental έχει την μορφή ep, καθώς περιέχει μόλις 4 κομμάτια συνολικής διάρκειας 27 λεπτών και φέρει τον τίτλο: Cleefhangers, ενώ αποτελεί προπομπό για το επερχόμενο και δεύτερο ως τώρα full length άλμπουμ τους, το οποίο θα κυκλοφορήσει κάπου προς τα μέσα του ερχόμενου Φθινοπώρου -μάλλον τον Οκτώβρη, υπό τον τίτλο: Unda Maris.

Τα δυναμικά ντραμς με την rock 'n' roll αύρα τους παρέα με το μεστό μπάσο και την γλυκιά θέρμη των μελωδιών του, αποτελούν το καλύτερο στήριγμα για την κιθάρα του Cleefhangers, η οποία άλλοτε πλέκει εκρηκτικά κι αιχμηρά stoner ύφους riffs κι άλλοτε υφαίνει μελίσταχτες desert μελωδίες, που γαληνεύουν τις αισθήσεις με την αρμονική fuzz κι αχνή blues υπόσταση τους.

Οι ισχνές μελωδίες από το όργανο και οι σχεδόν ανεπαίσθητες νότες από τα πλήκτρα στολίζουν με retro ψήγματα το πλούσιο ηχητικά Cleefhangers κι εντείνουν με την εύθραυστη μορφή τους, το έντονο αίσθημα νοσταλγίας, που αποπνέουν τα παθιασμένα κι άκρως αισθαντικά φωνητικά των Van Cleef Continental, τα οποία άλλοτε στάζουν γρέζι και άλλοτε είναι τελείως καθαρά.

Ο ευθύς stoner χαρακτήρας του Cleefhangers συνδυάζεται περίφημα με τις έντονες desert ανησυχίες των δημιουργών του και διανθίζεται υπέροχα από τα vintage αισθητικής κι αχνά blues ηχοτοπία τους, αναδεικνύοντας φανταστικά τον συνθετικό οίστρο των Van Cleef Continental, ο οποίος μαζί με το περίσσιο ταλέντο τους αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον τους. Άρτιο.

Van Cleef Continental: Facebook / Official Website
 

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Pantano - Resistencia y Viaje


Οι ανερχόμενοι Pantano, οι οποίοι απαρτίζονται από τον Javier στο μπάσο, από τον Alejandro στα ντραμς και από τον Dario στην κιθάρα και τα φωνητικά, σχηματίστηκαν πριν από περίπου τέσσερα χρόνια στην Χιλή και πριν από λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησαν τον πρώτο δίσκο τους, με τίτλο: Resistencia y Viaje, τον οποίο προσφέρουν δωρεάν στη σελίδα τους στο bandcamp.

Ο εν λόγω εκρηκτικός δίσκος, που αποτελείται από 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 41 λεπτών, οφείλει την ωμή παραγωγή του στους πολυτάλαντους Pantano, οι οποίοι την επιμελήθηκαν με περίσσιο μεράκι, χαρίζοντας έτσι στις σπιρτόζικες συνθέσεις τους, μια γενναία έξτρα δόση fuzz σπιρτάδας μες από την βαλτώδη διαύγεια στον αρκούντως heavy ήχο του Resistencia y Viaje.

Τα riffs από την κιθάρα των Pantano ξεχειλίζουν stoner αδρεναλίνη και πλημμυρίζουν το τελικό ηχητικό σύνολο με τις βαφτισμένες σε αρχέγονα doom ηχοτοπία sludge πινελιές τους, οι οποίες με την ισχνή τους μορφή αναδεικνύουν τα διαολεμένα metal αύρας solos τους, που αποτελούν σε συνδυασμό με τα ατίθασα leads τους, αέναη πηγή fuzz ενέργειας για το Resistencia y Viaje.

Η μουσική ταυτότητα των Pantano ευωδιάζει πυρίτιδα σε κάθε της νότα και στάζει rock τσαγανό με τον ευθύ χαρακτήρα της, που μαρτυρείται από την παθιασμένη και punk αισθητικής φωνή τους, ενώ τα δυναμικά τους ντραμς, συνθέτουν ένα στιβαρό και σκανδαλιάρικο rythm section με το μεστό τους μπάσο, που διανθίζει το Resistencia y Viaje με τις εθιστικές blues μελωδίες του.

Το ντεμπούτο τούτης της άκρως ταλαντούχας μπάντας μας παρουσιάζει με εύγλωττο τρόπο τις πλούσιες μουσικές της δυνατότητες κι αναδεικνύει περίφημα την πνιγμένη στο fuzz κι απίστευτα χορταστική rock υπόσταση του Resistencia y Viaje, που χάρη στην αδάμαστη έμπνευση των Pantano, περιέχει κάποιες από τις πιο απολαυστικές heavy μελωδίες της χρονιάς. Εξαιρετικό.

Pantano: Bandcamp / Facebook


Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Electric Valley - 51973 EP


Οι προερχόμενοι από τη Μαδρίτη της Ισπανίας κι άκρως ταλαντούχοι Electric Valley δεν έχουν συμπληρώσει ακόμη ούτε καν έναν χρόνο ζωής, καθώς σχηματίστηκαν στις αρχές του τρέχοντος έτους, εντούτοις όμως, κατάφεραν να ηχογραφήσουν την πρώτη τους δουλειά με τίτλο: 51973, την οποία μας προσφέρουν προς δωρεάν download μες από την σελίδα τους στο bandcamp.

Το εν λόγω ep, περιέχει 5 κομμάτια συνολικής διάρκειας 29 λεπτών περίπου και ξεχωρίζει για την πολύ καλή παραγωγή του, την οποία επιμελήθηκαν οι ίδιοι οι Electric Valley, που πέτυχαν να χαρίσουν την απαραίτητη δυναμική στις ήδη εκρηκτικές stoner συνθέσεις τους μέσα από την τέλεια ισορροπία μεταξύ της heavy ηχητικής διαύγειας και της ψυχεδελικής fuzz βρωμιάς.

Η λυσεργική μουσική των Electric Valley, τα χνώτα της οποίας ξεχειλίζουν desert αναθυμιάσεις, στηρίζεται σε ένα καλά δεμένο κι ατίθασο rythm section, που προσφέρει άπλετο groove και μπόλικο όγκο στο 51973 EP χάρη στα δυναμικά ντραμς και το μεστό μπάσο αντίστοιχα κι οφείλει πολλά όσον αφορά την αλήτικη αύρα της, στο περίσσιο και παθιασμένο γρέζι των φωνητικών.

Τα riffs της κιθάρας είναι βαπτισμένα στον παλιό και λατρεμένο stoner ήχο, όπως τον γνωρίσαμε για πρώτη φορά στα 90's, ενώ τα ιδιαιτέρως μεθυστικά της leads, διανθίζουν το σχεδόν εθιστικό 51973 EP με τις ανάγλυφες κι εξόχως σαγηνευτικές desert πινελιές τους, οι οποίες αναδεικνύουν περίφημα την υφέρπουσα heavy rock ψυχεδέλεια των ανεπαίσθητων grunge ψηγμάτων του.

Ο αρκούντως βαρύς κι εξόχως απολαυστικός ήχος των Electric Valley μαρτυρά τις επιρροές τους κι αποτυπώνει συγχρόνως με γοητευτικό τρόπο το περίσσιο μουσικό τους ταλέντο, μιας κι αναδεικνύει περίφημα στο εξαίρετο 51973 EP την εκτελεστική τους δεινότητα και τον συνθετικό τους οίστρο, ο οποίος ανεβάζει πολύ των πήχη των προσδοκιών για το μέλλον τους. Εξαίσιο.

Electric Valley: Bandcamp / Facebook


Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Clouds Taste Satanic - To Sleep Beyond The Earth


Οι γεννημένοι στη Νέα Υόρκη πριν από δύο χρόνια περίπου, Clouds Taste Satanic, απαρτίζονται από τέσσερις ιδιαιτέρως ταλαντούχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τους Steven και David στις κιθάρες, από τον Sean στο μπάσο κι από τον Christy στα ντραμς, οι οποίοι κυκλοφόρησαν τον περασμένο Μάη το ντεμπούτο δίσκο τους, που φέρει τον μαρτυριάκο, όσον αφορά τις κύριες μουσικές επιρροές τους, τίτλο: To Sleep Beyond The Earth.

Ο εν λόγω δίσκος, αποτελείται από ένα κομμάτι συνολικής διάρκειας 45 λεπτών, το οποίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη και φέρει στην αρχέγονη doom ραχοκοκαλιά του κάποιες σχεδόν ανεπαίσθητες post αναφορές, οι οποίες μαρτυρούν το πλούσιο ηχητικό παρελθόν των μελών των Clouds Taste Satanic, που έχουν συνυπάρξει σε διάφορες μπάντες παλαιότερα και χαρίζει συνάμα μια μεθυστική drone αύρα στις έντονες stoner πινελιές του παρθενικού τους δίσκου.

Η υπέρ του δέοντος heavy μορφή της μουσικής του μαγευτικού To Sleep Beyond The Earth, έχει τις ρίζες της βαθιά χωμένες στον αργόσυρτο και παραδοσιακό doom ήχο, τον οποίο οι ανερχόμενοι δημιουργοί του έχουν διανθίζει επιτυχώς με ανάγλυφα stoner ψήγματα και με αχνές post μελωδίες, που καθιστούν τον αργόσυρτο κι εξόχως σαγηνευτικό drone χαρακτήρα του, άκρως απολαυστικό, μιας κι αποτυπώνουν υπέροχα τα ισχνά desert ηχοχρώματα του.

Τα ντραμς χαρίζουν στο τελικό ηχητικό σύνολο την απαραίτητη ενέργεια με το υφέρπον groove τους και δίνουν έτσι την ευκαιρία στις κιθάρες να πλέξουν με περισσή δεξιοτεχνία τα αιχμηρά τους riffs, πάνω στα οποία υφαίνουν με μαεστρία δηλητηριώδη leads ανείπωτης ομορφιάς, χαρίζοντας έτσι στο συναρπαστικό To Sleep Beyond The Earth ένα βαρύ άρωμα βάναυσης γοητείας, το οποίο απογειώνεται από το μπάσο και τη rock 'n' roll υφής, fuzz υπόσταση του.

Το artwork του έξοχου To Sleep Beyond The Earth ταιριάζει περίφημα με το περιπετειώδες μουσικό του περιεχόμενο, καθώς αναδεικνύει υπέροχα την διαβολική αίσθηση απειλής, που το διακρίνει, ενώ η ωμή παραγωγή του ενισχύει τον ευθύ doom χαρακτήρα του κι αναδεικνύει την αψεγάδιαστη ροή του με την έμφυτη και γεμάτη γρέζι δυναμική της, που δίνει την ευκαιρία στους Clouds Taste Satanic να σκλαβώσουν τις αισθήσεις μας με τις εμπνευσμένες τους μελωδίες.

Εν ολίγοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα εκπληκτικό σε όλα του doom δίσκο, που θαρρώ, πως θα κλέψει τις καρδιές όσων κάνουν την χάρη στον εαυτό τους και το ακούσουν, καθώς η instrumental υπόσταση του, που χαρίζει στους Clouds Taste Satanic τη δική τους μοναδική μουσική ταυτότητα, παρουσιάζει υποδειγματικά τη μυστηριώδη heavy ψυχή της κι αναδεικνύει άψογα την αβάσταχτη ομορφιά του σαγηνευτικού To Sleep Beyond The Earth. Ακαταμάχητο.

Clouds Taste Satanic: Bandcamp / Facebook


Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Monobrow - Big Sky, Black Horse


Οι άκρως ταλαντούχοι κι ανερχόμενοι Monobrow, που απαρτίζονται από τον Sam στο μπάσο, από τον Paul στην κιθάρα κι από τον Brian στα ντραμς, σχηματίστηκαν το 2009 στο Οντάριο του Καναδά και μόλις κυκλοφόρησαν την τρίτη full length δουλειά τους, Big Sky, Black Horse, η οποία βρίθει μουσικής ποικιλίας και περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 50 λεπτών.

Ο εν λόγω δίσκος, αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα stoner ενέργειας και doom αδρεναλίνης, καθώς διανθίζει το πλούσιο heavy rock υπόβαθρο του με γενναίες δόσεις prog ψυχεδέλειας και στολίζει τις ανάγλυφες vintage αναφορές του με έντονες progressive πινελιές, που αναδεικνύουν το λυρισμό των metal ηχοχρωμάτων του, ενισχύοντας συγχρόνως την εξαιρετική του ροή.

Τα riffs από την κιθάρα οδηγούν τις συνθέσεις σε μαγευτικά κι αχαλίνωτα doom rock ηχοτοπία, εκεί όπου τα solos της ξεσαλώνουν και πλημμυρίζουν το Big Sky, Black Horse με το ορμητικό nwobhm τσαγανό τους, το οποίο αποκτά αχνές progressive διαστάσεις από τα φέροντα μια μεθυστική blues ευωδία leads της, που μαρτυρούν τις τάσεις αυτοσχεδιασμού των Monobrow.

Το μεστό μπάσο με την ισχνή fuzz υπόσταση του συμμετέχει ενεργά στις συνθέσεις των Monobrow, οι οποίες διακρίνονται για τις συχνές και πάντα εύστοχες αλλαγές του τέμπο τους, που είναι απόρροια των ιδιαιτέρως δυναμικών τους ντραμς, μιας κι αυτά ορίζουν κατά βούληση με το απύθμενο groove τους, την ταχύτητα και την πλούσια μορφή των συνθέσεων τους.

Η περιπετειώδης υφή της αρκούντως heavy μουσικής των Monobrow καθιστά το ταξιδιάρικο Big Sky, Black Horse εξόχως απολαυστικό κι αναδεικνύει συνάμα την μοναδική μουσική τους ταυτότητα, η οποία διακρίνεται για το σπιρτόζικο doom χαρακτήρα της και τη stoner σπιρτάδα της, που καθιστούν σχεδόν εθιστική την retro αίσθηση του heavy αυθορμητισμού της. Έξοχο.

Monobrow: Bandcamp / Facebook


Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Ocean Chief - Universums Härd


Το 2001 σχηματίστηκαν στην Σουηδία οι άκρως ταλαντούχοι Ocean Chief, που απαρτίζονται από τον Jocke στο μπάσο, από τους Christian και Björn στις κιθάρες, από τον Johan στα πλήκτρα κι από τον Tobias σε φωνητικά και ντραμς, οι οποίοι κυκλοφόρησαν στις αρχές του καλοκαιριού μέσω της I Hate Records, την αποτελούμενη από 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 43 λεπτών, πέμπτη full length δουλειά τους, που φέρει τον τίτλο: Universums Härd.

Η εν λόγω κυκλοφορία ξεχωρίζει για το εκπληκτικό της artwork, που πλαισιώνει περίφημα το επιβλητικά heavy μουσικό της περιεχόμενο και διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή της, η οποία αναδεικνύει υπέροχα τις περιπετειώδεις συνθέσεις των Ocean Chief με την έμφυτη δυναμική της και χαρίζει διαύγεια στο πυκνό ψυχεδελικό sludge υπόβαθρο τους, το οποίο είναι διανθισμένο με έντονα space αύρας doom ηχοχρώματα, καθώς και με αχνά stoner ηχοτοπία.

Ο υποβλητικός heavy χαρακτήρας των Ocean Chief είναι απόρροια των δυνατών τους ντραμς, που κλέβουν την παράσταση στο χορταστικό κι εξόχως απολαυστικό Universums Härd με την κατακλυσμιαία υπόσταση τους, η οποία ξεχειλίζει groove, ενώ η ανεπαίσθητη epic αισθητική του ισχνού doom χαρακτήρα τους, αποτυπώνεται από το μεστό κι ογκώδες μπάσο τους κι από τα μεγαλοπρεπή πλήκτρα τους, που πασπαλίζουν με ambient μαγεία το τελικό μουσικό σύνολο.

Τα ορμητικά riffs από τις κιθάρες, άλλοτε είναι βαπτισμένα σε διαστημική sludge λάσπη κι άλλοτε μοιάζουν γεννημένα στα πλέον ψυχεδελικά σοκάκια της heavy rock μουσικής, ενώ τα ταξιδιάρικα solos και τα ατίθασα leads τους, διανθίζουν με έντονες vintage πινελιές το Universums Härd, τα γεμάτα γρέζι κι αγριεμένα φωνητικά του οποίου, καθιστούν τις ανάγλυφες space αναφορές και τις ψυχεδελικές hard rock τεχνοτροπίας sludge μελωδίες των Ocean Chief, εξόχως αιχμηρές.

Οι δηλητηριώδεις συνθέσεις του έσχατου χρονικά πονήματος των Ocean Chief παρουσιάζουν για πρώτη φορά τη διάθεση τους να γράψουν μικρότερα σε διάρκεια, όχι όμως και σε εκτόπισμα, κομμάτια, ενώ αναδεικνύουν μέσα από τη στιβαρή τους υπόσταση τον συνθετικό τους οίστρο, που είχε ως αποτέλεσμα το συναρπαστικό Universums Härd να αποτελεί τον πιο μεστό κι ώριμο δίσκο της heavy περιπλάνησης τους στα sludge σοκάκια του διαστήματος. Μεθυστικό.

Ocean Chief: Official WebsiteFacebook
I Hate Records: Official Website


Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Sadhus (The Smoking Community)


Η παρουσία των Sadhus The Smoking Community στα ανήλιαγα στέκια της underground ντόπιας heavy σκηνής είναι εδώ κι αρκετά χρονιά δυναμική, μιας και τούτοι οι μουσάτοι τύποι από την Αθήνα έχουν οργώσει τα κάθε λογής στέκια με τις εκρηκτικές τους live εμφανίσεις, όμως έφτασε πλέον η στιγμή για την κυκλοφορία της παρθενικής τους δουλειάς, που τυγχάνει να είναι κι ομώνυμη τους και η οποία περιέχει 6 κομμάτια συνολικής διάρκειας 33 λεπτών περίπου.

Το εν λόγω άλμπουμ, το μόνο ψεγάδι του οποίου θαρρώ, πως είναι η σχετικά μικρή διάρκεια του, ξεχωρίζει για το εκπληκτικό του artwork, που ταιριάζει υπέροχα με την βρώμικη μουσική και τους γλαφυρούς στίχους των Sadhus The Smoking Community, ενώ διακρίνεται για την πολύ καλή παραγωγή του, η οποία ισορροπεί τέλεια ανάμεσα σε ηχητική διαύγεια και heavy βρωμιά, χαρίζοντας έτσι με την ξερή της αισθητική, τραχιά υφή στο βαλτώδες τελικό ηχητικό σύνολο.

Τα βάναυσα riffs από την κιθάρα φέρουν μια αρρωστημένη doom αύρα στο ξεσκισμένο sludge σκαρί τους, τα οποία στολίζουν με crust ψήγματα απογειώνοντας έτσι τη νοσηρή ατμόσφαιρα του Sadhus The Smoking Community, τα φωνητικά του οποίου, που έχουν την υπόσταση σχιστών ουρλιαχτών, ερμηνεύουν με σχεδόν ανησυχητική πειθώ τους αγχωμένους στίχους του, οι οποίοι ξεγυμνώνουν το σάπιο κουφάρι της ανθρωπότητας με τον πλέον εύγλωττο τρόπο.

Οι ορμητικές συνθέσεις των Sadhus The Smoking Community στηρίζονται στα δυνατά τους ντραμς, που ορίζουν κατά βούληση το τέμπο του ντεμπούτο τους, το οποίο και διανθίζουν με γενναίες ποσότητες groove, όταν αυτό απαιτείται από τις συνθέσεις, ενισχύοντας σημαντικά την άψογη ροή του με τα punk αισθητικής ξεσπάσματα τους, τα οποία οδηγούν το πνιγμένο στο fuzz μπάσο, σε ανείπωτης doom ομορφιάς και αχνής sludge βαρβαρότητας, στρυφνά ηχοτοπία.

Ο άκρως νοσηρός χαρακτήρας του Sadhus The Smoking Community αποτυπώνεται ακόμη και στα guest ουρλιαχτά του, τα οποία διανθίζουν με το περίσσιο τους πάθος την έντονη ευωδία καμένης πυρίτιδας, που διακρίνει τις εμπνευσμένες του συνθέσεις, ενώ η αψεγάδιαστη απόδοση της μπάντας, αποτυπώνει περίφημα την αγνή της αγάπη για τον ανόθευτο sludge ήχο και της χαρίζει σε συνδυασμό με το μπόλικο ταλέντο της, τη δική της, μοναδική, ηχητική ταυτότητα.

Εν ολίγοις, οι πολλά υποσχόμενοι κι ανερχόμενοι Sadhus (The Smoking Community), μόλις κυκλοφόρησαν ένα από τα πλέον εντυπωσιακά sludge ντεμπούτο των τελευταίων ετών, καθώς το μανιασμένο ταμπεραμέντο του πρώτου κι ομώνυμου πονήματος τους, ξεχειλίζει μεράκι και heavy σπιρτάδα σε κάθε νότα του, ενώ η αίσθηση φρεσκάδας, που διαπερνά τις πνιγμένες σε ένα πυκνό σύννεφο καπνού συνθέσεις του, τις καθιστά σχεδόν ακαταμάχητες. Φανταστικό.

Sadhus (The Smoking Community): Bandcamp / Facebook


Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Collapsian - At The Left Hand Of The Sun


Οι πρόσφατα σχηματισμένοι στην Αριζόνα Collapsian, οι οποίοι απαρτίζονται από τον Anton στην κιθάρα, από τον Chad στα ντραμς, από τον Joe στο μπάσο κι από τον Tom στα φωνητικά, κυκλοφορούν την παρθενική τους δουλειά, που έχει full length μορφή, καθώς περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 45 λεπτών και φέρει τον τίτλο: At The Left Hand Of The Sun.

Ο εν λόγω δίσκος, διακρίνεται για την πολύ καλή παραγωγή του, την οποία επιμελήθηκε η ίδια η μπάντα και ξεχωρίζει για το σκοτεινό κι ακραίο ηχητικό του περιεχόμενο, οι sludge ρίζες του οποίου, είναι στολισμένες με σκαιά κι έντονα death και black metal ηχοτοπία, που αναδεικνύουν υπέροχα τις noise αναφορές του και το progressive υπόβαθρο των doom ξεσπασμάτων του.

Η κιθάρα δημιουργεί δηλητηριώδη black ύφους riffs και σκαρώνει αργόσυρτα doom περάσματα, τα οποία εντείνουν τη death αισθητική των ισχνών leads της, ενώ τα ντραμς ορίζουν με μαεστρία το τέμπο του At The Left Hand Of The Sun, στο οποίο δίνουν progressive αιχμές, χαρίζοντας έτσι την ελευθερία στο sludge υφής μπάσο των Collapsian να γεμίσει τον πυκνό ήχο τους.

Το απόκοσμο ύφος του γεννημένου στην ηχητική άβυσσο, At The Left Hand Of The Sun, αποτυπώνεται εύγλωττα από τα διαολεμένα samples του, που εντείνουν την παρανοϊκή κι αγωνιώδη μορφή του, η οποία μαρτυρείται με μπόλικη θεατρικότητα κι άπλετο πάθος από τα brutal φωνητικά τους, που ταιριάζουν άψογα στη τραχιά κι ερεβώδη μουσική των Collapsian.

Τα χαοτικά ξεσπάσματα των Collapsian στολίζουν με ανάγλυφες extreme metal πινελιές το ντεμπούτο τους, δίχως όμως να αποτελούν εμπόδιο για την απόλαυση του τελικού μουσικού συνόλου, εντούτοις, ενισχύουν την καλή ροή του At The Left Hand Of The Sun κι εντείνουν μαζί με την αψεγάδιαστη παραγωγή του, την βορβορώδη sludge υφή της έντονης death αύρας του.

Εν ολίγοις, οι ανερχόμενοι Collapsian αφήνουν πολλές ελπίδες για κάτι καλό στον ακραίο heavy ήχο με το έξοχο ντεμπούτο τους, ο διαφανής και δηλητηριώδης post μανδύας του οποίου, κρύβει κάτω από τη σαγηνευτική υπόσταση του At The Left Hand Of The Sun ένα θανατηφόρο κράμα ακραίων metal ηχοχρωμάτων κι extreme στοιχείων, που ευωδιάζουν heavy σαπίλα. Εξαιρετικό.

Collapsian: Bandcamp / Facebook


Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Wolvhammer - Clawing Into Black Sun


Το 2008 στη Μινεσότα σχηματίστηκαν οι Wolvhammer, οι οποίοι κυκλοφορούν τούτες τις μέρες μέσω της Profound Lore Records, τον αποτελούμενο από 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 47 λεπτών, τρίτο full length δίσκο τους, με τίτλο: Clawing Into Black Sun, στον οποίο συμμετέχουν οι Adam Clemans στα φωνητικά, Jeff Wilson σε μπάσο / κιθάρα κι ο Heath Rave στα ντραμς, που είναι το μοναδικό από τα ιδρυτικά τους μέλη, που παραμένει στη σύνθεση τους.

Ο ήχος των Wolvhammer μοιάζει στο νέο τους πόνημα πιο συμπαγής από ποτέ κι αυτό είναι απόρροια της δομής των συνθέσεων του, που συνδυάζουν άψογα το black metal υπόβαθρο τους με τις αχνές post rock αναφορές τους, ενώ στολίζουν τα ερεβώδη doom ηχοτοπία τους με δηλητηριώδεις sludge μελωδίες, καθιστώντας έτσι το διακριθέν για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, Clawing Into Black Sun, ως ένα εξόχως χορταστικό άκουσμα του ακραίου heavy ήχου.

Η κιθάρα πότε υφαίνει αργόσυρτα doom ύφους riffs και πότε πλέκει black μελωδίες, τις οποίες συχνά στολίζει με βαλτώδεις sludge πινελιές, ενώ τα μελωδικά της leads ξεχωρίζουν για την ισχνή post υπόσταση τους, που λαμπυρίζει σαν φλόγα μες τη θολή και πυκνή ατμόσφαιρα του Clawing Into Black Sun, η οποία οφείλεται εν πολλοίς στο μεστό μπάσο των Wolvhammer, που οφείλει τον όγκο του, στο υπέρ του δέοντος heavy εκτόπισμα του fuzz χαρακτήρα του.

Τα δυναμικά ντραμς των Wolvhammer αποτελούν το καλύτερο στήριγμα για τα έγχορδα τους και συμβάλουν συνάμα σημαντικά με το τραχύ κι απύθμενο groove τους στην ομαλή ροή του απολαυστικού Clawing Into Black Sun, που διακρίνεται για την ποικιλία στα φωνητικά του, τα οποία προσφέρουν θεατρικότητα στον πλούσιο ήχο του, άλλοτε με την καθαρή τους χροιά κι άλλοτε με την σχιστή και μελαγχολική υπόσταση των post punk αύρας, ουρλιαχτών τους.

Οι σκαιές μελωδίες των Wolvhammer αποκαλύπτουν με εύγλωττο τρόπο τον συνθετικό τους οίστρο και μαρτυρούν, τόσο την εκτελεστική τους δεινότητα, όσο και την αψεγάδιαστη απόδοση τους, που συνοδεύεται από περίσσια έμπνευση, η οποία καθιστά το συναρπαστικό και βάναυσα όμορφο, Clawing Into Black Sun, εξόχως απολαυστικό, μιας κι αναδεικνύει περίφημα τις doom σκοτεινές και black σπινθηροβόλες μελωδίες τους σε μια ακραία heavy πανδαισία. Υπόκλιση.

Wolvhammer: Facebook
Profound Lore Records: Official Website
 

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Purple Dino - Jurassic Bar


Κάπου προς τα τέλη του 2012 σχηματίστηκαν οι Purple Dino, οι οποίοι κατάγονται από την Ξάνθη κι ύστερα από κάμποσες αλλαγές ονομάτων και μελών στη σύνθεση τους, απαρτίζονται πλέον από τον Μήτσο στα ντραμς, από τον Παύλο σε κιθάρα και φωνή, από τον Δημήτρη στην κιθάρα κι από τον Στέφανο στο μπάσο, ενώ στο πρώτο τους full length δίσκο, που κυκλοφορεί με τίτλο: Jurassic Bar, συμμετέχουν κι αρκετοί φίλοι τους στα φωνητικά και στους στίχους.

Ο εν λόγω δίσκος, που αποτελεί την συνέχεια του περσινού τους demo, διαρκεί 42 λεπτά και περιέχει 7 κομμάτια, 2 εκ των οποίων τα γνωρίσαμε με λίγο διαφορετική μορφή βέβαια στο Demosaurus, ενώ το χορταστικό Jurassic Bar ξεχωρίζει εκτός των άλλων και για το χιούμορ, που διέπει τους στίχους του, το οποίο όμως έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την σοβαρή και λεπτομερώς προσεγμένη δουλειά των ανερχόμενων Purple Dino σε όλους τους τομείς του.

Η πολύ καλή παραγωγή του Jurassic Bar κολακεύει τις ευωδιάζουσες αλκοόλ συνθέσεις του με την ωμή rock αισθητική της, ενώ αναδεικνύει το εκτελεστικό ταλέντο των Purple Dino, μιας κι επιτρέπει σε όλα τα όργανα να ακουστούν σωστά, μαρτυρώντας έτσι το συνθετικό τους ταλέντο, το οποίο τους επέτρεψε να παντρέψουν περίφημα τα έντονα stoner στοιχεία τους με την ισχνές metal αναφορές τους και να απογειώσουν έτσι το ήδη εκρηκτικό τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.

Οι αχνές desert ευαισθησίες των Purple Dino οφείλονται στα μεθυστικά leads από τις κιθάρες τους και συνυπάρχουν αρμονικά με τις metal πινελιές των solos τους, που ντύνουν υπέροχα τα stoner υφής riffs τους, τα οποία αποκτούν πυκνότητα κι όγκο από το μπάσο και το περίσσιο fuzz του, το οποίο συνθέτει ένα εξαιρετικά δυναμικό και στιβαρό rythm section με τα ντραμς, τα οποία θαρρώ, πως κλέβουν την παράσταση στο ορμητικό Jurassic Bar με το δυναμικό τους groove.

Τα φωνητικά στάζουν γρέζι σε κάθε τους στίχο και προσθέτουν ποικιλία στο Jurassic Bar, μιας και τα χνώτα τους ξεχειλίζουν heavy metal αλητεία, ενώ τα φωνητικά από τους guests, χαρίζουν θεατρικότητα στο τελικό ηχητικό σύνολο, το οποίο διακρίνεται για την αψεγάδιαστη ροή του, για το καλό της οποίας, οι άκρως ελπιδοφόροι Purple Dino δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν κι ένα ιδιαιτέρως βάρβαρο death metal πέρασμα προς το τέλος του παρθενικού τους πονήματος.

Το σπιρτόζικο ταμπεραμέντο τούτης της πολλά υποσχόμενης μπάντας αποτυπώνεται εύγλωττα από το hard rock τσαγανό των εμπνευσμένων συνθέσεων της, το οποίο καμουφλάρει επιτυχώς τις αρκετές επιρροές των Purple Dino και τους χαρίζει σε συνδυασμό με την αγνή αγάπη τους για τον heavy ήχο, την δική τους μοναδική ηχητική ταυτότητα, ενώ τα λιγοστά μεν, πάρα πολύ σωστά χρησιμοποιημένα δε, ειδικά εφέ του Jurassic Bar, το καθιστούν εξόχως απολαυστικό.

Τέλος, καλό θα ήταν να γνωρίζεται ότι τούτοι οι μουσάτοι τύποι μπορεί να διαθέτουν γενναίες ποσότητες χιούμορ, όμως δεν αστειεύονται καθόλου σε ότι αφορά την μουσική τους κι αυτό είναι ξεκάθαρο στο Jurassic Bar, που αποτελεί εξαιρετικό πρώτο δείγμα γραφής κι αφήνει πολλές ελπίδες για το μέλλον των Purple Dino, καθώς η υπέρ του δέοντος heavy υπόσταση του, που ξεχειλίζει stoner σπιρτάδα και ζέχνει metal φρεσκάδα, στάζει rock αδρεναλίνη. Συναρπαστικό.

Purple Dino: Bandcamp / Facebook


Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

The Atlas Moth - The Old Believer


Το 2007 στο Σικάγο σχηματίστηκαν οι The Atlas Moth, που απαρτίζονται από τον Alex Klein στο μπάσο, από τον David Kush σε κιθάρα και φωνή, από τον Σταύρο Γιαννόπουλο σε κιθάρα κι ουρλιαχτά, από το νεοφερμένο στη μπάντα Dan Lasek στα ντραμς κι από τον Andrew Ragin σε πλήκτρα και κιθάρα, οι οποίοι ξόρκισαν τις έντονες και δυσάρεστες προσωπικές καταστάσεις, που τους ταλαιπώρησαν τους περασμένους μήνες, κυκλοφορώντας το The Old Believer.

Ο εν λόγω δίσκος, που αποτελεί την τρίτη full length δουλειά τους, βγήκε μέσω της Καναδικής Profound Lore Records και περιέχει 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας σχεδόν 50 λεπτών, ενώ ξεχωρίζει για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, που προσδίδει μια έξτρα δυναμική στις σκοτεινές συνθέσεις των The Atlas Moth και διακρίνεται για το εντυπωσιακό του artwork, το οποίο αλλάζει μορφή όταν βραχεί με νερό κι επιστρέφει ξανά στην αρχική του κατάσταση όταν στεγνώσει.

Η διττή υπόσταση του τρομερού artwork του The Old Believer, αντανακλάται και στο μουσικό του περιεχόμενο, το οποίο άλλοτε είναι βυθισμένο στην doom άβυσσο και ξερνάει μελαγχολικές black μελωδίες κι άλλοτε βγαίνει στην επιφάνεια της κολάσεως, εκεί όπου οι ψυχεδελικές stoner νότες των The Atlas Moth φλέγονται υπό το πύρινο φως των experimental ηχοχρωμάτων τους, καθιστώντας έτσι τη γεμάτη πόνο ειλικρίνεια των βιωματικών στίχων τους, σχεδόν αβάσταχτη.

Τα αρκούντως heavy κι εξόχως απολαυστικά riffs από τις κιθάρες, φέρουν ανάγλυφα black metal σημάδια στην γδαρμένη τους ραχοκοκαλιά κι αποτελούν τον καλύτερο σύντροφο για τα ζοφερά κι έχοντα death αιχμές leads τους, τα οποία αναδεικνύουν περίφημα τόσο τα καθαρά φωνητικά των The Atlas Moth, που κυριαρχούν στο The Old Believer, όσο και τα σχιστά ουρλιαχτά τους, που απογειώνονται από τα παρανοϊκής αύρας guest φωνητικά των μελών των Gojira.

Οι guest εμφανίσεις στο The Old Believer δεν σταματούν εδώ όμως, καθώς τα δύο βιολιά των Subrosa εντείνουν με τις δηλητηριώδεις τους μελωδίες την αποπνικτική ατμόσφαιρα απόγνωσης του, η οποία οφείλει την πυκνή doom υφή της στο γιγαντιαίο μπάσο των The Atlas Moth, που συντροφεύει με την αιθέρια sludge υπόσταση του, τις κιθάρες και τα δυναμικά τους ντραμς, τα οποία ενισχύουν παρέα με τα πλήκτρα την ομαλή ροή του έσχατου χρονικά πονήματος τους.

Εν ολίγοις, τούτο το άκουσμα αποτελεί τον πλέον εσωστρεφή και πολυσχιδή συνάμα δίσκο των φοβερών The Atlas Moth και θαρρώ παρά τον φαινομενικά δύσκολο χαρακτήρα του, πως είναι το πιο εύκολο ως προς την ακρόαση του άλμπουμ τους, καθώς το πλούσιο The Old Believer συνδυάζει άψογα τα ανάγλυφα heavy ηχοτοπία τους με τις βάναυσες κι ακραίες metal πινελιές τους, καθιστώντας έτσι το ήδη απολαυστικό τελικό ηχητικό σύνολο, μαγευτικό σαν αμαρτία.

The Atlas Moth: Facebook
Profound Lore Records: Official Website


Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Chaos Moon - Resurrection Extract


Το 2004 κάπου στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής σχηματίστηκαν οι Chaos Moon, οι οποίοι από το 2011 έως το 2013 είχαν σταματήσει να υπάρχουν, καθώς το μοναδικό τους μέλος, ο πολυπράγμων και πολυτάλαντος, Alex Poole, αποφάσισε να ασχοληθεί με όλα τα υπόλοιπα project του, πλην τούτης της μπάντας, που πρόσφατα κι εντελώς ξαφνικά επανήλθε στην ζωή.

Η δεύτερη περίοδος των Chaos Moon ξεκινά τη μοναχική της διαδρομή στα απόκοσμα black metal σοκάκια με τον τρίτο τους full length δίσκο, Resurrection Extract, ο οποίος κυκλοφορεί από την I, Voidhanger Records και στον οποίο συμμετέχει μονάχα ο ιδρυτής τους, που χειρίζεται με περίσσια μαεστρία όλα τα μουσικά όργανα, που ακούμε στα εννέα κομμάτια του.

Ο σκοτεινός ήχος του Resurrection Extract, η συνολική διάρκεια του οποίου αγγίζει τα 59 λεπτά, ακολουθεί πιστά τα παραδοσιακά black metal ηχοτοπία, τα οποία ο Alex Poole φροντίζει και διανθίζει επιτυχώς με έντονα ambient στοιχεία, εντείνοντας έτσι την αποπνικτική ατμόσφαιρα των συνθέσεων του κι αναδεικνύοντας συνάμα υπέροχα τις ψυχεδελικές drone αιχμές τους.

Οι ωμές κι ανίερες συνθέσεις των Chaos Moon στηρίζονται σε πρωτόγονες black metal φόρμες και στολίζονται από ισχνές ακουστικές μελωδίες, που χαρίζουν drone πινελιές στο τελικό ηχητικό σύνολο, το οποίο διακρίνεται για τα δυναμικά του ντραμς, τα οποία ξεφεύγουν σε blast beats αρκετά συχνά και για το ιδιαιτέρως τραχύ black ύφος, τόσο της κιθάρας, όσο και του μπάσου.

Τα πλήκτρα του Resurrection Extract ξεχωρίζουν για την πυκνή τους υπόσταση, που βοηθά σημαντικά την σωστή του ροή, ενώ συνάμα καθιστά μαγευτικό το απελπιστικά όμορφο τελικό ηχητικό σύνολο, το οποίο αποκτά depressive προεκτάσεις από τα απελπισμένα και σχιστά ουρλιαχτά των Chaos Moon, που επέστρεψαν δυνατά στα ακραία μουσικά δρώμενα. Έξοχο.

Chaos Moon: Bandcamp / Facebook
I, Voidhanger Records: Official Website


Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Acherontia - Kings Of The World


Οι Acherontia σχηματίστηκαν το 2011 στην Βαρκελώνη κι απαρτίζονται από τους ταλαντούχους κι εξαιρετικά υποσχόμενους μουσικούς, Dani στα ντραμς, Ricoh σε φωνή και κιθάρα, Rayo σε μπάσο και φωνητικά και Jose στην κιθάρα, οι οποίοι κυκλοφόρησαν στις αρχές του περασμένου Ιούνη την δεύτερη δουλειά τους, που έχει τη μορφή ep, υπό τον τίτλο: Kings Of The World.

Το εν λόγω άκουσμα περιέχει 6 κομμάτια συνολικής διάρκειας 25 λεπτών και διακρίνεται για την διαυγή παραγωγή του, που ενισχύει σημαντικά με τη δυναμική της, τις ήδη εκρηκτικές συνθέσεις των Acherontia, οι οποίες μας παρουσιάζουν την μοναδική ηχητική ταυτότητα τους μέσα από το σκληρό κι αιχμηρό stoner ύφος τους, το οποίο είναι διανθισμένο με αχνά sludge ηχοχρώματα.

Τα κοφτά riffs από τις κιθάρες στήνουν το ορμητικό heavy πλαίσιο του Kings Of The World και το στολίζουν με ισχνές metal πινελιές, που αναδεικνύουν την sludge τεχνοτροπία τους, η οποία στολίζει με την καθαρή της υπόσταση, τον φλεγόμενο stoner χαρακτήρα των Acherontia, που κολακεύεται απίστευτα από τα heavy metal αισθητικής solos και τα hard rock υφής leads τους.

Η φωνή των Acherontia ξεχειλίζει από πάθος και πλημμυρίζει με το γρέζι της το τελικό ηχητικό σύνολο, το οποίο οφείλει το αρκούντως heavy εκτόπισμα του, στο σφιχτοδεμένο rythm section τους, που αποτελείται από το μεστό κι ατίθασο μπάσο τους κι από τα εξόχως δυναμικά τους ντραμς, τα οποία χαρίζουν απλόχερα γενναίες ποσότητες groove στο Kings Of The World.

Ο στιβαρός ήχος του Kings Of The World ευωδιάζει πυρίτιδα χάρη στα παθιασμένα φωνητικά τους, που ενισχύουν τις αιχμηρές καταβολές του stoner χαρακτήρα τους, με το έμφυτο τσαγανό τους και συμβάλουν σημαντικά στην πολύ καλή ροή του, ενώ δίνουν μια έξτρα ώθηση στις ήδη εκρηκτικές συνθέσεις των Acherontia με την αστείρευτη σπιρτάδα και το ισχνό τους γρέζι.

Εν ολίγοις, τούτο το απολαυστικό ep αποτελεί ένα εξόχως δυναμικό heavy άκουσμα, καθώς οι ποικίλες συνθέσεις του, καθιστούν εξόχως χορταστικό το Kings Of The World, το οποίο αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον των ανερχόμενων κι άκρως ελπιδοφόρων Acherontia, μιας κι ο ηχητικός του τσαμπουκάς, παρασέρνει τα πάντα στο μανιασμένο heavy διάβα του. Τίμιο.

Acherontia: Bandcamp / Facebook


Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Kröwnn - Magmafröst


Το 2012 στην Βενετία σχηματίστηκαν οι Krownn, που απαρτίζονται από τον Lello σε κιθάρα και φωνητικά, από την Elena στα τύμπανα κι από την Silvia στο μπάσο. Τούτη η ταλαντούχα και πολλά υποσχόμενη μπάντα από την Ιταλία, κυκλοφόρησε στα τέλη του περασμένου Ιούνη την δεύτερη δουλειά της, υπό τον τίτλο: Magmafrost, η οποία έχει την μορφή full length άλμπουμ κι αποτελείται από 8 εξόχως δυναμικά κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 47 λεπτών.

Ο διαυγής κι ογκώδης ήχος του Magmafrost οφείλεται στην εξαιρετική παραγωγή του, η οποία δένει υπέροχα όλα τα μουσικά όργανα μεταξύ τους και χαρίζει μια άκρως κολακευτική πυκνή υφή στο τελικό ηχητικό σύνολο, το οποίο απογειώνεται από την αψεγάδιαστη και παθιασμένη απόδοση των Krownn, τα εκρηκτικά κομμάτια των οποίων, μαρτυρούν την εκτελεστική τους δεινότητα και τον συνθετικό τους οίστρο, καθώς ξεχειλίζουν από αδρεναλίνη κι έμπνευση.

Η μοναδική ηχητική ταυτότητα των Krownn αποτυπώνεται εύγλωττα στο νέο τους πόνημα, το οποίο αποτελεί το απόσταγμα της μουσικής τους δεξιοτεχνίας, καθώς εδώ συνδυάζουν υπέροχα τα έντονα stoner ηχοχρώματα τους με τις ισχνές nwobhm κι αχνές viking metal πινελιές τους, οι οποίες στολίζουν εντυπωσιακά το ορμητικό doom υπόβαθρο του Magmafrost, τα ψυχεδελικά rock ηχοτοπία του οποίου, μεθούν τη heavy ραχοκοκαλιά του με τα vintage αρώματα τους.

Τα θεατρικής υφής φωνητικά των Krownn ερμηνεύουν με περισσή πειστικότητα τους σχετικούς με τη μυθολογία και την αχαλίνωτη φαντασία στίχους τους, ενώ ταιριάζουν αρμονικά στην πυκνή ατμοσφαίρα, που δημιουργεί το στιβαρό rythm section τους, το οποίο οφείλει το εξόχως heavy εκτόπισμα του, τόσο στα ιδιαιτέρως δυναμικά και γεμάτα groove χτυπήματα των ντραμς, όσο και στο πνιγμένο στο fuzz μπάσο, που αργόσυρτα έρπει μες στις συνθέσεις του Magmafrost.

Οι δηλητηριώδης μελωδίες της κιθάρας ξεχύνονται μέσα από τα old school αισθητικής leads της και πλαισιώνουν περίφημα τα αρχέγονου doom ύφους riffs της, τα οποία χαρακτηρίζουν, αλλά κι ορίζουν την μεγαλειώδη heavy μορφή του Magmafrost, καθώς αυτά αποτελούν την κινητήριο δύναμη των πλούσιων μουσικά συνθέσεων του, τις οποίες και διανθίζουν με την retro αισθητικής doom μορφή τους, που εύγλωττα μαρτυρά την λατρεία των Krownn στον proto metal ήχο.

Εν ολίγοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν εξαιρετικό από όλες τις απόψεις doom metal δίσκο, τον οποίο οι ελπιδοφόροι δημιουργοί του, έπλασαν με ατελείωτο μεράκι και περίσσια προσοχή στην λεπτομέρεια, καθιστώντας έτσι  σχεδόν εθιστικό το εξόχως χορταστικό Magmafrost, που αφήνει πάρα πολλές υποσχέσεις για το μέλλον των Krownn, μιας κι η αγνή τους αγάπη για τον πρωτόγονο heavy ήχο, ξεχειλίζει από doom φαντασία. Απολαυστικό σαν παλιό καλό κρασί.

Kröwnn: Bandcamp / Facebook


Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Annimal Machine - This Place Where The Dead Speak With The Living


Το Νοέμβριο του 2010 σχηματίστηκαν οι Annimal Machine, που προέρχονται από το Μεξικό και οι οποίοι κυκλοφόρησαν στο τέλος του περασμένου Μαρτίου την συνολικά δεύτερη δουλειά τους, μα πρώτη με full length μορφή, η οποία περιέχει 6 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 68 λεπτών και φέρει τον λιτό τίτλο: This Place Where The Dead Speak With The Living.

Ο εν λόγω δίσκος, διακρίνεται για τη δυναμική παραγωγή του, που αναδεικνύει την βαφτισμένη στο fuzz μουσική υπόσταση των Annimal Machine, με την τέλεια ισορροπία της ανάμεσα στην ηχητική βρωμιά και διαύγεια, χαρίζοντας έτσι στις εκρηκτικές συνθέσεις τους, μια σαγηνευτική κι άκρως αιχμηρή metal υφή, η οποία απογειώνει τον υπέρ του δέοντος heavy χαρακτήρα τους.

Η στιβαρή και πυκνή μορφή του rythm section των ταλαντούχων Annimal Machine στηρίζεται στα εξόχως δυνατά χτυπήματα των ντραμς τους, που γεμίζουν με groove το παρθενικό τους πόνημα και στο μεστό τους μπάσο, που στολίζει το επιθετικό κι αρχέγονο doom υπόβαθρο τους με έντονα sludge αρώματα, αποτυπώνοντας έτσι εύγλωττα το ορμητικό τους ταμπεραμέντο.

Τα γιγαντιαία riffs από την κιθάρα των Annimal Machine, άλλοτε παρασύρουν τα πάντα στο διάβα τους κι άλλοτε καθηλώνουν με το τερατώδες τους εκτόπισμα, ενώ τα λιτά κι απέριττα solos της, χαρίζουν μια μεθυστική metal χροιάς vintage αύρα στο ντεμπούτο τους και κολακεύουν τα ισχνά stoner στοιχεία, που διακρίνουν το μεγαλειώδες κι ατίθασο doom ηχητικό τους μοτίβο.

Οι ευωδιάζουσες πυρίτιδα συνθέσεις των Annimal Machine πλαισιώνονται υπέροχα από τα παθιασμένα και γεμάτα γρέζι φωνητικά τους, τα οποία είναι απόλυτα εναρμονισμένα στην ογκώδη ατμόσφαιρα του This Place Where The Dead Speak With The Living, το οποίο μας παρουσιάζει με εύγλωττο τρόπο, τις τεράστιες μουσικές δυνατότητες των δημιουργών του.

Εν ολίγοις, οι Annimal Machine μας προσφέρουν ένα εξόχως απολαυστικό δίσκο, που αφήνει πολλές υποσχέσεις για το ηχητικό τους μέλλον, μιας και το εντυπωσιακό κι επιβλητικό συνάμα, This Place Where The Dead Speak With The Living, βρίθει συνθετικής έμπνευσης και θαρρώ, πως αποτελεί έναν από τους καλύτερους doom δίσκους των τελευταίων ετών. Βάναυσα όμορφο.

Annimal Machine: Bandcamp / Facebook


Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

The Dallaz - Dirt Dealer


Το 2000 στην Μπολόνια της Ιταλίας σχηματίστηκαν οι The Dallaz, που ύστερα από κάμποσες αλλαγές στην σύνθεση τους και με αρκετά δυνατά lives στην καμπούρα τους, κυκλοφορούν φέτος την δεύτερη συνολικά δουλειά τους, μα πρώτη με full length μορφή, η οποία φέρει τον τίτλο: Dirt Dealer κι αποτελείται από 11 κομμάτια συνολικής διάρκειας 42 λεπτών περίπου.

Ο εν λόγω δίσκος, που διακρίνεται για την ηχητική του σπιρτάδα, ξεχωρίζει για την πολύ καλή παραγωγή του, η οποία χαρίζει μια έξτρα δυναμική στις συνθέσεις του με την τέλεια ισορροπία της ανάμεσα στην ηχητική βρωμιά και διαύγεια, η οποία αναδεικνύει περίφημα τις μπόλικες επιρροές των The Dallaz και συνάμα αποτυπώνει την δική τους μοναδική ηχητική ταυτότητα.

Η εκρηκτική μουσική του Dirt Dealer ξεχειλίζει από rock τσαγανό, καθώς ενσωματώνει στον σπιρτόζικο stoner χαρακτήρα της blues πινελιές και desert ψήγματα, τα οποία οι The Dallaz στολίζουν επιτυχώς με αχνά southern ηχοχρώματα κι ισχνά metal ρινίσματα, καθιστώντας έτσι σχεδόν εθιστικές τις έντονες garage αιχμές του φέροντος μια μεθυστική punk αύρα ήχου τους.

Τα δυναμικά ντραμς των The Dallaz πλημμυρίζουν το Dirt Dealer με το απύθμενο groove τους κι αποτελούν ένα ιδιαιτέρως στιβαρό rythm section με το βαπτισμένο στο fuzz μπάσο, το οποίο πλαισιώνει υπέροχα την γεμάτη ενέργεια κιθάρα, τα riffs της οποίας στάζουν αδρεναλίνη σε κάθε τους νότα και τα solos της χαρίζουν μια γοητευτική ευωδία πυρίτιδας στο τελικό ηχητικό σύνολο.

Οι γεμάτες ηχητικό τσαγανό συνθέσεις του Dirt Dealer αποκτούν γενναίες δόσεις θεατρικότητας από τα παθιασμένα τους φωνητικά, τα οποία μαρτυρούν με την ερμηνευτική τους ποικιλία τον αδάμαστο μουσικό χαρακτήρα των The Dallaz κι αποτυπώνουν εύγλωττα τις grunge και punk επιρροές τους, οι οποίες αναδεικνύουν τη garage σπιρτάδα του αρκούντως heavy ήχου τους.

Εν ολίγοις, τούτο το άκρως εκρηκτικό stoner άκουσμα, που όμως διακρίνεται για την ποικίλα και πλούσια ηχητική του υπόσταση, αποτελεί ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα γραφής από τους εξόχως ταλαντούχους The Dallaz, που επιχειρούν γερό μπάσιμο στα heavy δρώμενα με το διακριθέν για τον ηχητικό του τσαμπουκά Dirt Dealer, το οποίο καθηλώνει με την ορμή του. Εξαίρετο.

The Dallaz: Bandcamp / Facebook


Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Ararat - Cabalgata Hacia La Luz


Το 2008 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής σχηματίστηκαν οι Ararat, οι οποίοι αποτελούν δημιούργημα του πολυτάλαντου Sergio με το πλούσιο παρελθόν στον heavy ήχο, ο οποίος σε τούτη τη μπάντα συνεισφέρει με το περίσσιο ταλέντο του σε μπάσο, φωνή, κιθάρα και πιάνο, ενώ τα ντραμς έχει αναλάβει ο Alfredo και τη κιθάρα με τα πλήκτρα ο Tito, οι οποίοι αμφότεροι πλαισιώνουν περίφημα κι εμπλουτίζουν τις μουσικές ιδέες του ιδρυτή και βασικού συνθέτη.

Το έσχατο χρονικά πόνημα των Ararat φέρει τον τίτλο: Cabalgata Hacia La Luz και περιέχει 13 κομμάτια συνολικής διάρκειας 63 λεπτών, ενώ αποτελεί τον τρίτο full length δίσκο τους, ο οποίος ακριβώς όπως και οι προηγούμενες δουλειές τους, κυκλοφορεί από την Oui Oui Records και φέρει το σημάδι των μελών τούτης της πολυσχιδούς μπάντας, τόσο στον τομέα της παραγωγής, τον οποίο τον επιμελήθηκαν τα μέλη της, όσο και στο artwork, που το φιλοτέχνησαν οι ίδιοι.

Το αρκούντως heavy και ποικίλο ηχητικό πλαίσιο των Ararat στηρίζεται σε ένα μεθυστικό doom rock υπόβαθρο, το οποίο έχουν φροντίσει να διανθίσουν με περίσσια μαεστρία με εθιστικές stoner πινελιές κι αχνά μα εξόχως εθιστικά desert αρώματα, τα οποία στόλισαν με ταξιδιάρικα rock 'n' roll ηχοτοπία, τα οποία φλερτάρουν έντονα με την rock ψυχεδέλεια και συγχρόνως ενδίδουν στο έντονο φλερτ των κινηματογραφικής αισθητικής μουσικών πειραματισμών τους.

Το μπάσο αποτελεί τον ηχητικό μπούσουλα του Cabalgata Hacia La Luz, καθώς αυτό οδηγεί τις συνθέσεις του με τον μεστό του ήχο και το fuzz ταμπεραμέντο του, χαρίζοντας στις κιθάρες, ηλεκτρικές κι ακουστικές, τον απαραίτητο χώρο για να αναπτύξουν τα σαγηνευτικά τους θέματα και συνάμα σιγοντάρει υπέροχα τα δυναμικά ντραμς, τα οποία χαρίζουν απύθμενο groove στο τελικό ηχητικό σύνολο με τα γεμίσματα τους και την έμφυτη κι ατίθαση μουσική τους δυναμική.

Το κινηματογραφικό αίσθημα, που γεννά η έξυπνη και λιτή χρήση των πλήκτρων κολακεύει τις συνθέσεις του Cabalgata Hacia La Luz κι αναδεικνύει συνάμα τα μεστά φωνητικά των Ararat, τα οποία μοιάζουν και είναι απόλυτα εναρμονισμένα στην πυκνή τους ηχητική ατμόσφαιρα, ενώ η εκπληκτική απόδοση της μπάντας, η οποία έρχεται σε πλήρη σύμπνοια με τον συνθετικό της οίστρο και τη λεπτομερή δουλειά της σε όλους τους τομείς, καθιστά άψογο, τούτο το άκουσμα.
 
Το πλούσιο μουσικό μοτίβο του Cabalgata Hacia La Luz απογειώνεται από την μεστή παραγωγή του, η οποία αναδεικνύει όλα τα μουσικά του όργανα με τον καλύτερο τρόπο, μιας και τους προσφέρει την απαραίτητη διαύγεια, δίχως όμως να στερεί κάτι από την πυκνή κι ογκώδη τους υπόσταση, ενώ σημαντικό ρόλο στο τελικό ηχητικό σύνολο παίζει και το όργανο, που παρά τη σχεδόν ανεπαίσθητη χρήση του από τους Ararat, κάνει ιδιαιτέρως αισθητή τη παρουσία του.

Το σχεδόν εθιστικό doom rock μοτίβο του Cabalgata Hacia La Luz, που είναι εμπλουτισμένο με desert υφής stoner μελωδίες, αποτυπώνει πειστικά κι εύγλωττα την μοναδική μουσική ταυτότητα των δημιουργών του, καθώς οι ισχνές soundtrack υφής πινελιές του, αναδεικνύουν περίφημα τα ψυχεδελικά rock 'n' roll στοιχεία του και συνάμα μαρτυρούν την διάθεση τους να συνεχίσουν να εξερευνούν τα heavy μουσικά τους όρια κι ουχί να επαναπαυθούν στις ως τώρα επιτυχίες τους.

Το πιο σημαντικό βέβαια θαρρώ, πως είναι το γεγονός ότι οι νέες συνθέσεις των φοβερών Ararat ξεχωρίζουν, τόσο για τις λατινικές τους ρίζες, που αποτυπώνονται από την χρήση της μητρικής τους γλώσσας και που μαρτυρώνται κι από το μουσικό τους τσαγανό, όσο και το ότι διακρίνονται για το σπιρτόζικο rock 'n' roll χαρακτήρα τους, μιας και το επιεικώς φανταστικό Cabalgata Hacia La Luz ενσωματώνει με δεξιοτεχνία τα πλέον απολαυστικά heavy στοιχεία.

Το συμπέρασμα είναι ότι πρόκειται για έναν εξαιρετικά προσεγμένο και σχεδόν αψεγάδιαστο σε όλα του δίσκο, που μαρτυρά περίσσιο μεράκι κι ατελείωτο ταλέντο, τόσο στον καθαρά μουσικό τομέα, όσο και σε όλους τους υπόλοιπους τομείς, μιας και το Cabalgata Hacia La Luz είναι πλασμένο με απαράμιλλη φροντίδα και καμωμένο με τα πλέον χορταστικά heavy rock υλικά από τους πολυτάλαντους Ararat, το αγνό πάθος των οποίων, το καθιστά όμορφο σαν αμαρτία.

Ararat: Facebook
Oui Oui Records: Official Website


Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Phant - The Octophant Pt. II


Οι ταλαντούχοι και πολλά υποσχόμενοι Phant σχηματίστηκαν το 2012 στο Falun της Σουηδίας κι απαρτίζονται από τον Anton σε φωνή και κιθάρα, από τον Jesper σε μπάσο και φωνή κι από τον Elias στα ντραμς, ενώ εδώ και λίγο καιρό σταθερό τους μέλος αποτελεί κι ο Christoffer, που συμμετείχε αρχικά στη φωνή και στην παραγωγή διαφόρων noise εφέ ως guest στο δεύτερο ep τους, το οποίο κυκλοφορεί εδώ και λίγες εβδομάδες υπό τον τίτλο: The Octophant Pt. II.

Το εν λόγω ep περιέχει 3 κομμάτια συνολικής διάρκειας 26 λεπτών, μέσα από τα οποία οι Phant πετυχαίνουν να μας παρουσιάσουν το πλούσιο μουσικό τους ταλέντο, μιας κι έχουν ξεδιπλώσει με περισσή δεξιοτεχνία κι απαράμιλλη μαεστρία την εκτελεστική τους δεινότητα και το συνθετικό τους οίστρο, καθώς έχουν παντρέψει περίφημα το πειραματικό doom υπόβαθρο τους με έντονα ψυχεδελικά rock ηχοτοπία και πασπάλισαν τις space πινελιές τους με ισχνά sludge στοιχεία.

Τα μεγαλειώδη riffs της κιθάρας κυριαρχούν στο The Octophant Pt. II, στο οποίο προσδίδουν γιγαντιαίο εκτόπισμα με την πυκνή doom κι ογκώδη space υφή τους, η οποία απογειώνεται από το μπάσο και τον fuzz χαρακτήρα του, μιας κι ενισχύει σημαντικά τη λασπώδη κι αργόσυρτη μορφή τους, ενώ τα σχεδόν κατακλυσμιαία ντραμς των Phant, χαρίζουν στο τελικό ηχητικό σύνολο με το απύθμενο groove τους, γενναίες ποσότητες μουσικής σπιρτάδας κι αδρεναλίνης.

Η noise υφή των διάφορων εφέ πλαισιώνει υπέροχα τις ψυχεδελικές sludge αναζητήσεις των Phant κι αναδεικνύει υπέροχα την πειραματική τους διάθεση, ενώ η σωστή χρήση των samples, τα οποία εντείνουν τη space αύρα της μουσικής τους, καθώς αναφέρονται σε μαρτυρίες σχετικές με την ύπαρξη εξωγήινης ζωής, κολακεύει την ροή του The Octophant Pt. II κι αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τις λιγοστές κι αχνές, μα άκρως απολαυστικές, post rock αναφορές τους.

Ο πλούσιος ήχος του συναρπαστικού The Octophant Pt. II χαρίζει στους δημιουργούς του με την περιπετειώδη του υπόσταση την δική τους άκρως προσωπική μουσική ταυτότητα κι αφήνει συνάμα πάρα πολλές υποσχέσεις για το μέλλον τους, ενώ εντείνει την αναμονή για ένα full length δίσκο από τους Phant, οι οποίοι είμαι σίγουρος, πως θα αποτελέσουν ένα από τα πλέον εντυπωσιακά συγκροτήματα της heavy σκηνής στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Φανταστικό.

Phant: Bandcamp / Facebook


Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Kalamata - You


Ένα εξαιρετικό συγκρότημα μας έρχεται από την Γερμανία και την μικρή πόλη του Hildesheim, όπου εδώ και λίγο καιρό έχει σχηματιστεί η περί ου ο λόγος μπάντα με το ελληνόφωνο: Kalamata ως όνομα της, η οποία απαρτίζεται από τρεις άκρως ταλαντούχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Peter στη κιθάρα, από τον Maik στο μπάσο κι από τον Olly στα ντραμς.

Η εν λόγω μπάντα κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες την παρθενική της δουλειά με τίτλο: You, που περιέχει 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας 43 λεπτών, οι τίτλοι των οποίων συνιστούν ένα όχι και τόσο ευγενικό λογοπαίγνιο, ενώ εκτός των άλλων διακρίνεται και για την αψεγάδιαστη διαυγή παραγωγή του, που απογειώνει τις περιπετειώδεις συνθέσεις του, με τη δυναμική της.

Ο ήχος των Kalamata έχει ως ορμητήριο τα αχαλίνωτα σοκάκια της ψυχεδελικής rock μουσικής, μες από όπου ξεχύνεται άλλοτε με κατεύθυνσή σαγηνευτικά stoner ηχοτοπία κι άλλοτε χάνεται μέσα στα experimental ηχοχρώματα του doom ήχου, σκαρώνοντας έτσι ένα άκρως απολαυστικό heavy rock μείγμα, το οποίο καθιστούν ακαταμάχητο με τα αχνά prog και space ψήγματα τους.

Το μεστό κι ατίθασο μπάσο των Kalamata οδηγεί τις συνθέσεις του You με την πυκνή κι ογκώδη υφή του, η οποία σε στιγμές ξεχειλίζει fuzz ταμπεραμέντο, ενώ η στιβαρή του ηχητική υπόσταση αποτελεί το καλύτερο στήριγμα για τα δυναμικά ντραμς, τα οποία στολίζουν με περίσσιο groove το τελικό ηχητικό σύνολο, που απογειώνεται από τις γλυκιές μελωδίες της ταξιδιάρικης κιθάρας.

Δεν ξέρω, πως προέκυψε το όνομα τούτης της μπάντας, αν και μπορώ να το φανταστώ, όμως γνωρίζω ότι ο instrumental χαρακτήρας του παρθενικού της πονήματος δύσκολα δεν θα σας μαγέψει με την απαράμιλλη ομορφιά του, καθώς το φανταστικό You των πολλά υποσχόμενων Kalamata, αποτελεί μια από τις πλέον θετικές κι όμορφες heavy εκπλήξεις της χρονιάς. Άψογο.

Kalamata: Bandcamp / Facebook