Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Horsehunter - Caged In Flesh

 
Ο Michael σε κιθάρα και φωνητικά, ο Himi σε μπάσο και φωνητικά, ο Nick στα ντραμς κι ο Dan στην φωνή, απαρτίζουν τους εξαιρετικούς κι ανερχόμενους Horsehunter, που σχηματίστηκαν από τους ίδιους κάπου προς τα μέσα του 2012 στη Μελβούρνη της Αυστραλίας και οι οποίοι μόλις στα τέλη του περασμένου Σεπτέμβρη κυκλοφόρησαν την παρθενική τους δουλειά με τίτλο Caged In Flesh, η οποία περιέχει τέσσερα κομμάτια συνολικής διάρκειας 41 λεπτών περίπου.
 
Η εν λόγω κυκλοφορία, που πλαισιώνεται από ένα σκοτεινά σαγηνευτικό artwork, διακρίνεται για την πραγματικά αψεγάδιαστη παραγωγή της, που αποδίδει με διαύγεια τις χαοτικές μελωδίες της και ξεχωρίζει για τις θηριώδεις κι απαράμιλλου κάλλους συνθέσεις της, οι οποίες ξεκινούν το μακρύ τους ταξίδι στον ακραίο heavy ήχο, που περνά μέσα από δαιδαλώδη post ηχοτοπία και ρηχούς stoner βάλτους, από ανήλιαγα doom σοκάκια για να καταλήξουν στην sludge άβυσσο.
 
Τα φωνητικά αναδύουν συναισθήματα σύγχυσης και πανικού κι εντάσσονται στο απόκοσμο κλίμα του Caged In Flesh περίφημα, χάρη στην βαθιά συναισθηματική τους ένταση, ενώ οι δυο κιθάρες, άλλοτε υφαίνουν πελώρια riffs, που κατατροπώνουν τα πάντα στο ορμητικό διάβα τους κι άλλοτε πλέκουν γαλήνια leads κι αρμονικά solos, αναδεικνύοντας έτσι υπέροχα και με πειθώ την εύθραυστη υπόσταση των Horsehunter, οι οποίοι μοιάζει να ξεχειλίζουν από έμπνευση.
 
Το μεστό μπάσο χαρίζει όγκο και βάθος στο τελικό μουσικό σύνολο, χάρη στον fuzz χαρακτήρα του και σιγοντάρει υπέροχα, τόσο τις κιθάρες των Horsehunter, όσο και τα δυναμικά ντραμς τους, που διανθίζουν με το απαραίτητο groove τις συνθέσεις τους, στην ποικιλία των οποίων συμβάλουν σημαντικά με τα tribal υφής χτυπήματα τους, αποτυπώνοντας έτσι με εύγλωττο τρόπο το μεγαλείο του Caged In Flesh, που μαρτυρά το συνθετικό οίστρο των δημιουργών του.
 
Οι άκρως ταλαντούχοι και πολλά υποσχόμενοι Horsehunter, ανεβάζουν σε δυσθεώρητα ύψη τις προσδοκίες για το μουσικό μέλλον τους με το ντεμπούτο δίσκο τους, καθώς το χορταστικό κι απολαυστικό Caged In Flesh, αποτελεί ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα γραφής και μας χαρίζει στιγμές ανείπωτης heavy μαγείας, χάρη στις μεγαλειώδεις συνθέσεις του, οι οποίες παραλύουν το σώμα και σκλαβώνουν τις αισθήσεις με την αλλόκοτη κι ερεβώδη ομορφιά τους. Καθηλωτικό.
 
Horsehunter: Bandcamp / Facebook

 

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Black Moth - Condemned To Hope

 
Οι ραγδαίως ανερχόμενοι Black Moth σχηματίστηκαν στην πόλη Leeds της Αγγλίας το 2010 κι απαρτίζονται από 5 ιδιαιτέρως ταλαντούχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τη Harriet στα φωνητικά, από τους Jim και Nico στις κιθάρες, από τον Dominic στα ντραμς κι από τον Dave στο μπάσο, όλοι εκ των οποίων είναι αρκετά έμπειροι και μάλιστα έχουν συνυπάρξει κατά το παρελθόν στις ίδιες μπάντες, οπότε το δέσιμο τους μοιάζει και είναι άκρως φυσιολογικό.
 
Η χημεία των μελών τούτης της πολλά υποσχόμενης μπάντας αποτυπώνεται εύγλωττα και στην δεύτερη full length δουλειά της, που αποτελεί την αφορμή για τούτο το κείμενο και η οποία φέρει τον τίτλο Condemned To Hope και περιέχει 11 κομμάτια συνολικής διάρκειας 43 λεπτών, μιας και οι δυναμικές της συνθέσεις, που απογειώνονται από την διαυγή παραγωγή της, ξεχωρίζουν για την μεστή και στιβαρή μορφή τους, που μαρτυρά συνθετικό οίστρο κι ατίθαση έμπνευση.
 
Το πανέμορφο και σκοτεινό artwork του Condemned To Hope ταιριάζει υπέροχα τόσο με τους στίχους του, όσο και με την συμπαγή μουσική του, η οποία στηρίζεται στον doom ήχο, αν και οι grunge πινελιές είναι ιδιαιτέρως έντονες, ενώ το garage τσαγανό των Black Moth, που οφείλεται μάλλον στον πρότερο βίο τους, αποτυπώνει με εύγλωττο τρόπο την αύρα 60's ψυχεδέλειας των συνθέσεων του κι αναδεικνύει περίφημα το punk νεύρο και τα ισχνά stoner ηχοχρώματα του.
 
Τα φωνητικά άλλοτε μας ξεσηκώνουν με το πάθος και την ενέργεια τους κι άλλοτε μας μαγεύουν με την αισθαντική και noir αισθητική τους, ενώ οι κιθάρες μας καθηλώνουν με τα riffs τους, τα οποία είναι αρκούντως heavy και μας ξεμυαλίζουν με τα solos τους, που ξεχειλίζουν αδρεναλίνη, δίνοντας έτσι σπιρτόζικη υφή στο Condemned To Hope, το οποίο οφείλει το περίσσιο groove του στα ντραμς και τον ηχητικό του όγκο στο μεστό και σκανδαλιάρικο μπάσο των Black Moth.
 
Ο ποικίλος μουσικός κόσμος τούτων των Εγγλέζων, που λοξοκοιτά σε στιγμές προς τις gothic αρώματος country μελωδίες του αμερικάνικου νότου, ευωδιάζει ηχητική πυρίτιδα χάρη στο fuzz ταμπεραμέντο του και καθιστά εξόχως χορταστικό το Condemned To Hope χάρη στην ατίθαση heavy σπιρτάδα του, η οποία οφείλεται στην αψεγάδιαστη απόδοση των άκρως ελπιδοφόρων Black Moth, που επιβεβαιώνουν τις υψηλές προσδοκίες, που οι ίδιοι δημιούργησαν. Εξαίρετο.
 
Black Moth: Facebook / Official Website
 
 

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Grizzly - Rapturous Decay

 
Οι εξόχως ταλαντούχοι Grizzly σχηματίστηκαν το 2003 στην Βουδαπέστη της Ουγγαρίας κι απαρτίζονται από πέντε άκρως ικανούς μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Oszkar στη φωνή, τον Attila στο μπάσο, τον Armin στα ντραμς και τους Arian και Zsolt στις κιθάρες, οι οποίοι είναι αρκετά δραστήριοι όσον αφορά στις live εμφανίσεις τους κι αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από τη μικρή δισκογραφία τους, που ως τώρα αποτελείται από δυο μόλις δουλειές.
 
Το δεύτερο χρονικά πόνημα τους, το οποίο φέρει τον τίτλο Rapturous Decay, κυκλοφόρησε πριν από δυο εβδομάδες περίπου και περιέχει 6 κομμάτια συνολικής διάρκειας 27 λεπτών, ενώ πλαισιώνεται από ένα ιδιαιτέρως λεπτομερές artwork, που ταιριάζει άψογα στη σκληροτράχηλη μουσική τους, η οποία απογειώνεται από την δυναμική παραγωγή, που χαρίζει ένα κολακευτικό κι εξόχως απολαυστικό live αίσθημα στις περιπετειώδεις κι επιεικώς εκρηκτικές συνθέσεις του.
 
Η βαπτισμένη στο γρέζι φωνή των Grizzly αποδίδει με περίσσιο πάθος τη νοσηρή φαντασία, που απορρέει από τους στίχους κι εντάσσεται χωρίς κανένα πρόβλημα στην ατμόσφαιρα του Rapturous Decay χάρη στο απύθμενο fuzz από τις δυο κιθάρες, οι οποίες σκαρώνουν riffs σε sludge ύφος με ανάγλυφα blues ηχοχρώματα και ισχνές southern πινελιές, χαρίζοντας έτσι ένα εξαιρετικά ορμητικό rock 'n' roll τσαγανό στο σχεδόν ισοπεδωτικά heavy τελικό μουσικό σύνολο.
 
Τα κατακλυσμιαία ντραμς σε πλήρη αρμονία με το μεστό κι ατίθασο μπάσο, προσφέρουν stoner αιχμές στο Rapturous Decay, ενισχύοντας τη μουσική ποικιλία του και συνάμα το στολίζουν με περίσσιο groove, χαρίζοντας του παράλληλα τεράστιο μουσικό βάθος κι όγκο, ενώ η ασθενική παρουσία της φυσαρμόνικας, αρωματίζει με μια άκρως σαγηνευτική retro αύρα τις ευωδιάζουσες πυρίτιδα συνθέσεις των Grizzly, που εδώ βρυχώνται δεξιοτεχνικά και με περίσσια μαεστρία.
 
Ο χειμαρρώδης και υπέρ του δέοντος heavy μουσικός κόσμος των Grizzly έχει την δική του μοναδική ταυτότητα, την οποία οφείλει στον συνθετικό τους οίστρο και γενικότερα στο μεγάλο μουσικό τους ταλέντο, που ξεδιπλώνεται σε όλο το μεγαλείο του στη νέα τους δουλειά, η οποία αφήνει πάρα πολλές υποσχέσεις για το μέλλον τους, μιας και το χορταστικό Rapturous Decay, μαρτυρά με εύγλωττο τρόπο την αστείρευτη έμπνευση των δημιουργών του. Εξαιρετικό.
 
Grizzly: Bandcamp / Facebook
 

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

The Old Crone - The Undertaker Blues

 
Οι Πολωνοί The Old Crone σχηματίστηκαν στις αρχές του 2013 κι απαρτίζονται από έξι ικανότατους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από την Anna στη φωνή, από τον Bedi και τον Grocki στις κιθάρες, από τον Tomasz στα πλήκτρα, από τον Robert στο μπάσο κι από τον Rafal στα ντραμς, όλοι εκ των οποίων διακρίνονται για το πάθος και το μουσικό τους ταλέντο.
 
Το παρθενικό full length πόνημα τους, που αποτελεί την δεύτερη συνολικά δουλειά τους, φέρει τον τίτλο The Undertaker Blues και περιέχει 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 46 λεπτών, ενώ ξεχωρίζει για το comic αισθητικής artwork του και διακρίνεται για τον παλιακό του ήχο, ο οποίος αναδεικνύεται υπέροχα από τη μεστή και διαυγή παραγωγή του, που ξεχειλίζει ηχητική θέρμη.
 
Ο vintage αύρας μουσικός κόσμος των The Old Crone περιέχει δυνατά NWOBHM στοιχεία, τα οποία αποτυπώνονται κυρίως στην φωνή και τις κιθάρες τους, ενώ τα έντονα doom ηχοχρώματα του χορταστικού The Undertaker Blues οφείλουν την στιβαρή τους πυγμή στο ογκώδες μπάσο τους και στα δυναμικά τους τύμπανα, τα οποία μαρτυρούν και τα ισχνά stoner ηχοτοπία τους.
 
Τα λιγοστά samples φωνητικών παρέα με τα διακριτικά πλήκτρα βοηθούν σημαντικά στην ήδη εξαιρετική ροή του The Undertaker Blues και χαρίζουν μια occult πινελιά στο τελικό σύνολο, η metal αισθητικής κι ωμή υφή του οποίου, μας παρουσιάζει με εύγλωττο τρόπο την συνθετική κι εκτελεστική μαεστρία των The Old Crone, που όλα δείχνουν ότι λατρεύουν τον proto metal ήχο.
 
Η μουσική των άκρως ελπιδοφόρων The Old Crone έχει την δική της μοναδική ταυτότητα κι αυτό αποτελεί ένα πολύ καλό σημάδι για το μέλλον τους, καθώς παρά τις μπόλικες και δυνατές επιρροές τους, έχουν πετύχει να χαρίσουν στο αρκούντως heavy, ιδιαιτέρως απολαυστικό και πολλά υποσχόμενο The Undertaker Blues τη δική τους προσωπική, μουσική σφραγίδα. Τίμιο.
 
The Old Crone: Bandcamp / Facebook
 

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

The Scimitar - Doomsayer

 
Οι νεοσύστατοι The Scimitar προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου και σχηματίστηκαν κάπου μες το 2013 από τον Gein στο μπάσο, από τον Brian στα ντραμς κι από τον Darryl στην κιθάρα και τα φωνητικά, όλοι εκ των οποίων έχουν θητεύσει επί σειρά ετών σε φημισμένες μπάντες του heavy και του rock ήχου γενικότερα κι αυτό χαρίζει περισσότερο ενδιαφέρον στο νέο σχήμα τους, που πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε την παρθενική δουλειά του.
 
Το εν λόγω άκουσμα, που φέρει τον άκρως ταιριαστό με την μουσική και τους στίχους του, τίτλο: Doomsayer, έχει την μορφή full length δίσκου και περιέχει 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας 35 λεπτών, ένα εκ των οποίων είναι διασκευή σε κλασσικό κομμάτι των γνωστών και μη εξαιρετέων Motorhead, ενώ καθοριστικό ρόλο στο τελικό μουσικό σύνολο παίζει και η εξαιρετική παραγωγή του, που αναδεικνύει περίφημα την βρωμιά και τον ορμητικό χαρακτήρα των συνθέσεων του.
 
Η τραχιά και παθιασμένη υφή των φωνητικών ταιριάζει άψογα με τον μεστό και βαρύ ήχο του Doomsayer, ο οποίος οφείλεται εν πολλοίς στο στιβαρό του rythm section, το οποίο αποτελείται από τα δυναμικά τους ντραμς, που γεμίζουν δεξιοτεχνικά με περίσσιο groove τις συνθέσεις των The Scimitar κι από το ογκώδες μπάσο τους, το οποίο χαρίζει άπλετο fuzz σε αυτές, ενώ τα riffs και τα solos της υπέρ του δέοντος heavy κιθάρας τους, απογειώνουν το τελικό αποτέλεσμα.
 
Τα περιπετειώδη κι έντονα stoner ηχοχρώματα των The Scimitar αποτυπώνουν με τον πλέον απολαυστικό τρόπο το συμπαγές doom υπόβαθρο τους, το οποίο στο επιεικώς συναρπαστικό Doomsayer είναι επιτυχώς διανθισμένο με σκανδαλιάρικα blues ηχοτοπία, που αναδεικνύουν υπέροχα τα ισχνά και καταιγιστικά συνάμα sludge ξεσπάσματα τους, μαρτυρώντας έτσι με εύγλωττο τρόπο τις δυνατές πινελιές ψυχεδέλειας, που στολίζουν τούτο το εκρηκτικό άκουσμα.
 
Ο βλοσυρός ηχητικός κόσμος τούτης της άκρως ταλαντούχας μπάντας οφείλει την αγριωπή του μορφή στο πλούσιο μουσικό ταλέντο της, το οποίο σε συνδυασμό με την εξαιρετική απόδοση της, έχει χαρίσει heavy τσαγανό στο χορταστικό Doomsayer, που χάρη στο δυναμικό doom ταμπεραμέντο του, αποτελεί ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα γραφής κι ένα θεσπέσιο ντεμπούτο, που αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον των άκρως ελπιδοφόρων The Scimitar. Έξοχο.
 
The Scimitar: Bandcamp / Facebook
 

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Universe217 - Ease

 
Οι γνωστοί για τις έντονες καλλιτεχνικές τους ανησυχίες, Universe217, που σχηματίστηκαν το 2005 στην Αθήνα, επιστρέφουν στη δισκογραφία με τη νέα τους δουλειά, ένα Ep με περιεχόμενο 4 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 22 λεπτών, το οποίο φέρει τον τίτλο Ease και μας παρουσιάζει με της απόκοσμης ομορφιάς μελωδίες του, την πλέον ευαίσθητη πλευρά τους.
 
Το μαγευτικό Ease, που όπως κι όλες οι προηγούμενες στούντιο δουλειές των δημιουργών του, διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, αποτυπώνει με τον πλέον εύγλωττο τρόπο το φλερτ των Universe217 με την ακουστική μουσική και τις ambient μελωδίες, καθώς πάνω σε αυτά τα στοιχεία στηρίζεται ο πάντα πειραματικός heavy ήχος τους, που εδώ έχει minimal υφή.
 
Η ξεγυμνωμένη doom αύρα των στοιχειωμένων συνθέσεων του Ease χαρίζει μυστηριώδη υφή στην υφέρπουσα ψυχεδέλεια τους κι αναδεικνύει υπέροχα τις δυναμικές κι εύθραυστες post rock πινελιές τους, που απογειώνονται χάρη στη μεθυστική ευωδία των ανατολίτικων ηχοχρωμάτων, με τα οποία οι Universe217 έχουν διανθίσει επιτυχώς, τον απαράμιλλου κάλλους ήχο τους.
 
Τα πλούσια μουσικά ταλέντα τούτης της εκπληκτικής μπάντας ξεδιπλώνονται σε όλο τους το μεγαλείο στο Ease, καθώς η λιτή κι απέριττη μορφή του, μαρτυρά τον πολυσχιδή χαρακτήρα των συνθέσεων του κι αναδεικνύει την σκοτεινή ατμόσφαιρα του, αποτυπώνοντας πειστικά την αστείρευτη έμπνευση των Universe217, καθώς και την επιεικώς φανταστική τους απόδοση.
 
Ο συνδυασμός πολλών και διαφορετικών μεταξύ τους μουσικών παρακλαδιών και η ευφυής χρήση διάφορων κι ετερόκλητων φαινομενικά ηχητικών τεχνοτροπιών, καθιστούν το μελαγχολικό Ease εξόχως απολαυστικό κι αναδεικνύουν την μοναδική μουσική ταυτότητα των Universe217, ενώ παρά την μινιμαλιστική υπόσταση τους, γεννούν δαιδαλώδη συναισθήματα. Σαγηνευτικό.
 
Universe217: Bandcamp / Facebook
 

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Pineal - Smiling Cult

 
Οι άκρως ελπιδοφόροι Pineal προέρχονται από την Μεγάλη Βρετανία και πιο συγκεκριμένα από την πρωτεύουσα της Αγγλίας, Λονδίνο, στην οποία σχηματίστηκαν πριν από 2 χρόνια περίπου κι απαρτίζονται από τρεις εξόχως ταλαντούχους μουσικούς, που είναι οι εξής: ο Daniel στην κιθάρα, ο Phil στο μπάσο κι ο Nigel στα ντραμς, ενώ οι δυο πρώτοι μοιράζονται τα φωνητικά.
 
Το ντεμπούτο τους, που κυκλοφόρησε στις αρχές του τρέχοντος μήνα σε φυσικές κόπιες και το οποίο διατίθεται για download σε αντίτιμο της επιλογής μας από τη σελίδα τους στο bandcamp, φέρει τον τίτλο Smiling Cult κι έχει την μορφή EP, καθώς η συνολική διάρκεια των 6 κομματιών του είναι μόλις 25 λεπτά, ενώ ο περιπετειώδης χαρακτήρας τους, τα καθιστά άκρως χορταστικά.
 
Η άκρως απολαυστική μίξη post metal ηχοτοπίων κι αιχμηρών sludge ηχοχρωμάτων αναδεικνύει περίφημα τις έντονες grunge επιρροές των Pineal, που ως επί τω πλείστο μαρτυρώνται από τα φωνητικά τους, ενώ τα ισχνά stoner ψήγματα στον ήχο του Smiling Cult, απογειώνουν τις prog rock ανησυχίες τους κι ενισχύουν την ήδη αρκούντως heavy υπόσταση των συνθέσεων του.
 
Τα δυναμικά ντραμς σιγοντάρουν το μεστό μπάσο των Pineal υποδειγματικά, χαρίζοντας έτσι το απαραίτητο groove στο παρθενικό τους πόνημα, που οφείλει τη μουντή και ψυχρή ατμόσφαιρα του, στα αιχμηρά riffs της κιθάρας, τα οποία πλημμυρίζουν με ένα ζοφερό αίσθημα μελαγχολίας τις άλλοτε εύθραυστες κι άλλοτε στιβαρές, μα πάντοτε αλγεινές, συνθέσεις του Smiling Cult.
 
Ο παγερός μουσικός κόσμος του Smiling Cult αποτυπώνεται φανταστικά χάρη στην εξαίρετη παραγωγή του, που αναδεικνύει με περίσσια διαύγεια το ερεβώδες μεγαλείο του, ενώ υπέροχα πλαισιώνεται από το γκρίζο artwork του, που μας βάζει για τα καλά στο αλλόκοτο ηχητικό κλίμα των Pineal, οι οποίοι αφήνουν πολλές υποσχέσεις με το παρθενικό τους πόνημα. Εξαιρετικό.
 
Pineal: Bandcamp / Facebook
 

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Slow Order - Hidden Voices

 
Οι ταλαντούχοι Slow Order προέρχονται από την Μπολόνια της Ιταλίας, όπου σχηματίστηκαν το 2006 κι απαρτίζονται από τρεις ταλαντούχους μουσικούς σε κιθάρα, ντραμς και μπάσο, έχοντας έτσι instrumental υπόσταση, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησαν τη δεύτερη δουλειά τους, μα πρώτη με full length μορφή, καθώς το ντεμπούτο τους είχε την μορφή Ep, με τίτλο Hidden Voices.
 
Το εν λόγω άκουσμα συνοδεύει ένα σκοτεινό artwork, που ταιριάζει γάντι στα διαβολεμένα occult στοιχεία της μουσικής του, ενώ διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, που προσφέρει βάθος κι όγκο στο τελικό μουσικό σύνολο χάρη στην διαύγεια της, η οποία αναδεικνύει περίφημα την heavy δυναμική των συνθέσεων τούτης της εκρηκτικής και πολλά υποσχόμενης μπάντας.
 
Ο μουσικός κόσμος των Slow Order ξεχειλίζει groove χάρη στα δυνατά του ντραμς, τα οποία με μαεστρία καθοδηγούν τις ατίθασες συνθέσεις τους στα αχαλίνωτα σοκάκια του ευρύτερου heavy ήχου, εκεί όπου η κιθάρα σκαρώνει stoner υφής riffs με έντονες sludge αιχμές και solos γεμάτα ενέργεια, που μαρτυρούν τις ανάγλυφες doom rock ευαισθησίες του έξοχου Hidden Voices.
 
Τα ελάχιστα και προερχόμενα από το υπερπέραν φωνητικά σε ύφος ψαλμωδίας βοηθούν σημαντικά στην εξαιρετική ροή του Hidden Voices, όπως ακριβώς και τα λιγοστά του samples, ενώ το ατίθασο μπάσο χαρίζει στην περιπετειώδη μουσική των Slow Order μια εξόχως κολακευτική progressive αύρα, η οποία αναδεικνύει υπέροχα τον rock 'n' roll χαρακτήρα της.
 
Η αρκούντως heavy ύφη του υποφαινόμενου ακούσματος φέρει στο βαρύ σκαρί της και μερικές metal αισθητικής μελωδίες, που ενισχύουν την ήδη μεγάλη μουσική ποικιλία του, καθιστώντας έτσι άκρως χορταστικό το Hidden Voices, το οποίο αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον των Slow Order, χάρη στην γενναία προσέγγιση του στον heavy ήχο. Άκρως απολαυστικό.
 
Slow Order: Bandcamp / Facebook
 

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Half Gramme Of Soma - Marche Au Noir

 
Οι άκρως ελπιδοφόροι και σταθερά ανερχόμενοι Half Gramme Of Soma σχηματίστηκαν το 2011 στην Αθήνα κι έκτοτε δεν έχουν πάψει ούτε μια στιγμή να κάνουν θόρυβο γύρω από το όνομα τους, είτε με τα πολλά τον αριθμό κι επιεικώς εκρηκτικά τους live, είτε με τις κυκλοφορίες τους, η δεύτερη εκ των οποίων κυκλοφορεί τούτες τις ημέρες υπό τον τίτλο Marche Au Noir κι έχει την μορφή EP, μιας και περιέχει 5 κομμάτια συνολικής διάρκειας μόλις 25 λεπτών.
 
Το εν λόγω άκουσμα πλαισιώνεται από ένα ωραιότατο artwork και διακρίνεται για την τραχιά υφή της παραγωγής του, που αναδεικνύει περίφημα την σκληράδα των heavy μελωδιών του, ενώ μαρτυρά με εύγλωττο τρόπο την αυθεντική μουσική ταυτότητα των Half Gramme Of Soma, που έχει τις ρίζες της βαθιά χωμένες στον αλήτικο heavy ήχο, όπως μας αποδεικνύουν οι συνθέσεις του έξοχου Marche Au Noir, οι οποίες είναι διανθισμένες με διάφορα στοιχεία του rock ήχου.
 
Η πλούσια διάσταση του heavy rock ήχου των Half Gramme Of Soma ξεχειλίζει έμπνευση και μαρτυρά τον συνθετικό κι εκτελεστικό τους οίστρο, μιας και με τις χορταστικές συνθέσεις του Marche Au Noir πετυχαίνουν να μας χαρίσουν ένα ποικίλο μουσικό αποτέλεσμα μες από τον heavy rock κορμό του οποίου, ξεπηδούν αχνά stoner ηχοχρώματα και ισχνά grunge ηχοτοπία, που σε συνδυασμό με τις southern πινελιές τους απογειώνουν το τελικό μουσικό σύνολο.
 
Τα ιδιαιτέρως heavy μουσικά τερτίπια των Half Gramme Of Soma δεν περιορίζονται εδώ όμως, καθώς στις νέες τους συνθέσεις συναντούμε κι ορισμένα sludge ρινίσματα, που σε συνδυασμό με τις απόκοσμες post μελωδίες τους, χαρίζουν ένα doom αίσθημα στο Marche Au Noir, που εν πολλοίς οφείλει το rock τσαγανό του, στις περιπετειώδεις, αν και υφέρπουσες desert νότες του, που αναδεικνύουν υπέροχα τη ψυχεδελική αύρα των γαλήνιων punk ξεσπασμάτων του.
 
Ο δυναμικός κι απολαυστικός χαρακτήρας του Marche Au Noir οφείλεται στο περίσσιο μουσικό ταλέντο των δημιουργών του, που αποτελεί και την αιτία για τη μοναδική μουσική ταυτότητα του, η οποία πάρα τα πολλά παρακλάδια του heavy rock ήχου, που οι Half Gramme Of Soma έχουν ενσωματώσει στην συμπαγή ραχοκοκαλιά του, διατηρεί ανόθευτη την στιβαρή δομή του κι έτσι εκτοξεύει σε δυσθεώρητα ύψη, τις ήδη υψηλές προσδοκίες για το μέλλον τους. Εξαίρετο.
 
Half Gramme Of Soma: Bandcamp / Facebook
 

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

The Socks

 
Οι ταλαντούχοι The Socks σχηματίστηκαν το 2009 στη Λυών της Γαλλίας από τον Julien στη lead κιθάρα και τη φωνή, από τον Jessy στα ντραμς, από τον Nicolas στην ρυθμική κιθάρα και τα πλήκτρα κι από τον Vincent στο μπάσο, όλοι εκ των οποίων τυγχάνει να είναι ιδιαιτέρως ικανοί μουσικοί και τρανή απόδειξη αποτελούν τόσο τα δυο EP τους, όσο και το ομώνυμο full length ντεμπούτο τους, το οποίο κυκλοφορεί από την αμερικάνικη Small Stone Recordings.
 
Το εν λόγω άκουσμα περιέχει 9 κομμάτια συνολικής διάρκειας 43 λεπτών και ξεχωρίζει για το πραγματικά λεπτομερές και γεμάτο συμβολισμούς artwork του, το οποίο κολακεύει τις συνθέσεις του με την σκοτεινή αύρα του, ενώ τούτος ο άρτιος δίσκος διακρίνεται και για την παραγωγή του, η οποία είναι σχεδόν υποδειγματική, καθώς χάρη στην διαύγεια και το βάθος της, χαρίζει σπιρτάδα στο τελικό σύνολο κι αναδεικνύει συνάμα την ορμητική κι αστείρευτη δυναμική του.
 
Η έντονη blues ευωδία των συνθέσεων των The Socks αποπνέουν ένα δυνατό κι εξόχως μεθυστικό vintage άρωμα κι απογειώνουν τις αιχμηρές hard rock καταβολές τους με το πνιγμένο στην fuzz ψυχεδέλεια τσαγανό τους, φέρνοντας έτσι στο νου θύμισες από την καλά κρυμμένη heavy psych σκηνή των 60's, ενώ οι περιπετειώδεις κι ανάγλυφες garage πινελιές τους, που κυριαρχούν στο τελικό μουσικό σύνολο, καθιστούν μαγευτικό τούτο το πανέμορφο άκουσμα.
 
Τα παθιασμένα φωνητικά δίνουν ώθηση στο ατίθασο rythm section των The Socks, το οποίο χάρη στα δυναμικά ντραμς και στον fuzzy χαρακτήρα του μπάσου, προσδίδει heavy υπόσταση στις εκρηκτικές τους συνθέσεις, οι οποίες οφείλουν την retro αισθητική τους στα παιχνιδιάρικα πλήκτρα, που άλλοτε θυμίζουν όργανο κι άλλοτε μοιάζουν με hammond, ενώ οι δυο σπιρτόζικες κιθάρες τους, που στάζουν αδρεναλίνη, κλέβουν την παράσταση με την περίσσια ενέργεια τους.
 
Ο παλιακός ήχος των The Socks ευωδιάζει φρεσκάδα χάρη στον συνθετικό τους οίστρο και στην εκτελεστική δεινότητα τους, ενώ το πλούσιο μουσικό τους ταλέντο, που ξεδιπλώνεται σε όλο του το μεγαλείο στον παρθενικό κι ομώνυμο full length δίσκο τους, μαρτυρά με τον πλέον εύγλωττο τρόπο την βούληση τους να καθιερωθούν ως μια από τις πιο ποιοτικές μπάντες στο σύγχρονο vintage κίνημα του heavy ήχου κι ως τώρα όλα δείχνουν ότι εύκολα θα το πετύχουν.
 
Εν ολίγοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα άκρως χορταστικό κι εξόχως απολαυστικό άκουσμα, το οποίο έχω την εντύπωση ότι αποτελεί ένα από τα πλέον μεστά και σαγηνευτικά ντεμπούτο full lengths των τελευταίων πολλών ετών, μιας και ξεχειλίζουν ποιότητα οι συναρπαστικές και ιδιαιτέρως εμπνευσμένες συνθέσεις τους, οι οποίες ενισχύουν σημαντικά τις υποψίες μου, πως οι άκρως ελπιδοφόροι και πολλά υποσχόμενοι The Socks, θα αφήσουν εποχή. Φανταστικό.
 
The Socks: Bandcamp / Facebook
Small Stone Recordings: Official Website
 

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Le Betre - Melas

 
Οι φέροντες το γαλλόφωνο όνομα Le Betre σχηματίστηκαν το 2011 σε κάποιο μικρό χωριό της Σουηδίας κι απαρτίζονται από τον Marcus σε φωνή και κιθάρα, από τον Anders σε κιθάρα, από τον Roger στο μπάσο και στα ντραμς από τον Jonas, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησαν το δεύτερο δίσκο τους, που φέρει τον τίτλο Melas και περιέχει 9 κομμάτια συνολικής διάρκειας 36 λεπτών.
 
Το εν λόγω χορταστικό άλμπουμ ξεχωρίζει τόσο για το λεπτομερές artwork του, όσο και για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, η μάλλον αναλογική διαύγεια της οποίας, αναδεικνύει υπέροχα το σπιρτόζικο ταμπεραμέντο των συνθέσεων του χάρη στη vintage αύρα της, ενώ εντείνει την ήδη άκρως έντονη αίσθηση φρεσκάδας, που αποπνέουν οι εκρηκτικές και retro υφής μελωδίες του.
 
Η γεμάτη σπιρτάδα μουσική των Le Betre έχεις τις βάσεις της στον παλιακό hard rock ήχο, τον οποίο έχουν επιτυχώς διανθίσει με μπόλικες και ιδιαιτέρως έντονες blues πινελιές, χαρίζοντας μας έτσι ένα άκουσμα εξόχως απολαυστικό, ενώ τα λιγοστά stoner ψήγματα τους, προσφέρουν την απαραίτητη ποικιλία στο Melas, ενισχύοντας συνάμα τον αρκούντως heavy χαρακτήρα του.
 
Τα δυναμικά ντραμς και το σκανδαλιάρικο μπάσο δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να σκαρώσουν τις ατίθασες μελωδίες τους οι κιθάρες των Le Betre, οι οποίες αναδεικνύουν το γρέζι από τα τραχιά φωνητικά τους με τον fuzz χαρακτήρα τους, ενώ η εξαιρετική απόδοση τους σε συνδυασμό με το συνθετικό τους ταλέντο, καθιστούν σαγηνευτικό το περιπετειώδες Melas.
 
Ο ήχος τούτης της άκρως ταλαντούχας μπάντας μοιάζει να έχει ωριμάσει σαν το παλιό καλό κρασί κι αυτό είναι ένα εξόχως θετικό στοιχείο για το Melas, οι συνθέσεις του οποίου ξεχειλίζουν μουσική δροσιά κι αποδεικνύουν περίτρανα χάρη στο αυθόρμητο blues τσαγανό τους, πως ο rock ήχος στα χέρια ταλέντων όπως οι Le Betre, θα παραμείνει αιώνια διαχρονικός. Υπέροχο.
 
Le Betre: Bandcamp / Facebook
 

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Heat - Labyrinth

 
Οι ραγδαίως ανερχόμενοι Heat σχηματίστηκαν το 2010 στο Βερολίνο της Γερμανίας και στα τέλη του περασμένου καλοκαιριού κυκλοφόρησαν την δεύτερη δουλειά τους, Labyrinth, η οποία περιέχει 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας 40 λεπτών και κουβαλά στο γεμάτο ζωντάνια σκαρί της, την υποχρέωση να φτάσει ή/και να ξεπεράσει το μεγαλείο του προ διετίας ντεμπούτου τους, που κατά τη ταπεινή μου γνώμη αποτέλεσε έναν από τους καλύτερους δίσκους εκείνης της χρονιάς.
 
Το εν λόγω άκουσμα, ξεχειλίζει ενέργεια κι έμπνευση, καθώς οι Patrick στη φωνή, Matthias και Marco στις κιθάρες, Richard στο μπάσο και Marcus στα ντραμς, χάρη στην εξαιρετική τους απόδοση, πετυχαίνουν να αποδώσουν με περίσσιο τσαγανό κι απύθμενο πάθος τις σπιρτόζικες συνθέσεις τους, οι οποίες διακρίνονται για το έντονο retro άρωμα τους, χαρίζοντας τους έτσι μια εξόχως μεθυστική αύρα φρεσκάδας, που καθηλώνει με τη γεμάτη αδρεναλίνη heavy ορμή της.
 
Ο πλούσιος μουσικός κόσμος των Heat στηρίζεται στον αγνό hard rock ήχο αλλοτινών ηχητικών εποχών και είναι επιτυχώς διανθισμένος με έντονα blues στοιχεία, που αναδεικνύουν υπέροχα τις proto metal πινελιές τους, ενώ τα αχνά prog rock ηχοτοπία του Labyrinth σε συνδυασμό με τα ισχνά doom ηχοχρώματα του, μαρτυρούν τα σχεδόν ανεπαίσθητα stoner ψήγματα του κι αποτυπώνουν εύγλωττα τις λιγοστές μεν, ιδιαιτέρως απολαυστικές δε, funky ατασθαλίες του.
 
Τα γεμάτα γρέζι φωνητικά, που ακόμη και στις συναισθηματικές τους στιγμές ξεχειλίζουν πάθος, δένουν υπέροχα με την δυναμική ατμόσφαιρα του Labyrinth κι εντείνουν τις space στιγμές των συνθέσεων του με τις μελωδικές τους γραμμές, ενώ οι δυο κιθάρες κλέβουν την παράσταση με τα σκανδαλιάρικα riffs τους και τα ατίθασα διπλά solos τους, εντείνοντας την αδάμαστη blues αίσθηση, που διακρίνει τις άκρως περιπετειώδεις συνθέσεις των εξαιρετικά ταλαντούχων Heat.
 
Η αρκούντως heavy υπόσταση των μελωδιών του χορταστικού, παρά το σχετικά μικρό δέμας του, Labyrinth, οφείλεται εν πολλοίς στο εκρηκτικό του rythm section, το οποίο απαρτίζεται από το μεστό μπάσο και τα δυνατά ντραμς των Heat, που με τούτο τον εξαίσιο δίσκο, αποδεικνύουν ότι δεν πρόκειται να αποτελέσουν απλώς ένα πυροτέχνημα στον vintage ουρανό του heavy rock ήχου, αλλά αντιθέτως, στοχεύουν στην κατάκτηση του και είναι ήδη πολύ κοντά της. Εξαιρετικό.
 
 

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Witch Mountain - Mobile Of Angels

 
Οι προερχόμενοι από το Πόρτλαντ του Όρεγκον, Witch Mountain, σχηματίστηκαν το 1997 και το 2001 κυκλοφόρησαν την παρθενική δουλειά τους, ο διάδοχος της οποίας γεννήθηκε σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, έπειτα από ένα μικρό διάλειμμα και κάμποσες αλλαγές στην σύνθεση τους, που πλέον περιέχει τους ιδρυτές τους, Nathan σε ντραμς και Rob σε φωνητικά και κιθάρα, τους οποίους συμπληρώνει ο Charles στο μπάσο και μέχρι πρόσφατα και η Uta στην φωνή.
 
Το γεγονός της αποχώρησης της τραγουδίστριας τους δεν θα μας απασχολήσει σε τούτο το κείμενο, το οποίο είναι αφιερωμένο στην έσχατη χρονικά δουλειά τους, Mobile Of Angels, που κυκλοφορεί από την Svart Records και περιέχει 5 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 39 λεπτών, ενώ συνοδεύεται από ένα άκρως ταιριαστό με την occult θεματολογία του artwork και διακρίνεται για την υπέροχη παραγωγή του Billy Anderson, που απογειώνει τις συνθέσεις του.
 
Η διαύγεια της παραγωγής αναδεικνύει περίφημα το βάθος και τον όγκο του μελαγχολικού Mobile Of Angels κι εντείνει την σκοτεινή αύρα των συνθέσεων του, καθώς αποτυπώνει εύγλωττα τις θλιμμένες μελωδίες της κιθάρας, που άλλοτε σκαρώνει riffs σε παραδοσιακό doom μοτίβο κι άλλοτε μας χαρίζει ρυθμικά μέρη με stoner αιχμές, ενώ τα μεθυστικά της solos, κολακεύουν το τελικό μουσικό σύνολο με την συναισθηματικά έντονη κι αυθόρμητη υφή τους.
 
Τα δυναμικά ντραμς των Witch Mountain σε συνδυασμό με το μεστό και λιτό τους μπάσο, δίνουν μια εθιστική blues αύρα στις αρκούντως heavy συνθέσεις τους και καθιστούν την πνιγηρή τους ατμόσφαιρα σχεδόν αποπνικτική με την στιβαρή υπόσταση τους, ενώ τα ελάχιστα ανδρικά brutal φωνητικά, βοηθούν στην καλή ροή τους και στολίζουν τον εύθραυστο δυναμισμό τους, με αχνά death ψήγματα, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στην ήδη πλούσια ηχητική τους ποικιλία.
 
Ο παράγοντας όμως, που καθιστά σχεδόν καθηλωτικό το σαγηνευτικό Mobile Of Angels, εκτός φυσικά από την εξαιρετική απόδοση των Witch Mountain και τις ίδιες τις εμπνευσμένες τους συνθέσεις, είναι η δυνατή παρουσία των γυναικείων φωνητικών, που πραγματικά κυριαρχούν στο απολαυστικό, τελικό μουσικό σύνολο με την γεμάτη συναίσθημα χροιά τους, ενώ θαρρώ, πως τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν το μεγαλείο τους δίχως κατάφωρα να τα αδικήσουν.
 
Εν ολίγοις, το κύκνειο άσμα της πρώην πλέον τραγουδίστριας των Witch Mountain τυγχάνει να αποτελεί την έως τώρα καλύτερη δουλειά της και να συνοδεύεται από την μέχρι στιγμής πιο μεστή και γεμάτη μουσική θέρμη δουλειά τους ως μπάντα και πιο τρανό πειστήριο από το επιεικώς εξαίσιο Mobile Of Angels δεν θα μπορούσε να υπάρχει, μιας και τούτο το άκουσμα είμαι σίγουρος, πως θα κλέψει την καρδιά και θα σκλαβώσει τις αισθήσεις όλων. Φανταστικό.
 
Witch Mountain: Facebook
Svart Records: Official Website
 

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

Iron Void

 
Οι Βρετανοί Iron Void προέρχονται από το Yorkshire κι απαρτίζονται από τον Sealey σε μπάσο και φωνητικά, από τον Steve σε κιθάρα και φωνητικά κι από τον Damien στα ντραμς, ενώ η πολύχρονη διαδρομή τους στα heavy σοκάκια της metal μουσικής, ξεκίνησε για πρώτη φορά το 1998 κι έληξε άδοξα μετά από δύο χρόνια δίχως να αποφέρει κάποια δισκογραφική δουλειά, όμως από το 2008 κι έπειτα έχουν επιστρέψει για τα καλά στα heavy δρώμενα του metal ήχου.
 
Το πλέον τρανό πειστήριο για τη δυνατή επιστροφή των Iron Void είναι ο παρθενικός full length δίσκος τους, που τυγχάνει να είναι ομώνυμος τους και περιέχει 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 49 λεπτών, ενώ πλαισιώνεται από ένα άκρως ταιριαστό με την occult λάγνα doom metal μουσική του, artwork και διακρίνεται για την πραγματικά αψεγάδιαστη παραγωγή του, η οποία χαρίζει σπιρτάδα στο τελικό μουσικό σύνολο, καθώς αναδεικνύει περίφημα την πλούσια δυναμική του.
 
Η παραδοσιακή doom τεχνοτροπία των Iron Void ξεχειλίζει φρεσκάδα και συνάμα αποπνέει μια μεθυστική οικειότητα με κάθε νότα της, μιας και οι retro αναφορές τους, που είναι πολύ σωστά δοσμένες, σφιχταγκαλιάζουν τον κλασσικό metal ήχο και ερωτοτροπούν με την traditional doom μουσική, που άνθισε πριν κάμποσες δεκαετίες, ενώ οι αχνές και σχεδόν ανεπαίσθητες stoner πινελιές τους, οφείλονται στις κλέφτες τους ματιές στον σύγχρονο και μοντέρνο heavy ήχο.
 
Τα ανόθευτα riffs της κιθάρας σε αγνό doom ύφος κυριαρχούν στο Iron Void και πλημμυρίζουν τις συνθέσεις τους με ένα εξόχως σαγηνευτικό άρωμα διαβολικής ομορφιάς, ενώ τα ντραμς και το μπάσο, εντείνουν τον σπιρτόζικο και γεμάτο groove χαρακτήρα του με τις blues ατασθαλίες τους κι αναδεικνύουν έτσι υπέροχα, τόσο τα γοητευτικά solos της κιθάρας, όσο και τα καθαρά κι αισθαντικά φωνητικά, που διανθίζουν με ένα epic αίσθημα μελαγχολίας, το τελικό σύνολο.
 
Ο μεστός ήχος των Iron Void φέρει ένα χορταστικό κι αγέρωχο doom τσαγανό στο αργόσυρτο σκαρί του, το οποίο χάρη στο πλούσιο μουσικό ταλέντο τους, ξεχειλίζει heavy φρεσκάδα παρά το παλιομοδίτικο ταμπεραμέντο του, καθώς οι έντονες old school επιρροές τους, είναι επιτυχώς στολισμένες με τα πλέον απολαυστικά ηχοχρώματα του σύγχρονου doom metal ήχου κι αυτό καθιστά το παρθενικό κι ομώνυμο πόνημα τους, γλυκό κι όμορφο σαν αμαρτία. Θαυμάσιο.
 
Iron Void: Bandcamp / Facebook
 

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Horn Of The Rhino - Summoning Deliverance

 
Οι πάντα ποιοτικοί κι ολίγον τι αδικημένοι ως προς την προβολή τους, Horn Of The Rhino, προέρχονται από την χώρα των Βάσκων, μιας και σχηματίστηκαν το 2004 στο Μπιλμπάο κι απαρτίζονται από τρεις ιδιαιτέρως ικανούς κι άκρως ταλαντούχους μουσικούς, οι οποίοι τυγχάνει να αποτελούν και τα ιδρυτικά τους στελέχη και πιο συγκεκριμένα από τον Sergio Robles στο μπάσο, από τον Javier Galvez σε κιθάρα και φωνητικά κι από τον Julen Gil στα ντραμς.
 
Το μουσικό μοτίβο των Horn Of The Rhino έχει βαθιά χωμένες στον heavy ήχο τις ρίζες του και κυρίως στα sludge παρακλάδια του, τα οποία συνήθως είναι στολισμένα με stoner ηχοτοπία και doom ηχοχρώματα, αν και το έσχατο χρονικά πόνημα τους, το οποίο κυκλοφορεί από την Doomentia Records υπό τον τίτλο Summoning Deliverance, ξεχωρίζει για την επιθετική υφή του, που αποτυπώνεται εύγλωττα μέσα από τα thrash στοιχεία και τα death ψήγματα τους.
 
Η εξόχως heavy μουσική των Horn Of The Rhino, όπως μας παρουσιάζεται στην πέμπτη δουλειά τους, η οποία περιέχει 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 58 λεπτών, στηρίζεται στον ωμό sludge ήχο, τον οποίο έχουν επιτυχώς διανθίσει με έντονες thrash πινελιές, ενώ τα death ρινίσματα τους, που φέρουν μια επική αύρα στο γδαρμένο πετσί τους, πλαισιώνονται υπέροχα από τα ερεβώδη doom γυρίσματα τους, τα οποία απογειώνουν το Summoning Deliverance.
 
Τα ισχυρά ντραμς κρατούν μαεστρικά τα μπόσικα του Summoning Deliverance και συνθέτουν ένα στιβαρό rythm section με το πυκνό μπάσο, που χαρίζει όγκο στις ορμητικές συνθέσεις του, ενώ η κιθάρα των Horn Of The Rhino, άλλοτε σκαρώνει μανιασμένα riffs γεμάτα κακία κι άλλοτε μας βυθίζει στα έγκατα της αβύσσου με το διαολεμένο κι αργόσυρτο χαρακτήρα της και τα πότε καθαρά και πότε σχιστά brutal φωνητικά, ενισχύουν την καλή ροή και την ποικιλία του δίσκου.
 
Ο ρωμαλέος ήχος του επιβλητικού και χειμαρρώδους Summoning Deliverance οφείλει την δυναμική του, τόσο στην παθιασμένη κι αψεγάδιαστη απόδοση των δημιουργών του, όσο και στην εξαιρετική παραγωγή, που ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στην διαύγεια και την fuzz βρωμιά, ενώ η υπέρ του δέοντος heavy μουσική των Horn Of The Rhino, που σε τούτο το άκουσμα έχει τερατώδες εκτόπισμα, καθιστά άκρως απολαυστική τη μεγαλοπρεπή νέα τους δουλειά. Έξοχο.
 
Horn Of The Rhino: Bandcamp / Facebook
Doomentia Records: Official Website