Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Fra Verdens Ende - Mirakler & Længsel

 
Οι αινιγματικοί Fra Verdens Ende προέρχονται από την Δανία και τους καλύπτει ένα πέπλο μυστηρίου, καθώς δεν υπάρχουν λοιπές πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη τους, μιας και η μάλλον αναιμική διαδικτυακή τους παρουσία περιορίζεται αυστηρά στα απολύτως απαραίτητα.
 
Το ντεμπούτο άλμπουμ τους με τίτλο Mirakler & Længsel, που αποτελεί την αφορμή για τούτο το κείμενο, περιέχει 9 κομμάτια συνολικής διάρκειας 37 λεπτών και ξεχωρίζει για την διαυγή παραγωγή του, που κολακεύει τις συνθέσεις των Fra Verdens Ende με την ηχητική της θέρμη.
 
Ο μεστός ήχος του Mirakler & Længsel αναδεικνύει υπέροχα το βαρύ stoner άρωμα των κομματιών του και υποστηρίζει σωστά τα ισχνά και ξεθωριασμένα doom ηχοτοπία τους, τα οποία είναι επιτυχώς διανθισμένα από τους Fra Verdens Ende με αχνά progressive ψήγματα.
 
Τα στιβαρά έγχορδα σε αρμονική συνεργασία με τα δυναμικά ντραμς των Fra Verdens Ende σκαρώνουν συνεχώς αρκούντως heavy ρυθμούς εμποτισμένους με rock ψυχεδέλεια και μας ταξιδεύουν έτσι με όχημα το Mirakler & Længsel σε συμπαγή metal και heavy rock σοκάκια.
 
Η σκοτεινή κι απόμακρη φωνή προσδίδει μια σχεδόν ανεπαίσθητη space αύρα στην αχαλίνωτη heavy ψυχεδέλεια του Mirakler & Længsel και ταιριάζει έτσι γάντι στην απύθμενα βαθιά stoner υπόσταση και στον ογκώδη doom rock χαρακτήρα των άκρως ταλαντούχων Fra Verdens Ende.
 
Εν κατακλείδι, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια πολλά υποσχόμενη και ταγμένη στο DIY κίνημα μπάντα, που το πρώτο της πόνημα βρίθει rock τσαμπουκά και ξεχειλίζει heavy τσαγανό, καθώς το χορταστικό Mirakler & Længsel των Fra Verdens Ende στάζει stoner μεράκι. Εξαιρετικό.
 
Fra Verdens Ende: Bandcamp
 

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

The Heavy Eyes - He Dreams Of Lions

 
Οι εξόχως ταλαντούχοι The Heavy Eyes προέρχονται από το Μέμφις, όπου και σχηματίστηκαν στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας από τον Tripp Shumake σε κιθάρα και φωνητικά, από τον Wally Anderson στο μπάσο και τον Eric Garcia στα ντραμς, οι οποίοι στα μέσα του Νοέμβρη πρόκειται να κυκλοφορήσουν δια μέσω της Kozmik Artifactz το νέο τους full length άλμπουμ.
 
Το εν λόγω άκουσμα φέρει τον τίτλο He Dreams Of Lions και περιέχει 11 κομμάτια συνολικής διάρκειας 47 λεπτών, ενώ διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, που χάρη στην απόλυτη ισορροπία της μεταξύ heavy διαύγειας και fuzz βρωμιάς, απογειώνει το τελικό μουσικό σύνολο και καθιστά έτσι μεθυστική την έμφυτη ευωδία rock 'n' roll πυρίτιδας, που το διαπερνά.
 
Η ράθυμη φωνή των The Heavy Eyes κολακεύει τις νέες τους συνθέσεις και ταιριάζει αρμονικά στην γεμάτη rock γρέζι ατμόσφαιρα τους, χάρη στο νωθρό της πάθος, ενώ η ανέμελη κιθάρα τους, άλλοτε σκαρώνει εκρηκτικά riffs σε αλήτικο stoner μοτίβο κι άλλοτε υφαίνει leads και solos με έντονο southern άρωμα, μαρτυρώντας τις heavy psych πινελιές του He Dreams Of Lions.
 
Τα δυναμικά ντραμς βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με το μεστό και σπινθηροβόλο μπάσο κι επενδύουν έτσι με γενναίες ποσότητες groove αδρεναλίνης το He Dreams Of Lions, το οποίο χρωστά στο στιβαρό rythm section των The Heavy Eyes, τόσο τον συμπαγή rock χαρακτήρα του, όσο και την δυνατή αύρα jam μαγείας, που αποπνέει το εύφλεκτο blues ταμπεραμέντο του.
 
Ο ισχνός heavy psych καπνός, που καλύπτει το ιδιαιτέρως χορταστικό He Dreams Of Lions, δένει αρμονικά με την ευωδία blues φρεσκάδας των συνθέσεων του κι αναδεικνύει έτσι υπέροχα το fuzz τσαγανό γεμάτου ενέργεια rock 'n' roll των The Heavy Eyes, το οποίο στηρίζεται σε ένα εθιστικό stoner υπόβαθρο, που είναι όμως επιτυχώς διανθισμένο και με αχνά garage ηχοτοπία.
 
Εν ολίγοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαιτέρως διασκεδαστική και ποιοτική heavy rock δουλειά, καθώς το εξόχως απολαυστικό He Dreams Of Lions, χάρη στο rock 'n' roll μεράκι και το περίσσιο ταλέντο των The Heavy Eyes, συνδυάζει άκρως επιτυχημένα μερικά από τα πιο εκλεκτά στοιχεία του blues και stoner ήχου με την αιθέρια και fuzz rock ψυχεδέλεια. Εξαίρετο.
 
The Heavy Eyes: Bandcamp / Facebook
Kozmik Artifactz: Official Website
 

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Naught

 
Εν έτη 2013 σχηματίστηκαν στην Αριζόνα του Φοίνιξ οι ανερχόμενοι και μυστηριώδεις Naught, οι οποίοι απαρτίζονται από πέντε μουσικούς αγνώστου ταυτότητας, μιας και οι πληροφορίες σχετικά με τη μπάντα περιορίζονται στα παραπάνω, ενώ αφορμή για τούτες τις γραμμές αποτελεί η νέα κι ομώνυμη δουλειά τους, που κυκλοφορεί μέσω της Battleground Records.
 
Η έσχατη χρονικά δουλειά τούτης της ιδιαιτέρως ταλαντούχας μπάντας, που είναι η δεύτερη συνολικά στην ως τώρα πορεία της, καθώς προηγήθηκε το περσινό της demo, περιέχει μόλις 4 κομμάτια συνολικής διάρκειας 40 λεπτών και διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή της, που κολακεύει με την σκαιή της διαύγεια την τραχιά heavy αύρα των ελπιδοφόρων Naught.
 
Το μαγευτικό και λιτό artwork τούτης της απαράμιλλα γοητευτικής και χορταστικής κυκλοφορίας βρίθει συμβολισμών και ταιριάζει περίφημα στο σκοτεινό κι ανήλιαγο μουσικό και στιχουργικό της περιεχόμενο, ενώ το βαρύ κι αργόσυρτο doom metal των Naught, αποτελεί την ιδανική μουσική επένδυση για το βάναυσα σαγηνευτικό κι ιδιαιτέρως ατμοσφαιρικό της, περιτύλιγμα.
 
Οι κιθάρες πλέκουν ανίερα και μακροσκελή riffs, άλλοτε σε παραδοσιακό doom μοτίβο κι άλλοτε σε υπέρβαρο funeral τέμπο και υφαίνουν συνάμα ζοφερά leads κι αναιμικά solos, που καθιστούν σχεδόν ασφυκτική την drone μελαγχολία των Naught, ενώ το μεστό τους μπάσο, χάρη στον αχνό fuzz χαρακτήρα του, προσδίδει απύθμενο βάθος και τερατώδη όγκο στα κομμάτια τους.
 
Τα στιβαρά ντραμς πασπαλίζουν αρμονικά με sludge ευωδίας groove το τελικό μουσικό σύνολο, ενώ τα τρομακτικά φωνητικά των Naught, εντείνουν τις ήδη έντονες black αποχρώσεις τους με την απόκοσμη και φρικαλέας σαγήνης brutal υφή τους, που χάρη στην σχιστή της υπόσταση εμπλουτίζει το ισχνό doom/death άρωμα των συνθέσεων, με blackened sludge ηχοχρώματα.
 
Ο συμπαγής και δηλητηριώδης black καπνός, που σαν άλλο πέπλο καλύπτει το νέο πόνημα των Naught, συνυπάρχει αρμονικά με τα sludge ξεσπάσματα τους κι έτσι αναδεικνύουν υπέροχα τα βαριά κι ανάγλυφα doom ηχοτοπία τους, τα οποία είναι επιτυχώς διανθισμένα με σάπιες drone πινελιές θηριώδους εκτοπίσματος, καθώς και με αιχμηρά κι άκρως μεθυστικά funeral στοιχεία.
 
Εν ολίγοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια φρικιαστικά όμορφη studio δουλειά από μια μπάντα, που μοιάζει να έχει όλα τα φόντα για να κυριαρχήσει στον ακραίο heavy χώρο και στις πλέον extreme εκφάνσεις της doom μουσικής, καθώς το νέο πόνημα των πολλά υποσχόμενων Naught μας γεμίζει ελπίδες για το μέλλον τους με την ερεβώδη γοητεία και ποιότητα του. Φανταστικό.
 
Naught: Bandcamp / Facebook
Battleground Records: Official Website
 

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Leave.

 
Οι νεοσύστατοι Leave., που σχηματίστηκαν στις αρχές της χρονιάς στην Πολωνία, απαρτίζονται από τέσσερις ταλαντούχους μουσικούς, οι οποίοι πρόσφατα κυκλοφόρησαν σε μορφή Ep την παρθενική κι ομώνυμη δουλειά τους, που περιέχει 5 κομμάτια συνολικής διάρκειας 26 λεπτών.
 
Το εν λόγω χορταστικό, παρά το μικρό του δέμας άκουσμα, συνοδεύεται από ένα λιτό artwork και διακρίνεται για την αψεγάδιαστη και διαυγή παραγωγή του, που περίφημα αναδεικνύει την ονειρική αύρα και συνάμα κολακεύει την σκοτεινή και συγχρόνως παραμυθένια του υπόσταση.
 
Η καθαρή χροιά της φωνής ενισχύει τις post punk ατασθαλίες των Leave. με την ηχητική της θέρμη και μαρτυρά συνάμα τα σχεδόν ανεπαίσθητα pop αρώματα τους, ενώ η ατίθαση κιθάρα τους, σκαρώνει δυναμικά riffs σε alternative rock ύφος και πλέκει shoegaze αισθητικής leads.
 
Τα δυναμικά ντραμς των Leave. μαρτυρούν σε αρμονική συνεργασία με το μεστό τους μπάσο το post punk τσαγανό τους, το οποίο χάρη στην ανέμελη κιθάρα και τα μεθυστικά της solos αποκτά εκλεκτή παρέα με έντονη post rock ευωδία, απογειώνοντας έτσι το σκαιό shoegaze μοτίβο τους.
 
Ο σκοτεινός alternative rock χαρακτήρας τούτης της κυκλοφορίας λαμπυρίζει μες το post punk έρεβος, χάρη στην απαστράπτουσα shoegaze ανάσα του, που επενδύει το ντεμπούτο πόνημα των εξόχως ελπιδοφόρων και υποσχόμενων Leave., με σχεδόν εθιστικά post rock ηχοτοπία.
 
Εν ολίγοις, εδώ να κάνουμε με μια γαλήνια κι εκρηκτική συνάμα εναλλακτική rock κυκλοφορία από τους ταλαντούχους Leave., που θαρρώ ότι θα ικανοποιήσει στο έπακρο τους λάτρεις των μελωδικών rock ακουσμάτων, χάρη στη δυνατή αίσθηση φρεσκάδας, που τη διαπερνά. Έξοχο.
 
Leave.: Bandcamp / Facebook
 

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Creshna - The Fallout

 
Οι ανερχόμενοι Creshna σχηματίστηκαν στα βόρεια της χώρας πριν από έναν χρόνο περίπου με αφετηρία τον σεβασμό και την αμοιβαία εκτίμηση, που τρέφουν και τα τρία τους μέλη το ένα για το άλλο, ενώ η αρμονική τους συνεργασία μας χάρισε πρόσφατα το ντεμπούτο δίσκο τους, ο οποίος φέρει τον τίτλο The Fallout και περιέχει έξι κομμάτια συνολικής διάρκειας 35 λεπτών.
 
Το χορταστικό The Fallout πλαισιώνεται από ένα σκοτεινό και μουντό artwork, που ταιριάζει με την concept ιδέα του, η οποία έχει να κάνει με την επόμενη μέρα ενός ολέθριου πολέμου για την ανθρωπότητα, ενώ διακρίνεται για την υποδειγματική και πραγματικά αψεγάδιαστη παραγωγή του, που απογειώνει με την δυναμική της διαύγεια τα περιπετειώδη κομμάτια των Creshna.
 
Η καθαρή χροιά της φωνής των Creshna μας βυθίζει σε μια ονειρική post δίνη, από την οποία τα brutal ξεσπάσματα της μας βγάζουν με τη βία οδηγώντας μας έτσι σε γκρίζα crust μονοπάτια, ενώ οι κιθάρες άλλοτε σκαρώνουν leads και solos με ισχνό shoegaze άρωμα, που κολακεύει το post rock υπόβαθρο τους κι άλλοτε στολίζουν το The Fallout με δυναμικά riffs σε heavy ύφος.
 
Τα ντραμς είναι πάντα εκεί όπου χρειάζεται για να συνεχιστεί ομαλά η γαλήνια ροή του έξοχου The Fallout, ενώ το μεστό μπάσο γεμίζει υπέροχα τα κομμάτια του και συμβάλει σημαντικά στις ισχνές του sludge αποχρώσεις με το βαθύ κι ογκώδες εκτόπισμα του, ενώ τα διακριτικά samples φωνητικών αποτελούν ατού για τους Creshna, μιας και είναι σωστά κι έξυπνα τοποθετημένα.
 
Ο στιβαρός χαρακτήρας του The Fallout μαρτυρά τα σχεδόν ανεπαίσθητα sludge σκιρτήματα των Creshna, που συνυπάρχουν αρμονικά με τα ισχνά shoegaze ψήγματα και διανθίζουν το συμπαγές post μοτίβο τους, ενώ τα τραχιά κι αιχμηρά metal ηχοχρώματα τους, αναδεικνύουν υπέροχα την έμφυτη rock μελωδικότητα τους και καθιστούν εθιστικό το πρώτο τους πόνημα.
 
Εν ολίγοις, θαρρώ ότι οι άκρως ελπιδοφόροι Creshna είναι μια από τις πλέον υποσχόμενες μπάντες της πάντοτε δραστήριας εγχώριας rock σκηνής, καθώς το εντυπωσιακό The Fallout βρίθει post φρεσκάδας και ξεχειλίζει metal φαντασία, ενώ το έντονο experimental στοιχείο του, μας χαρίζει δυνατές στιγμές μουσικής ευδαιμονίας με την αβίαστη και τίμια υφή του. Εξαίρετο.
 
Creshna: Bandcamp / Facebook
 

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Kadavar - Berlin

 
Οι ανερχόμενοι Kadavar σχηματίστηκαν στην Γερμανία πριν από λίγα χρόνια και ύστερα από τις λιγοστές αλλαγές στη σύνθεση τους, πλέον απαρτίζονται από τον Lupus σε κιθάρα και φωνή, τον Tiger στα ντραμς και τον Simon στο μπάσο, οι οποίοι στα τέλη του περασμένου Αυγούστου κυκλοφόρησαν τη νέα και τρίτη συνολικά full length δουλειά τους μέσω της Nuclear Blast.
 
Το εν λόγω άλμπουμ, που φέρει τον τίτλο Berlin, περιέχει 11 κομμάτια συνολικής διάρκειας 46 λεπτών και πλαισιώνεται από ένα retro αισθητικής artwork, που κολακεύει την παλιομοδίτικη rock αύρα του, ενώ ξεχωρίζει για την διαυγή κι αναλογικής υφής παραγωγή του, που ενισχύει σημαντικά με την ηχητική της ζεστασιά το vintage άρωμα των συναρπαστικών του συνθέσεων.
 
Ο οργανικός χαρακτήρας του χορταστικού Berlin ευνοεί τις περιπετειώδεις συνθέσεις του και τους χαρίζει μια απολαυστική ευωδία hard rock πυρίτιδας, που κολακεύει το ισχνό stoner άρωμα τους και συνάμα καθιστά μεθυστικό το σπινθηροβόλο heavy rock ταμπεραμέντο των Kadavar, οι οποίοι έχουν επενδύσει με σπιρτόζικη vintage φρεσκάδα την εκρηκτική retro τους ψυχεδέλεια.
 
Τα δυναμικά ντραμς των Kadavar με μαεστρία κρατούν τα μπόσικα των νέων τους συνθέσεων, τις οποίες πλημμυρίζουν με το χειμαρρώδες κι ορμητικό τους groove, ενώ συνθέτουν ένα στιβαρό και συμπαγές rythm section με το μεστό τους μπάσο, το οποίο γεμίζει φανταστικά τα κομμάτια του Berlin κι αναδεικνύει συνάμα τις αιχμηρές, αν και μάλλον αχνές, funk πινελιές του.
 
Η ρωμαλέα κιθάρα των Kadavar, άλλοτε σκαρώνει δυνατά riffs, που ξεχειλίζουν αδρεναλίνη κι ενέργεια τραχιάς hard rock αύρας κι άλλοτε υφαίνουν solos εμποτισμένα με ισχυρές heavy psych αναθυμιάσεις κι αβυσσαλέας γοητείας leads βαριάς heavy rock αύρας, που σε συνδυασμό με την metal χροιά της φωνής, ενισχύουν σημαντικά την ήδη πλούσια rock ποικιλία του Berlin.
 
Εν ολίγοις, στο εξαιρετικό Berlin η υφέρπουσα prog αίσθηση και τα σχεδόν ανεπαίσθητα garage σκιρτήματα των Kadavar, αναδεικνύουν τον έμφυτο hard rock χαρακτήρα τους κι απογειώνουν την retro τους υπόσταση, μιας και καθιστούν άκρως δροσερή τη vintage αισθητική, καθώς και την ατίθαση rock ψυχεδέλεια, που διαπερνά το ρωμαλέο heavy rock υπόβαθρο τους. Εξαίρετο.
 
Kadavar: Facebook
Nuclear Blast: Official Website
 

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Cult Of Occult - Five Degrees Of Insanity

 
Οι ανερχόμενοι Cult Of Occult σχηματίστηκαν στην Λυών της Γαλλίας την Άνοιξη του 2011 και πρόσφατα κυκλοφόρησαν με τη βοήθεια της Deadlight Entertainment τη νέα τους full length δουλειά, που περιέχει μόλις 5, αν και τεραστίου εκτοπίσματος, κομμάτια, συνολικής διάρκειας 71 λεπτών και φέρει τον άκρως ταιριαστό με τη μουσική του, τίτλο: Five Degrees Of Insanity.
 
Το εν λόγω άλμπουμ συνοδεύεται από ένα παρανοϊκής χροιάς artwork, που κολακεύει το νοσηρό στιχουργικό του περιεχόμενο και κολλάει υπέροχα στην αρρωστημένα όμορφη μουσική του, ενώ διακρίνεται για την σκοτεινή παραγωγή του, που αναδεικνύει περίφημα την απόκοσμη τραχιά υπόσταση και το πυκνό κι έντονο βορβορώδες άρωμα των σαλεμένων του κομματιών.
 
Η κακιασμένη και σκαιή φωνή ξερνάει μες από τα brutal ουρλιαχτά της γενναίες ποσότητες μίσους, θυμού και μανίας και μπαίνει έτσι αρμονικά στην ερεβώδη ατμόσφαιρα του χορταστικού Five Degrees Of Insanity, η βάρβαρη κιθάρα του οποίου, μαρτυρά την λατρεία των ιδιαιτέρως και καταχθόνια ταλαντούχων Cult Of Occult για κάθε τι σκοτεινό κι ανίερο στον heavy ήχο.
 
Τα ορμητικά και χειμαρρώδη riffs μας ταξιδεύουν σε λασπωμένα κι ανήλιαγα doom σοκάκια και τα βίαια κι αιχμηρά leads και solos μας βυθίζουν σε μια βάναυση κι αβυσσαλέα sludge δίνη, χάρη στην αμαρτωλή τους γοητεία, ενώ τα κατακλυσμιαία ντραμς των Cult Of Occult στολίζουν με black metal στοιχεία το Five Degrees Of Insanity και το ντύνουν με το σκαιό τους groove.
 
Ο βιτριολικός heavy χαρακτήρας του εξαιρετικά απολαυστικού, αλλά κι αποκρουστικά θελκτικού Five Degrees Of Insanity, χρωστάει στο μεστό μπάσο των Cult Of Occult τον αργόσυρτο και θηριώδη όγκο του, ο οποίος εμπλουτίζει τούτο το φρικαλέα σαγηνευτικό άκουσμα με παχιές κι οπιούχες noise αναθυμιάσεις και με πυρακτωμένες στα έγκατα της αβύσσου drone πινελιές.
 
Εν ολίγοις, το τερατώδους σαγήνης Five Degrees Of Insanity απλόχερα μας χαρίζει δυνατές στιγμές doom οργής, χάρη στα μοχθηρά κι αιχμηρά sludge ηχοτοπία, που διανθίζουν επιτυχώς τα black metal ξεσπάσματα των Cult Of Occult, οι οποίοι εδώ εμφανίζονται αποφασισμένοι και το κυριότερο, ικανοί να καπαρώσουν τον ακανθώδη θρόνο του σκληρού heavy ήχου. Έξοχο.
 
Cult Of Occult: Official Website / Facebook
Deadlight Entertainment: Official Website
 

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

The Sonic Dawn - Perception

 
Οι ανερχόμενοι και ταλαντούχοι The Sonic Dawn σχηματίστηκαν στην Δανία στα τέλη του 2013 υπό το όνομα The Mind Flowers από 3 άκρως ταλαντούχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Jonas Waaben στα ντραμς, τον Emil Bureau σε κιθάρα και φωνή και τον Neil Bird στο μπάσο, οι οποίοι σύντομα πρόκειται να κυκλοφορήσουν την πρώτη τους full length δουλειά.
 
Το εν λόγω άλμπουμ, που θα κυκλοφορήσει στις 31 Οκτώβρη από τη Nasoni Records, φέρει τον τίτλο Perception και περιέχει δέκα κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 40 λεπτών, ενώ πλαισιώνεται από ένα πολύχρωμο κι έντονο artwork, που μαρτυρά την έμφυτη ψυχεδέλεια του και διακρίνεται για την αναλογικής αισθητικής παραγωγή του, που ευωδιάζει vintage φρεσκάδα.
 
Ο ευγενής blues καμβάς του Perception είναι εμποτισμένος με δυνατές garage πινελιές, ενώ η γαλήνια rock ψυχεδέλεια του, κολακεύει την hippie νοοτροπία των The Sonic Dawn κι αρμονικά ταιριάζει με τις πυκνές και ισχυρές acid rock αναθυμιάσεις τους, οι οποίες πλημμυρίζουν με 60's και 70's pop rock δροσιά το περιπετειώδες και σπιρτόζικα μελωδικό ντεμπούτο άλμπουμ τους.
 
Τα δυναμικά ντραμς των The Sonic Dawn κρατούν με περισσή μαεστρία τα μπόσικα του έξοχου Perception, το οποίο εμπλουτίζουν επιτυχώς με το σπινθηροβόλο τους groove, ενώ το μεστό μπάσο ενισχύει το δυνατό retro του άρωμα και σε συνδυασμό με το διακριτικό sitar, τα πλήκτρα και το hammond στολίζουν το τελικό μουσικό σύνολο με ανατολίτικης αύρας rock σπιρτάδα.
 
Η ανέμελη κιθάρα υφαίνει αρμονικά riffs, πότε σε blues ύφος και πότε σε heavy psych μοτίβο και συνάμα σκαρώνει μεθυστικά leads και solos, που απογειώνουν την έντονη rock ψυχεδέλεια του Perception, ενώ τα καθαρά κι αισθαντικά φωνητικά των The Sonic Dawn τονίζουν άλλοτε την ονειρική τους garage διάσταση κι άλλοτε αποθεώνουν την αρμονική acid rock τους μελαγχολία.
 
Εν ολίγοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν υπέροχο δίσκο, που στηρίζεται στην ηλεκτρισμένη blues αρμονία και την αχαλίνωτη rock ψυχεδέλεια, χαρίζοντας μας έτσι δυνατές στιγμές garage κι acid rock ευδαιμονίας, ενώ χάρη στο περίσσιο ταλέντο των The Sonic Dawn το μαγευτικό κι εξόχως απολαυστικό Perception μας ταξιδεύει σε ζωηρά hippie αρώματος ηχοτοπία. Εξαίρετο.
 
The Sonic Dawn: Bandcamp / Facebook
Nasoni Records: Official Website
 

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

My Dying Bride - Feel The Misery

 
Εν έτη 1990 στο βροχερό Χάλιφαξ της Αγγλίας γεννήθηκαν οι πρωτοπόροι My Dying Bride, οι οποίοι πλέον απαρτίζονται από τους εκ των ιδρυτών τους, Andrew Craighan στην κιθάρα και Aaron Stainthorpe στην φωνή, καθώς κι από την Lena Abe στο μπάσο και τον Shawn Mcgowan σε πλήκτρα και βιολί, αλλά κι από τον εσχάτως επιστρέψαντα στην μπάντα Calvin Robertshaw στην κιθάρα, ενώ στο έσχατο χρονικά πόνημα τους, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό μέσω της Peaceville Records συμμετέχει κι ο Dan "Storm" Mullins στα ντραμς.
 
Ο εν λόγω δίσκος φέρει τον άκρως ταιριαστό με το μουσικό και στιχουργικό του περιεχόμενο, τίτλο: Feel The Misery και περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 63 λεπτών, ενώ διακρίνεται εκτός όλων των άλλων για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, που είναι απόρροια της αρμονικής και χρόνιας συνεργασίας των My Dying Bride με τον Mags και ξεχωρίζει για το πολύχρωμο μεν, εξόχως ζοφερό και σκοτεινό δε artwork του, που πλαισιώνει τις νοσηρά όμορφες συνθέσεις του κι αναδεικνύει παράλληλα το έντονο noir ρομάντζο στοιχείο των συννεφιασμένων του στίχων.
 
Τα δυναμικά ντραμς ορίζουν σε αρμονική συνεργασία με τα έγχορδα των My Dying Bride το τέμπο των νέων τους συνθέσεων και συγκροτούν ένα μεστό και σπινθηροβόλο rythm section με το μπάσο, το οποίο γεμίζει υπέροχα τις συνθέσεις του Feel The Misery και μάλιστα δεν διστάζει να αναλάβει ηγετικό ρόλο στα κομμάτια του όποτε αυτό απαιτείται, ενώ τα φωνητικά για ακόμη μια φορά βρίσκονται σε εξαιρετική φόρμα και καθιστούν άλλοτε μαγευτικό με τον λυρισμό της καθαρής τους χροιάς κι άλλοτε σκαιό με τα βίαια brutal ξεσπάσματα τους, το τελικό σύνολο.
 
Οι δυο κιθάρες υφαίνουν άλλοτε σκοτεινές κι ερεβώδεις μελωδίες απαράμιλλης ομορφιάς, χάρη στα παραμυθένια τους leads και τα εθιστικά τους solos κι άλλοτε σκαρώνουν στον γνωστό και μεθυστικό τους τόνο, ορμητικά κι αιχμηρά riffs σε epic doom μοτίβο, διανθίζοντάς το βάναυσο doom/death υπόβαθρο του Feel The Misery, ενώ τα πλήκτρα και το σαγηνευτικό τους βιολί εμπλουτίζουν επιτυχώς με gothic πινελιές τα νέα κομμάτια των My Dying Bride και χαρίζουν έτσι μια κολακευτική εύθραυστη αύρα στα σχεδόν ανεπαίσθητα μα τραχιά τους black ηχοτοπία.
 
Το πορφυρό metal πέπλο, που καλύπτει τις αισθαντικές και μακάβρια θελκτικές μελωδίες των My Dying Bride, ταιριάζει αρμονικά στα βαριά κι αργόσυρτα doom ηχοχρώματα τους, που πότε ευωδιάζουν αχνή funeral μαγεία και πότε στάζουν death μιζέρια, ενώ τα ισχνά gothic στοιχεία του χορταστικού κι εξόχως απολαυστικού Feel The Misery, βοηθούν σημαντικά στην ομαλή του ροή κι αναδεικνύουν εύστοχα τον epic doom θρήνο, αλλά και την απόκοσμη και παγερά όμορφη doom/death ατμόσφαιρα του, καθιστώντας έτσι αβάσταχτα σαγηνευτικό το heavy άρωμα του.
 
Η σχεδόν ακαταμάχητη και βασανιστική αίσθηση doom απελπισίας, που διαπερνά τις πάντοτε γοητευτικές και μακροσκελής συνθέσεις των My Dying Bride, αγκαλιάζει σφιχτά την ψυχρή κι ακανθώδη gothic πλευρά τους και μας χαρίζει έτσι ένα μαγευτικό doom/death μείγμα στολισμένο με παραδοσιακά doom ψήγματα και με αναιμικές black λεπτομέρειες, που μαρτυρούν τα ισχνά και ξεθωριασμένα folk ρινίσματα του Feel The Misery και συγχρόνως απογειώνουν τον ώριμο και γλυκό σαν παλιό καλό κρασί epic doom χαρακτήρα του και την υποχθόνια του funeral αύρα.
 
Εν ολίγοις, έχω την εντύπωση, πως το εξαιρετικό Feel The Misery, που με περισσή μαεστρία και δεξιοτεχνία μας παρουσιάζει την απύθμενη death μελαγχολία και την αχαλίνωτη doom απελπισία των My Dying Bride, αποτελεί έναν από τους πιο μεστούς δίσκους τους, καθώς η gothic σκόνη, που καλύπτει την epic doom απόγνωση τους, απογειώνει το doom/death μεγαλείο τους και μαρτυρά τον συνθετικό κι εκτελεστικό τους οίστρο, που σε συνδυασμό με την αχανή φαντασία και την τεράστια εμπειρία τους, μας προσφέρουν έναν δίσκο, σχεδόν ακαταμάχητο.
 
My Dying Bride: Official Website
Peaceville Records: Official Website
 

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Sardonis - III

 
Οι άκρως ταλαντούχοι Sardonis προέρχονται από το Βέλγιο, όπου και το καλοκαίρι του 2006 σχηματίστηκαν από τον Jelle στα ντραμς και τον Roel στην κιθάρα, οι οποίοι αποτελούν και τα μοναδικά τους μέλη, καθώς πρόκειται για μια εξαιρετικά heavy κι αποκλειστικά instrumental μπάντα, που πρόσφατα κυκλοφόρησε την έβδομη συνολικά και τρίτη full length δουλειά της.
 
Το εν λόγω άκουσμα, που κυκλοφόρησε από την Consouling Sounds υπό τον λιτό κι απέριττο τίτλο: III, περιέχει μόλις 5 κομμάτια συνολικής διάρκειας 39 λεπτών περίπου και πλαισιώνεται από ένα ταιριαστό με την εκρηκτική μουσική του artwork, ενώ διακρίνεται για την αψεγάδιαστη κι αβίαστα στιβαρή παραγωγή του, που ενισχύει με τη βαριά της διαύγεια την doom ευωδία του.
 
Η ρωμαλέα και υπέρβαρη κιθάρα των Sardonis σκαρώνει συνεχώς εύφλεκτα riffs σε διάφορους heavy ρυθμούς και μας ταξιδεύει έτσι πότε σε ανήλιαγα sludge σοκάκια και πότε σε υγρούς και βρώμικους doom metal βάλτους, ενώ τα έντονα stoner αρώματα της, μας βυθίζουν σε μια παχιά heavy δίνη, που ζέχνει rock αμαρτία και καθιστούν το περιπετειώδες III εξόχως απολαυστικό.
 
Τα δυναμικά ντραμς μας σφυροκοπούν διαρκώς με τα καταιγιστικά χτυπήματα τους, τα οποία πλημμυρίζουν το χορταστικό III με αχαλίνωτες ποσότητες groove κι αβυσσαλέα heavy ενέργεια, ενώ το πασπαλίζουν επίσης με ψήγματα black απόχρωσης και με δυνατά progressive ρινίσματα, τα οποία βοηθούν σημαντικά στην ομαλή ροή του έσχατου χρονικά πονήματος των Sardonis
 
Ο συμπαγής χαρακτήρας του συναρπαστικού III οφείλει την θηριώδη του υπόσταση και το τερατώδες του εκτόπισμα, τόσο στην εκκωφαντική και σπιρτόζικη απόδοση των Sardonis, όσο και στην δουλειά του Frank Rotthier στη μίξη και του Brad Boatright στο mastering, οι οποίοι απογείωσαν το σπινθηροβόλο doom metal ταμπεραμέντο και το αλήτικο stoner τσαγανό τους.
 
Εν ολίγοις, το βαρύ κι εντυπωσιακό III των Sardonis αποτελεί έναν εξαιρετικό heavy δίσκο, που θα ξετρελάνει τους λάτρεις της doom βαρβαρότητας με την έμφυτη sludge αύρα και την έντονη ευωδία stoner πυρίτιδας, που διαπερνά τα ισχνά progressive ψήγματα του, ενώ το χειμαρρώδες κι ορμητικό μεράκι των δημιουργών του, βρυχάται με τσαμπουκά και στάζει rock πάθος. Έξοχο.
 
Consouling Sounds: Official Website
 

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Hangman's Chair - This Is Not Supposed To Be Positive

 
Οι συνεχώς ανερχόμενοι Hangman's Chair σχηματίστηκαν στο Παρίσι το 2005 κι απαρτίζονται από τέσσερις ιδιαιτέρως ταλαντούχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Clement στο μπάσο, τον Cedric σε κιθάρα και φωνή, τον Mehdi στα ντραμς και τον Julien στην κιθάρα, οι οποίοι τούτο τον καιρό κυκλοφορούν την έβδομη συνολικά και τέταρτη full length δουλειά τους με τίτλο This Is Not Supposed To Be Positive μέσω της επίσης γαλλικής, Musicfearsatan.

Το εν λόγω άλμπουμ περιέχει δέκα κομμάτια συνολικής διάρκειας 51 λεπτών και πλαισιώνεται από ένα εξαιρετικό και retro υφής artwork, που σε συνδυασμό με το μουντό του στιχουργικό περιεχόμενο, μαρτυρά την διάχυτη μελαγχολία του This Is Not Supposed To Be Positive, ενώ η αψεγάδιαστη παραγωγή του, χάρη στη βραχνή και σαγηνευτικά heavy διαύγεια της, κολακεύει τα νέα κομμάτια των Hangman's Chair, καθώς απογειώνει την θλιμμένη metal δυναμική τους.

Η επιεικώς εκπληκτική φωνή μας ταξιδεύει άλλοτε σε epic doom ηχοτοπία κι άλλοτε σε σκοτεινά κι ανήλιαγα grunge σοκάκια με την αισθαντική χροιά της, που σε στιγμές είναι χρωματισμένη με σχεδόν ανεπαίσθητα gothic ρινίσματα και post hardcore ψήγματα, τα οποία αναδεικνύουν την υφέρπουσα sludge ψυχεδέλεια του This Is Not Supposed To Be Positive, ενώ τα λιγοστά samples φωνητικών είναι άρτια τοποθετημένα κι έτσι βοηθούν σημαντικά στην ομαλή του ροή.
 
Τα ρωμαλέα ντραμς επενδύουν επιτυχώς με γενναίες ποσότητες και stoner αρώματος groove το τελικό μουσικό σύνολο και συνεργάζονται αρμονικά με το μεστό μπάσο των Hangman's Chair, το οποίο γεμίζει φανταστικά τις συνθέσεις τους με τον αχνό fuzz και πυκνό χαρακτήρα του, ενώ οι δυο κιθάρες τους, άλλοτε σκαρώνουν αργόσυρτα riffs και μακροσκελής ρυθμούς σε κλασσικό doom metal μοτίβο κι άλλοτε υφαίνουν stoner ευωδίας κι αβάσταχτης ομορφιάς leads και solos.
 
Ο γοητευτικός αιθέρας doom απόγνωσης, που διαπερνά το χορταστικό κι άκρως απολαυστικό, This Is Not Supposed To Be Positive, στην ολότητα του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την αναιμική αύρα sludge θλίψης και την έντονη αίσθηση stoner απελπισίας των Hangman's Chair, οι οποίοι εδώ συνδυάζουν επιτυχώς τα πιο σαγηνευτικά στοιχεία του heavy ήχου με μια μεγάλη γκάμα έντονων και ισχυρών συναισθημάτων, χαρίζοντας μας έτσι έναν ειλικρινά έξοχο δίσκο.
 
Εν ολίγοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με την ίσως καλύτερη studio δουλειά των Hangman's Chair, καθώς το βάναυσα θελκτικό This Is Not Supposed To Be Positive, είναι ένα αφοπλιστικά τίμιο heavy άλμπουμ, καθώς μας ταξιδεύει με πειθώ μες από ισχνά κι άγονα sludge ηχοχρώματα σε γεμάτα πόνο κι οδύνη stoner ηχοτοπία και καθιστά έτσι την αβυσσαλέα κι έμφυτη doom metal μελαγχολία των δημιουργών του, ιδιαιτέρως μεθυστική και σχεδόν ακαταμάχητη. Φανταστικό.
 
Hangman's Chair: Bandcamp / Facebook
Musicfearsatan: Official Website
 

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Amorphis - Under The Red Cloud

 
Η μεγάλη metal σχολή της Φινλανδίας έχει την τύχη να φιλοξενεί μερικές πραγματικά εξαιρετικές και σημαντικές μπάντες, όπως για παράδειγμα οι φημισμένοι Amorphis, οι οποίοι γεννήθηκαν στο Ελσίνκι το 1990 κι έκτοτε δεν έχουν σταματήσει να μας κρατούν συντροφιά με τις διάφορες studio δουλειές τους, οι οποίες κατά γενική ομολογία δεν έφτασαν δυστυχώς ποτέ στο επίπεδο των 2-3 πρώτων τους δίσκων, αν και σε κάποιες περιπτώσεις πλησίασαν αρκετά σε αυτό.
 
Το γεγονός βέβαια, πως ποτέ δεν έμειναν στάσιμοι σε ένα είδος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αποδοχή των εκάστοτε δουλειών τους, καθώς η σταδιακή μεν, σχεδόν ριζική δε, μετάβαση από τα death νιάτα και την doom/death εφηβεία τους σε melodic death και γαλήνια heavy metal ηχοτοπία με μοναδικές σταθερές τις άλλοτε έντονες κι άλλοτε αχνές folk και prog αναφορές τους, δεν τους βοήθησε καθόλου στο να κρατούν συνεχώς ικανοποιημένο το μεγάλο τους κοινό.
 
Ο λόγος φυσικά δεν είναι άλλος από το ότι οι λάτρεις των Amorphis όπως συμβαίνει σε πολλές πτυχές της μουσικής κι όχι μόνο, δεν θα μπορούσαν εκ των πραγμάτων ποτέ να φθάσουν σε μια άτυπη συμφωνία ως προς το τι τους ταιριάζει καλύτερα και κάπου εδώ μπαίνει στην κουβέντα το νέο τους πόνημα, που κυκλοφόρησε με τίτλο Under The Red Cloud μέσω της Nuclear Blast, το οποίο θαρρώ ότι αποτελεί την πλέον ισορροπημένη και μεστή studio δουλειά τους ως τώρα.
 
Τα γνωστά progressive στοιχεία των Amorphis εδώ είναι διανθισμένα με σχεδόν ανεπαίσθητα doom/death ηχοχρώματα κι έντονες folk πινελιές με βαριά oriantal αύρα, ενώ τα ελεγχόμενα death ξεσπάσματα του Under The Red Cloud απογειώνουν τη melodic πτυχή των δημιουργών του και το καθιστούν έτσι ένα εξόχως απολαυστικό metal άκουσμα, τα 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας σχεδόν 50 λεπτών του οποίου, μας ταξιδεύουν σε πολύχρωμα σκληρά rock σοκάκια.
 
Οι ρωμαλέες κιθάρες υφαίνουν συνεχώς δυνατά κι ορμητικά riffs κι εναλλάσσονται αρμονικά με τα πλήκτρα στην δημιουργία εθιστικών leads και solos, ενώ τα πότε brutal και πότε καθαρά φωνητικά των Amorphis είναι εμπλουτισμένα με διακριτικά γυναικεία φωνητικά κι αναδεικνύουν έτσι υπέροχα την γαλήνια υφή του πιάνο, του φλάουτου, του hammond και του οργάνου, τα οποία προσφέρουν στο Under The Red Cloud μεθυστικές λεπτομέρειες folk metal νοσταλγίας.
 
Όμως, πολύ σημαντικό ρόλο στην ομαλή ροή και την αψεγάδιαστη εξέλιξη του χορταστικού Under The Red Cloud παίζουν τα ντραμς και το μπάσο, που συγκροτούν ένα ιδιαιτέρως στιβαρό και συμπαγές rythm section κι ενισχύουν έτσι την heavy δυναμική του, ενώ ειδικής μνείας αξίζουν οι ίδιοι οι Amorphis, καθώς εδώ όλα δείχνουν ότι έχουν φθάσει στο σημείο, που πάντοτε ήθελαν, δηλαδή στην απόλυτη ισορροπία της πλούσιας μουσικής τους κληρονομιάς.
 
Εν ολίγοις, το υπ' αριθμόν δώδεκα full length άλμπουμ των Amorphis, που πλαισιώνεται από ένα φανταστικό artwork, θαρρώ ότι αποτελεί έναν εξαιρετικό metal δίσκο, που θα ικανοποιήσει τόσο τους φαν των παλαιότερων άλμπουμ τους, όσο και των λάτρεις της νεότερης δισκογραφίας τους, μιας και το έξοχο Under The Red Cloud περιέχει κι έχει συνδυάσει με περισσή μαεστρία και τιμιότητα τα πιο εκλεκτά στοιχεία των διαβολικά ταλαντούχων δημιουργών του. Εξαίρετο.
 
Amorphis: Official Website
Nuclear Blast: Official Website
 

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Deville - Make It Belong To Us

 
Οι μπαρουτοκαπνισμένοι Deville σχηματίστηκαν στη Σουηδία το 2004 κι απαρτίζονται από τον Andreas Bengtsson σε κιθάρα και φωνητικά, τον Markus Nilsson στα ντραμς, τον Markus Akesson στο μπάσο και τον Andreas Wulkan στην κιθάρα, οι οποίοι στα μέσα του ερχόμενου Νοέμβρη πρόκειται να κυκλοφορήσουν μέσω της Fuzzorama Records τη νέα τους δουλειά.
 
Το εν λόγω άκουσμα φέρει τον τίτλο Make It Belong To Us κι αποτελεί την τέταρτη ως τώρα full length κυκλοφορία των ταλαντούχων δημιουργών του, καθώς περιέχει 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 38 λεπτών περίπου, ενώ ειδικής μνείας αξίζει τόσο το γεμάτο συμβολισμούς artwork, όσο και η δυνατή του παραγωγή, που κολακεύει τη fuzz αύρα του με την heavy διαύγεια της.
 
Ο πυκνός heavy rock καπνός, που σαν πέπλο καλύπτει το Make It Belong To Us σε όλη τη διάρκεια του, οφείλει τον σπιρτόζικο κι εθιστικό χαρακτήρα του στα ορμητικά κι αιχμηρά riffs από τις κιθάρες των Deville, οι οποίες αποτελούν την κινητήριο δύναμη των συνθέσεων τους, ενώ τα στιβαρά leads και solos τους, απογειώνουν την ευωδία stoner πυρίτιδας, που τις διαπερνά.
 
Τα πότε μελωδικά και πότε αγριεμένα φωνητικά εμπλουτίζουν με τσαμπουκά και rock μελωδία το έξοχο Make It Belong To Us, ενώ τα δυναμικά ντραμς και το μεστό μπάσο, συνθέτουν ένα συμπαγές και βαρύ rythm section, που ενισχύει με μαεστρία το ήδη θηριώδες εκτόπισμα του, καθιστώντας έτσι εξόχως απολαυστικό το χορταστικό κι έσχατο χρονικά πόνημα των Deville.
 
Η ρωμαλέα fuzz ενέργεια κολακεύει το σπινθηροβόλο hard rock ταμπεραμέντο και το stoner τσαγανό των Deville, τα σχεδόν ανεπαίσθητα grunge ηχοχρώματα των οποίων, εμπλουτίζουν επιτυχώς το εξαιρετικό Make It Belong To Us, ενισχύοντας την ποικιλία του κι αναδεικνύοντας έτσι το περιπετειώδες heavy rock άρωμα του, ενώ βοηθούν σημαντικά και στην ομαλή του ροή.
 
Εν ολίγοις, το ιδιαιτέρως διασκεδαστικό Make It Belong To Us μας χαρίζει δυνατές στιγμές heavy ευφορίας με την ειλικρινή stoner και με την ανεπιτήδευτα fuzz αλητεία του, ενώ θαρρώ ότι αποτελεί μια εξαιρετική προσθήκη στην δισκογραφία των Deville, που εμφανίζονται πιο φρέσκοι από ποτέ και συγχρόνως παραμένουν πιστοί στο εκρηκτικό heavy rock μοτίβο τους. Εξαίρετο.
 
Fuzzorama Records:Official Website
 

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Solefald - World Metal. Kosmopolis Sud

 
Ο metal ήχος έχει κατά καιρούς εμπλουτιστεί με διάφορα μουσικά είδη κι αυτό είχε αρκετές φορές τραγικά αποτελέσματα όμως εκείνες τις λίγες φορές, που τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως ακριβώς τα είχαν σχεδιάσει οι εκάστοτε δημιουργοί τους, το τελικό αποτέλεσμα ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακό, όπως ακριβώς είναι και το World Metal. Kosmopolis Sud, που αποτελεί τη νέα κι όγδοη full length δουλειά των Solefald, οι οποίοι σχηματίστηκαν στη Νορβηγία το 1995.
 
Το εν λόγω συγκρότημα απαρτίζεται από τους δυο πολυτάλαντους και πολυπράγμονες ιδρυτές του, Lazare Nedland και Cornelius Jakhelln, οι οποίοι στο νέο τους πόνημα συνεργάζονται με αρκετούς κι εξίσου ταλαντούχους μουσικούς αρμονικά και με σκοπό να μας χαρίσουν ακόμη έναν περίεργο και σχεδόν αλλοπρόσαλλο δίσκο, ο οποίος ακριβώς όπως και οι προηγούμενες δουλειές τους, οδηγούν τον metal ήχο στα όρια του, στολίζοντας τον με κάθε λογής μουσικές.
 
Η νέα δουλειά των Solefald, που κυκλοφόρησε στις αρχές της περασμένης Άνοιξης από την Indie Recordings, περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 50 λεπτών περίπου και διακρίνεται εκτός από την πλούσια μουσική ποικιλία της και για το εξαιρετικό στιχουργικό της περιεχόμενο, ενώ ειδικής μνείας αξίζει η αψεγάδιαστη παραγωγή του χορταστικού κι άκρως απολαυστικού World Metal. Kosmopolis Sud, που κολακεύει την ατίθασα στιβαρή μουσική του υπόσταση.
 
Τα δυναμικά κι αβυσσαλέας avant garde αισθητικής black metal ηχοτοπία των Solefald εδώ είναι επιτυχώς διανθισμένα με ισχνά tribal στοιχεία και ηχοχρώματα εξ Αφρικής εμπνευσμένα, ενώ το δυνατό metal μοτίβο τους είναι χαραγμένο με σχεδόν ανεπαίσθητα industrial ρινίσματα και με αχνά ηλεκτρονικά ψήγματα, που απογειώνουν τις αναιμικές goth ατασθαλίες τους και την προερχόμενη από τα βάθη της Ανατολής rock ψυχεδέλεια του World Metal. Kosmopolis Sud.
 
Οι φουριόζες κιθάρες, τα καταιγιστικά σε στιγμές ντραμς, το συμπαγές μπάσο και τα υπόλοιπα μουσικά όργανα, που με μαεστρία χρησιμοποιούν εδώ οι Solefald, συνυπάρχουν αρμονικά με τη brutal φωνή και τα αιθέρια γυναικεία φωνητικά, καθώς και με τα χορωδιακά μέρη και την ανδρική καθαρή φωνή, σμιλεύοντας έτσι περίφημα το World Metal. Kosmopolis Sud σε ένα δίσκο περιπετειώδη και συμπαγή, που καθιστά τον metal ήχο πιο διασκεδαστικό από ποτέ.
 
Τέλος, θαρρώ ότι η προσπάθεια και μόνο περιγραφής του επιεικώς εξαίρετου κι εκπληκτικού World Metal. Kosmopolis Sud μοιάζει και μάλλον είναι αποτυχημένο εγχείρημα εκ προοιμίου, καθώς το τεράστιο ταλέντο και η αχαλίνωτη φαντασία των Solefald έχει φροντίσει με δεξιοτεχνία να παντρέψει μεταξύ τους όσο το δυνατόν περισσότερες μουσικές της Γης και προς τέρψη των απανταχού λάτρεων του σκληρού metal ήχου, τα κατάφερε και μάλιστα με απαράμιλλο στυλ.
 
Εν ολίγοις, καλό θα ήτανε να ξεκαθαριστεί πως το μουσικό έργο τέχνης, που φέρει τον τίτλο World Metal. Kosmopolis Sud, δεν είναι επίτηδες πολύπλοκο ή μπερδεμένο κι αλαζονικό, αλλά αποτελεί απλώς ακόμη ένα πιστό λιθαράκι στο παράξενο κι αλλόκοτα θελκτικό metal ψηφιδωτό των Solefald, οι οποίοι δημιουργούν ήχους και μουσικές σπάνιας ομορφιάς, που οι γλώσσες ολάκερου του κόσμου είναι αδύνατον άρτια κι αντικειμενικά να περιγράψουν. Φαντασμαγορικό.
 
Solefald: Facebook
Indie Recordings: Official Website
 

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Uncle Acid - The Night Creeper

 
Εν έτη 2009 σχηματίστηκαν στο Κέιμπριτζ του Ηνωμένου Βασιλείου κι ως αποκλειστικά studio μπάντα οι άξια κι αρκούντως φημισμένοι και με σχεδόν cult υπόσταση στον ευρύτερο heavy χώρο, Uncle Acid & The Deadbeats, που απαρτίζονται από 4 ταλαντούχους μουσικούς, οι οποίοι μπορεί να έχασαν το πλεονέκτημα της έκπληξης, που διέκρινε τις προηγούμενες δουλειές τους, όμως όπως αποδεικνύει το νέο τους πόνημα δεν έχουν απολέσει τη μουσική τους κάψα.
 
Οι φοβεροί και τρομεροί λοιπόν Uncle Acid & The Deadbeats για μια ακόμη φορά στηρίζονται στην ηχητικά πλούσια γνωστή τους φόρμα, αν και οι καινοτομίες δεν λείπουν από τον τέταρτο δίσκο τους, ο οποίος ηχογραφήθηκε ζωντανά και χρησιμοποιώντας τεχνολογία και μεθόδους αναλογικής υφής, χαρίζοντας έτσι στον ήχο τους μια εξόχως μεθυστική lo-fi αισθητική, που καθιστά τις γοητευτικές τους μελωδίες, εξαιρετικά χορταστικές και ιδιαιτέρως απολαυστικές.
 
Το περί ου ο λόγος, The Night Creeper, περιέχει 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 54 λεπτών και κυκλοφόρησε πρόσφατα μέσω της επίσης βρετανικής και φημισμένης Rise Above Records, ενώ διακρίνεται για το noir αύρας κι ελαφράς horror αισθητικής artwork του, που μαρτυρά την έντονη occult ευωδία των συνθέσεων του κι αναδεικνύει συνάμα και το λάγνο, αιματοβαμμένο και σκοτεινό στιχουργικό του περιεχόμενο, που είναι απόρροια slasher, αλλόκοτης φαντασίας.
 
Η πνιχτή και ιδιαιτέρως πυκνή ατμόσφαιρα του The Night Creeper αποτυπώνεται εκτός όλων των άλλων κι από τα χαρακτηριστικά φωνητικά των δημιουργών του, τα οποία αποδίδουν άνετα και με περισσή πειθώ τους concept στίχους των Uncle Acid & The Deadbeats, οι οποίοι ασχολούνται με την ιστορία ενός άστεγου serial killer και τις περιπέτειες του, ενώ τα φωνητικά μαζί με τα έγχορδα και τα σχεδόν ανεπαίσθητα πλήκτρα υφαίνουν ένα παχύ pop trash πέπλο.
 
Τα σπινθηροβόλα ντραμς επενδύουν με γενναίες ποσότητες groove το The Night Creeper κι ενισχύουν έτσι τις αναιμικές blues ατασθαλίες του, ενώ συνεργάζονται άψογα με το μεστό μπάσο των Uncle Acid & The Deadbeats, το οποίο γεμίζει υπέροχα τον ήχο τους και χαρίζει έτσι doom rock αιχμές, τόσο στον αχνό και παραισθησιογόνο pop αιθέρα των συνθέσεων τους, όσο και στην αχαλίνωτη garage ανεμελιά και heavy ψυχεδέλεια, που πηγάζει από τις δυο τους κιθάρες.
 
Ο εθιστικός κι οπιούχος χαρακτήρας των riffs μας βυθίζει σε ζοφερά κι ανήλιαγα doom rock σοκάκια και τα ποτισμένα με fuzz δηλητήριο leads και solos μας ταξιδεύουν σε θερμά psych rock ηχοτοπία κι απογειώνουν την ευωδία φρέσκου αίματος, που διαπερνά το The Night Creeper, το οποίο χρωστάει τα σχεδόν αόρατα jazz ψήγματα του στα διακριτικά πλήκτρα των εμπνευσμένων και συνθετικά κι εκτελεστικά πάντοτε άρτιων κι εξόχως ικανών Uncle Acid & The Deadbeats.
 
Εν ολίγοις, το μαγευτικό The Night Creeper στηρίζεται σε οικεία rock ηχοχρώματα, όμως χάρη στο πλούσιο ταλέντο και την αχαλίνωτη φαντασία των Uncle Acid & The Deadbeats, οι οποίοι πλέον όχι μόνο έχουνε βγει από το στούντιο, αλλά ψάχνουν συνεχώς αφορμές για να παίζουν ζωντανά, χρησιμοποιεί νέα κι άκρως ενδιαφέροντα τεχνάσματα, που ζέχνουν heavy φρεσκάδα, επιτυγχάνοντας έτσι να μας σαγηνεύσει με την αβυσσαλέα και φονική του ομορφιά. Εξαιρετικό. 
 
Uncle Acid & The Deadbeats: Official Website
Rise Above Records: Official Website
 

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

Heavier Than God - The Self-Titled Album

 
Οι τρομεροί Heavier Than God προέρχονται από την Αθήνα όπου και σχηματίστηκαν το 2003 από τέσσερα εξόχως έμπειρα μέλη της εγχώριας rock και metal σκηνής και για δυο χρόνια μέχρις ότου διαλυθούν το 2005 εντυπωσίασαν τους πάντες με τις δυναμικές τους live εμφανίσεις πλάι σε γνωστές και μη μπάντες του εξωτερικού και ξαφνικά ύστερα από έξι χρόνια σιγής επανήλθαν δυναμικά στα μουσικά δρώμενα με ελαφρώς αλλαγμένη την αρχική τους σύνθεση.
 
Το πλήρωμα του χρόνου για μια στούντιο δουλειά από μέρους τους ήλθε μόλις φέτος, όταν και πριν λίγο καιρό οι ανερχόμενοι πλέον Heavier Than God κυκλοφόρησαν το παρθενικό τους άλμπουμ με τον λιτό και ιδιαιτέρως περιγραφικό τίτλο The Self-Titled Album, το οποίο περιέχει 11 κομμάτια συνολικής διάρκειας 45 λεπτών περίπου, ενώ ειδικής μνείας αξίζει η παραγωγή του, που κολακεύει κι αναδεικνύει περίφημα την έντονη ευωδία heavy πυρίτιδας, που το διακρίνει.
 
Ο χειμαρρώδης χαρακτήρας του The Self'-Titled Album μας οδηγεί σε μια ισχυρή έκρηξη heavy αδρεναλίνης, χάρη στην έντονη punk αύρα, που διαπερνά τα ορμητικά stoner ηχοτοπία του, τα οποία είναι διανθισμένα με βαλτώδη metal ηχοχρώματα κι εμποτισμένα με δυνατές sludge αναθυμιάσεις, που καθιστούν άκρως απολαυστικό το southern υφής ταμπεραμέντο, το οποίο συνοδεύει έξοχα τα ισχνά blues στοιχεία και το αλήτικο doom τσαγανό των Heavier Than God.
 
Τα brutal και σχιστά φωνητικά ταιριάζουν αρμονικά στην σκανδαλιάρικη και κατακλυσμιαία rock ατμόσφαιρα του The Self-Titled Album και σε συνδυασμό με τα σωστά τοποθετημένα καθαρά φωνητικά σε στυλ samples δίνουν στην ήδη εξαιρετική ροή του μια έξτρα ώθηση, ενώ η ατίθαση κι αγριεμένη κιθάρα των Heavier Than God σκαρώνει συνεχώς δυναμικά και γεμάτα heavy ενέργεια riffs και συνάμα υφαίνει leads και solos, που ζέχνουν doom αλκοόλ σε κάθε τους νότα.
 
Η μουσική βραχνάδα των Heavier Than God οφείλει εν πολλοίς την σκαιή της υπόσταση στον αχνό και πυκνό συγχρόνως fuzz καπνό, που συνεχώς αναδύει το πυρακτωμένο τους μπάσο, το οποίο γεμίζει εξαιρετικά και με περισσή μαεστρία τις συνθέσεις τους, ενώ τα ρωμαλέα ντραμς τους, πλημμυρίζουν το χορταστικό The Self-Titled Album με το σπιρτόζικο groove τους κι έτσι αναδεικνύουν υπέροχα το σπινθηροβόλο punk μεράκι και το πρωτόγονο sludge άρωμα του.
 
Εν ολίγοις, το θηριώδες και τερατώδους ομορφιάς The Self-Titled Album αποτελεί ένα εξαίρετο άκουσμα του σκληρού heavy ήχου και μας αποζημιώνει και με το παραπάνω για την σχεδόν οριστική απουσία των Heavier Than God από το μουσικό προσκήνιο, στο οποίο φαίνεται πως επιστρέφουν εξαιρετικά δυνατά, μιας και το βάναυσα κι αβυσσαλέα θελκτικό τους ντεμπούτο, βρίθει rock τσαμπουκά, ξεχειλίζει stoner ειλικρίνεια και μαρτυρά sludge τιμιότητα. Φανταστικό.
 
Heavier Than God: Bandcamp / Facebook
 

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Graveyard - Innocence & Decadence

 
Οι εξαιρετικοί Graveyard σχηματίστηκαν στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας πριν από περίπου δέκα χρόνια κι απαρτίζονται από τον Joakim Nilsson σε κιθάρα και φωνή, τον Axel Sjöberg στα ντραμς, τον Jonatan Ramm στην κιθάρα και τον Truls Mörck, πρώην κιθαρίστα τους, που σχετικά πρόσφατα αντικατέστησε τον οικειοθελώς αποχωρήσαντα Rikard Edlund στο μπάσο.  
 
Το νέο πόνημα των Graveyard και συνολικά τέταρτη ως τώρα full length δουλειά τους, που είναι η αφορμή για τούτο το κείμενο, κυκλοφόρησε πρόσφατα μέσω της Nuclear Blast υπό τον τίτλο Innocence & Decadence και περιέχει έντεκα κομμάτια συνολικής διάρκειας 43 λεπτών, ενώ διακρίνεται εκτός όλων των άλλων και για το χρωματιστό του και γεμάτο retro φαντασία artwork.
 
Η ζωντανή ηχογράφηση του Innocence & Decadence και η αναλογικής αύρας παραγωγή του πλημμυρίζουν τα εθιστικά του κομμάτια με vintage ζεστασιά κι αναδεικνύουν υπέροχα το εύφλεκτο rock 'n' roll τσαγανό των Graveyard, οι οποίοι σε τούτο το δίσκο μοιράζονται μεταξύ τους τα φωνητικά κι ενισχύουν έτσι σημαντικά τόσο την ποικιλία του, όσο και την ομαλή του ροή.
 
Τα παθιασμένα κι αισθαντικά φωνητικά επενδύουν με το έμφυτο τους γρέζι τον αχνό fuzz χαρακτήρα της κιθάρας κι εμπλουτίζουν έτσι το Innocence & Decadence με heavy psych πινελιές, ενώ οι ανέμελες κιθάρες των Graveyard υφαίνουν συνεχώς εκρηκτικά riffs, άλλοτε σε κλασσικό rock ύφος κι άλλοτε πάνω σε ένα στολισμένο με soul ηχοχρώματα blues rock μοτίβο.
 
Ο σπινθηροβόλος rock 'n' roll χαρακτήρας των Graveyard οφείλει τις ισχνές jazz ατασθαλίες του στα δυναμικά τους ντραμς, που φλερτάρουν με τα blast beats σε στιγμές και το σκανδαλιάρικο groove τους, ενώ το μεστό τους μπάσο ζωγραφίζει ανάγλυφα heavy rock ηχοτοπία στο έξοχο Innocence & Decadence με την έμφυτη stoner ενέργεια και την αχαλίνωτη του αδρεναλίνη.
 
Τέλος, τα περιορισμένα θηλυκά ala gospel φωνητικά ενισχύουν την υφέρπουσα μελαγχολία και την ξεθωριασμένη φρεσκάδα του Innocence & Decadence και με τα σχεδόν αόρατα πλήκτρα σταθεροποιούν την απόλυτη ισορροπία της εκρηκτικής hard rock υπόστασης και της γαλήνιας αύρας των Graceyard κι αυτό αν και ίσως ξενίζει κάμποσους, θαρρώ ότι εδώ λειτουργεί θετικά.
 
Εν ολίγοις, το χορταστικό Innocence & Decadence, που κινείται στο γνωστό vintage μοτίβο των Graveyard, αποτελεί έναν εξαιρετικό, γεμάτο συναισθήματα κι αρκούντως διασκεδαστικό δίσκο, μιας και μπορεί να στερείται πρωτοτυπίας, εντούτοις όμως, βρίθει από αγνό rock 'n' roll μεράκι και ξεχειλίζει με κάθε του νότα heavy psych αλητεία, soul γοητεία και blues αδρεναλίνη. Έξοχο.
 
Graveyard: Facebook / Twitter
Nuclear Blast: Official Website
 

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Ponamero Sundown - Veddesta

 
Οι εξαιρετικοί Ponamero Sundown σχηματίστηκαν πριν 10 χρόνια στη Στοκχόλμη της Σουηδίας κι απαρτίζονται από 4 έμπειρους μουσικούς, οι οποίοι πρόσφατα μέσω της επίσης σουηδικής Transubstans Records κυκλοφόρησαν το νέο τους άλμπουμ με τίτλο Veddesta, το οποίο περιέχει 7 ιδιαιτέρως δυναμικά heavy rock κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 39 λεπτών.
 
Το ρωμαλέο hard rock ταμπεραμέντο των έξοχων Ponamero Sundown αγκαλιάζει σφιχτά χάρη στο πλούσιο ταλέντο και την μεγάλη τους εμπειρία το πρωτόγονο stoner τσαγανό τους κι έτσι σε συνδυασμό με τη σχεδόν ανεπαίσθητη desert rock αύρα, που διαπερνά τα ισχνά grunge και τα έντονα fuzz ηχοχρώματα τους, μας προσφέρουν με το Veddesta έναν άκρως χορταστικό δίσκο.
 
Η καθαρή φωνή με την ελεγχόμενη βραχνάδα της ενισχύει τις αχνές grunge αναθυμιάσεις του Veddesta και η ατίθαση κιθάρα των Ponamero Sundown καθιστά σχεδόν αποπνικτική την ευωδία rock πυρίτιδας του έσχατου χρονικά πονήματος τους, καθώς σκαρώνει δυναμικά riffs σε παθιασμένο stoner ύφος και υφαίνει μεθυστικά leads και solos με δυνατά hard rock αρώματα.
 
Τα σπιρτόζικα ντραμς ενισχύουν σημαντικά την ήδη αψεγάδιαστη ροή του εξαίρετου Veddesta με το σπινθηροβόλο τους groove και συνεργάζονται αρμονικά με το μεστό κι ανέμελο μπάσο, το οποίο επενδύει με αναιμικές funk πινελιές, αλλά και με έντονα fuzz στοιχεία το νέο άλμπουμ των Ponamero Sundown, οι οποίοι όλα δείχνουν ότι επιστρέφουν αγριεμένοι στα heavy δρώμενα.
 
Ο κάμποσος χρόνος αποχής των Ponamero Sundown από το heavy προσκήνιο φαίνεται ότι δεν τους επηρέασε διότι όπως μαρτυρά το εξόχως απολαυστικό Veddesta μες από τα εκρηκτικά stoner κομμάτια του, ο συνθετικός κι εκτελεστικός τους οίστρος υπηρετεί σωστά και με περισσή μαεστρία κι απαράμιλλη δεξιοτεχνία την αχαλίνωτη έμπνευση και το αγνό rock μεράκι τους.
 
Εν ολίγοις, το ιδιαιτέρως χορταστικό Veddesta θαρρώ ότι αποτελεί έναν συναρπαστικό heavy rock δίσκο, καθώς τα γεμάτα stoner ενέργεια κομμάτια του ξεχειλίζουν αδρεναλίνη και καθιστούν ευοίωνο το μέλλον στον ευρύτερο hard rock ήχο των Ponamero Sundown, τα ψήγματα grunge και desert μαγείας των οποίων, απογειώνουν την ανόθευτη αγάπη τους για το fuzz rock. Έξοχο.
 
Ponamero Sundown: Bandcamp / Facebook
Transubstans Records: Official Website
 

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Reptile Master - In The Light Of A Sinking Sun

 
Οι ταλαντούχοι Reptile Master σχηματίστηκαν στο Τρόμσο του Νορβηγικού Βορρά πριν από έναν χρόνο περίπου κι απαρτίζονται από πέντε ιδιαιτέρως έμπειρους μουσικούς, οι οποίοι στα τέλη του τρέχοντος μήνα πρόκειται να κυκλοφορήσουν δια μέσω της συμπατριώτισσας τους Blues For The Red Sun Records την δεύτερη δουλειά τους, μα πρώτη με full length μορφή.
 
Το εν λόγω άλμπουμ φέρει τον τίτλο In The Light Of A Sinking Sun και περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 38 λεπτών, ενώ συνοδεύεται από ένα εξόχως ταιριαστό με την μουσική και τους σκοτεινούς του στίχους artwork και διακρίνεται για την δυναμική παραγωγή του, που απογειώνει την έμφυτη αγριάδα και την ευωδία heavy πυρίτιδας των συνθέσεων του.
 
Ο σχεδόν ανεπαίσθητος crust καπνός, που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του χορταστικού In The Light Of A Sinking Sun, αναδεικνύει υπέροχα τα πρωτόγονα sludge ηχοχρώματα του και κολακεύει συνάμα τον αρχέγονο και σκαιό doom χαρακτήρα των Reptile Master, καθιστώντας έτσι εξαιρετικά εθιστικές τις ορμητικές και συγχρόνως νωχελικές τους δηλητηριώδεις μελωδίες.
 
Τα δυναμικά ντραμς επενδύουν με το τραχύ τους groove το τελικό σύνολο και σιγοντάρουν έτσι περίφημα το μεστό μπάσο των Reptile Master, που με τον παραμορφωμένο του όγκο γεμίζει το In The Light Of A Sinking Sun, το οποίο χρωστάει τα νοσηρά του black ψήγματα στα ζοφερά leads και solos, που με περισσή μαεστρία ξερνούν οι δυο ρωμαλέες κι άκρως αιχμηρές κιθάρες.
 
Η σχιστή brutal φωνή των Reptile Master εμπλουτίζει με crust αναθυμιάσεις το θελκτικό sludge ταμπεραμέντο τους και βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την αρρωστημένη heavy ατμόσφαιρα των riffs από τις κιθάρες, οι οποίες βυθίζουν το In The Light Of A Sinking Sun, άλλοτε σε ανήλιαγα doom σοκάκια βάναυσης γοητείας κι άλλοτε σε αχνά κι αβυσσαλέα stoner ηχοτοπία.
 
Εν ολίγοις, το εξόχως απολαυστικό In The Light Of A Sinking Sun αποτελεί έναν εξαίρετο ντεμπούτο δίσκο για τους άκρως ελπιδοφόρους και πολλά υποσχόμενους Reptile Master, καθώς το τερατώδες του εκτόπισμα σφιχταγκαλιάζει την απόκοσμη ομορφιά του κι έτσι μας χαρίζει μερικές ιδιαιτέρως μεθυστικές κι extreme στιγμές ακραίας heavy σαγήνης. Ακαταμάχητο.
 
Reptile Master: Official Blog / Facebook
Blues For The Red Sun Records: Facebook