Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Spaceslug - Lemanis

 
Μια τρομερά ταλαντούχα μπάντα σχηματίστηκε στην Πολωνία το καλοκαίρι του 2015 από τρεις έξοχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Bartozs Janik στην κιθάρα, τον Jan Rutka στο μπάσο και τον Kamil Zlolkowski στα ντραμς, οι οποίοι μοιράζονται και τα φωνητικά, υπό το πραγματικά υπέροχο κι εμπνευσμένο όνομα Spaceslug, η οποία στις αρχές του περασμένου Φεβρουαρίου κυκλοφόρησε το Lemanis, που αποτελεί την παρθενική της full length δουλειά.
 
Περίπου 44 λεπτά διαρκούν συνολικά τα 7 κομμάτια, που περιέχει το εξαίρετο Lemanis, το οποίο ξεχωρίζει για την ηχητική του θέρμη, που οφείλεται στην αναλογικής αύρας παραγωγή του, ενώ διακρίνεται για το φανταστικό του artwork, που μας βάζει για τα καλά στο αρκούντως heavy και περιπετειώδες κλίμα των Spaceslug, οι οποίοι μας ταξιδεύουν στην doom ψυχεδέλεια μες από πολύχρωμα stoner σοκάκια και space μονοπάτια πασπαλισμένα με desert καταχνιά.
 
Βαριά riffs, άλλοτε σε παλιακό doom rock μοτίβο κι άλλοτε στολισμένα με σύγχρονα stoner ηχοχρώματα εναλλάσσονται επιτυχώς στο Lemanis και δημιουργούν ένα συμπαγές heavy rock πλέγμα γύρω από το οποίο ελίσσονται με τρόπο γαλήνιο τα μεθυστικά leads των Spaceslug, καθώς και τα εθιστικά τους solos, αμφότερα εκ των οποίων είναι τυλιγμένα με heavy psych αγκάθια, τα οποία αγκαλιάζουν σφιχτά τα desert αισθητικής στολίδια της space τους ευωδίας.
 
Φωνητικά καθαρά και βυθισμένα σχετικά πίσω στη μίξη του Lemanis πλαισιώνουν υπέροχα με το ξεθωριασμένο τους γρέζι και την αχνή βραχνάδα της χροιά τους, τόσο το θολό stoner ύφος των Spaceslug, όσο και τις αχανείς περιπλανήσεις τους μες τους απέραντους space βάλτους, ενώ πολύ σημαντικά στην ομαλή ροή του ντεμπούτο δίσκου τους είναι και τα διακριτικά samples φωνητικών, που συμβάλουν στην ηχητική ποικιλία του με τις αχνές τους occult αναθυμιάσεις.
 
Δυναμικά είναι τα ρωμαλέα ντραμς των Spaceslug, που διανθίζουν αρμονικά τα κομμάτια τους με το ράθυμο τους groove και συνθέτουν συνάμα ένα ιδιαιτέρως στιβαρό και συμπαγές rythm section με το μεστό τους μπάσο, το οποίο είναι ποτισμένο με fuzz δηλητήριο, ενώ η μεταξύ τους αρμονική συνεργασία έχει ως απόρροια το εξόχως απολαυστικό κι άκρως χορταστικό Lemanis να εκπέμπει μια σχεδόν αβάσταχτης γοητείας heavy rock ζεστασιά, που ζαλίζει τις αισθήσεις.
 
Συνθετικός κι εκτελεστικός οίστρος, καθώς κι αχαλίνωτη έμπνευση κι ατίθαση φαντασία υπακούν σχεδόν τυφλά στο περίσσιο ταλέντο των εξαιρετικών Spaceslug, το δέσιμο των οποίων είναι επιεικώς απαράμιλλο κι αυτό φαίνεται στο θαυμάσιο Lemanis, που ξεχειλίζει heavy ποιότητα σε κάθε του νότα χάρη στο ατόφιο stoner μεράκι και το αυθεντικό doom χάρισμα των δημιουργών του, οι οποίοι έχουν μια έμφυτη κλίση προς την σπάνιας ομορφιάς κι εξόχως heavy ψυχεδέλεια.
 
Κάτι μου λέει ότι οι τρομακτικά ελπιδοφόροι και υπερβολικά πολλά υποσχόμενοι Spaceslug θα κυριαρχήσουν στις πιο ατμοσφαιρικές κι οπιούχες stoner/doom εσχατιές, καθώς αν κρίνω από το παραμυθένιο κι αβυσσαλέα σαγηνευτικό Lemanis, που με περισσή ευκολία αποτυπώνει την δική τους μοναδική μουσική ταυτότητα στον όχι και τόσο μικρό heavy χάρτη του σήμερα, έχουν όλα τα φόντα για να καθιερωθούν ως ένα από τα μεγαθήρια της χαμηλά κουρδισμένης μουσικής.
 
Τέλος, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια λένε και στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτό ισχύει στον υπερθετικό βαθμό, μιας και οι λέξεις δεν είναι αρκετές για κολακέψουν όσο του αξίζει και για να περιγράψουν έστω και υποτυπωδώς το συναρπαστικό Lemanis, το οποίο μοιάζει με το πικ μιας ήδη φτασμένης μπάντας και όχι με τον πρώτο δίσκο ενός νέου συγκροτήματος κι αυτό θαρρώ, πως λέει πολλά για τους εξαίρετους Spaceslug και το μουσικό τους χάρισμα. Φαντασμαγορικό.
 
Spaceslug: Bandcamp / Facebook
 

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Beastmaker - Lusus Naturae

 
Αφού πρώτα μας δείξανε τα δόντια τους μες από το μαγευτικό τους EP, λίγους μήνες αργότερα οι άκρως ταλαντούχοι και ραγδαίως ανερχόμενοι Beastmaker, που σχηματίστηκαν στο Φρέσνο της Καλιφόρνια το 2014 από τον John Michael Tucker στο μπάσο, τον Trevor William Church σε κιθάρα και φωνή και τον Andres Alejandro Saldade IV στα ντραμς, επιβεβαιώνουν με τον πλέον πειστικό τρόπο το πλούσιο ταλέντο τους μες από το παρθενικό τους full length πόνημα.
 
Και πως αλλιώς να γίνει όταν ο πρώτος τους δίσκος, που βγήκε υπό τον τίτλο Lusus Naturae από την εκλεκτική Rise Above Records, ξεχειλίζει doom ποιότητα και στάζει acid μεράκι σε κάθε νότα του, μιας και οι πολλά υποσχόμενοι Beastmaker έχουν διανθίσει τα δώδεκα κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 46 λεπτών με οπιούχες stoner αναθυμιάσεις κι έντονες NWOBHM πινελιές, που καθιστούν άκρως απολαυστική την αχνής horror αισθητικής occult του ψυχεδέλεια.
 
Ιδιαίτερης μνείας όμως αξίζει η αναλογικής νοοτροπίας παραγωγή του Lusus Naturae, την οποία με περισσή μαεστρία και δεξιοτεχνία επιμελήθηκαν οι ίδιοι οι Beastmaker, χαρίζοντας έτσι μια γήινη κι οργανική ευωδία στις απόκοσμα όμορφες συνθέσεις τους, οι σκοτεινοί στίχοι και η γενικότερη αισθητική των οποίων έχουν αντλήσει την αιματοβαμμένη τους έμπνευση από παλιές slasher ύφους και horror θεματικής ταινίες, όπως άλλωστε μαρτυρά και το έξοχο artwork.
 
Φωνητικά καθαρά με ισχνό γρέζι να σκεπάζει το ράθυμο πάθος τους ερμηνεύουν με περισσή θεατρικότητα ματωμένες ιστορίες εντείνοντας έτσι την αβυσσαλέα occult ψυχεδέλεια του άρτιου Lusus Naturae, η οποία οφείλει στην λάγνα κιθάρα των Beastmaker, τόσο τα στιβαρά της riffs, που κινούνται συνήθως σε διαβολικής γοητείας doom rock μονοπάτια, όσο και τα εθιστικά της leads και solos, που φέρουν στο πετσί τους μια μεθυστική και διακριτική συνάμα acid αύρα.
 
Όμως πολύ σημαντικό στην ηχητική ποικιλία και στην ομαλή ροή του Lusus Naturae είναι και το μεστό μπάσο, που με τον σκαιό χαρακτήρα του ποτίζει με fuzz δηλητήριο τις κλασσικής metal υφής ατασθαλίες των Beastmaker, ενώ τα δυναμικά τους ντραμς εντυπωσιάζουν με την τεχνική τους αρτιότητα και πασπαλίζουν με stoner σκόνη τις βαριές heavy psych αποχρώσεις τους, οι οποίες απογειώνουν αμφότερα τα παραδοσιακά doom ηχοχρώματα και το rock τους τσαγανό.
 
Χειμαρρώδες groove αλλοτινών ηχητικών εποχών ενισχύει το ήδη σχεδόν εκρηκτικό heavy μοτίβο του Lusus Naturae και ωθεί σε traditional doom ακολασίες τα περιπετειώδη κομμάτια του, τα οποία χρωστούν στους άκρως ελπιδοφόρους Beastmaker και την φρικιαστικά θελκτική φαντασία τους, τόσο την αμαρτωλά σαγηνευτική stoner ευωδία τους, όσο και τα προκλητικής ομορφιάς occult στοιχεία τους, που καθιστούν ακαταμάχητα τα εγγενή τους psych αρώματα.
 
Εξαιρετικά χορταστικό είναι το εφιαλτικά θελκτικό Lusus Naturae, που μας παρουσιάζει με τρόπο πειστικό τον συνθετικό οίστρο και την εκτελεστική δεινότητα των δημιουργών του, ενώ χάρη στην αχαλίνωτη έμπνευση τους, που με στρατιωτική πειθαρχία υπακούει στις προσταγές του τεράστιου μουσικού τους ταλέντου, προσφέρει απλόχερα στους Beastmaker την δική τους heavy και μοναδική μουσική ταυτότητα κι αυτό είναι εξόχως σημαντικό για μια τόσο νέα μπάντα.
 
Συμπερασματικά λοιπόν, έχω την εντύπωση ότι οι άκρως ελπιδοφόροι και φοβεροί Beastmaker πρόκειται να κυριαρχήσουν στον occult αισθητικής heavy χώρο, καθώς κρίνοντας από την doom ακολασία και το acid rock μακελειό, που λαμβάνει χώρα στο επιεικώς θαυμάσιο Lusus Naturae, είμαι σχεδόν σίγουρος, ότι ο heavy psych ήχος δεν υπήρξε ποτέ ξανά τόσο μεθυστικά όμορφος κι απροκάλυπτα λάγνος και θελκτικός, όσο είναι σε τούτο το εξαιρετικό άκουσμα. Φανταστικό.
 
Beastmaker: Bandcamp / Facebook
Rise Above Records: Official Website
 

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

AlienTv - Vol.1

 
Χρόνια στο κουρμπέτι έχουν οι προερχόμενοι από την Αθήνα όπου και σχηματίστηκαν αρχικά ως punk μπάντα το 2003 κι άκρως ελπιδοφόροι AlienTv, που απαρτίζονται από τον Άγγελο Σακκέτα στα φωνητικά, τους Μάριο Κασσιανό και Βασίλη Καββαθά στις κιθάρες, τον Νίκο Μανωλίτση στο μπάσο και τον Αντώνη Τσιτσεκλή στα ντραμς, οι οποίοι κυκλοφόρησαν πρόσφατα μέσω της σελίδας τους στο bandcamp την παρθενική τους δουλειά με τίτλο Vol.1.
 
Πέντε κομμάτια συνολικής διάρκειας 27 λεπτών περιέχει το λιτά κι απέριττα τιτλοφορούμενο Vol.1, το artwork του οποίου μας βάζει για τα καλά στο γεμάτο heavy ενέργεια μουσικό του κλίμα με την υφέρπουσα rock ψυχεδέλεια του, ενώ ειδικής μνείας θαρρώ, πως αξίζει η εξαιρετική του παραγωγή, που κολακεύει με την δυναμική κι ασθενική της συνάμα punk αύρα τα εκρηκτικά κομμάτια των AlienTv, που διακρίνονται για την ιδιαιτέρως αγριεμένη τους stoner αδρεναλίνη.
 
Ρωμαλέα riffs άλλοτε σε στιβαρό stoner ύφος κι άλλοτε με ισχυρές southern πινελιές και metal αιχμές ξεχύνονται συνεχώς μες από τις κιθάρες των AlienTv, οι οποίες πασπαλίζουν με αχνά και σχεδόν ανεπαίσθητα funk ψήγματα το τελικό μουσικό σύνολο, το οποίο χρωστά στα γεμάτα γρέζι και βραχνάδα φωνητικά την αρχέγονη και βαριά heavy rock αισθητική του, μιας και αυτά είναι που διανθίζουν επιτυχώς το Vol.1 με το πρωτόγονο και φλογερό hard rock τους πάθος.
 
Συμπαγές είναι το μεστό rythm section των AlienTv, που απαρτίζεται από τα σπινθηροβόλα τους ντραμς και το σπιρτόζικο τους groove, καθώς κι από το σκεπασμένο με ψιλή fuzz σκόνη μπάσο τους, που χαρίζει βάθος κι όγκο στο έξοχο Vol. 1, το οποίο μας παρουσιάζει με τρόπο εύγλωττο κι άκρως διασκεδαστικό το rock ταλέντο και το ατόφιο heavy μεράκι των δημιουργών του, μιας και δίχως να μας δείχνει κάτι το ρηξικέλευθο, εντούτοις ευωδιάζει stoner φρεσκάδα.
 
Κοφτερό είναι το λεπτό metal υπόστρωμα του Vol. 1, που σε συνδυασμό με την ευωδία punk πυρίτιδας των AlienTv, συμβάλει σημαντικά στην εύφλεκτη ατμόσφαιρα του παρθενικού τους πονήματος, μιας και αναδεικνύουν φανταστικά την διακριτική κι αρκούντως heavy ψυχεδέλεια τους, η οποία πλαισιώνει περίφημα την έμφυτη stoner σπιρτάδα τους κι απογειώνει τον σκαιό τους hard rock χαρακτήρα και το τραχύ τους και southern αύρας heavy rock ταμπεραμέντο.
 
Τέλος, το άκρως χορταστικό, παρά το σχετικά μικρό του δέμας, Vol. 1, μαρτυρά σε όλο τους το μεγαλείο τον συνθετικό οίστρο και την εκτελεστική δεινότητα των πολλά υποσχόμενων AlienTv, που με οδηγό την ατίθαση φαντασία και την αγριεμένη rock έμπνευση τους, μας ταξιδεύουν σε σύγχρονα heavy ηχοτοπία μες από το παλιακό stoner υπόβαθρο τους, το οποίο ζέχνει hard rock ευφορία χάρη στον άκρατο fuzz δυναμισμό και το σκαιό τους heavy rock τσαγανό. Εξαιρετικό.
 
AlienTv: Bandcamp / Facebook
 

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Blood Ceremony - Lord Of Misrule

 
Από το Τορόντο του Οντάριο του Καναδά προέρχονται οι σχηματισμένοι το 2006 και τρομερά ταλαντούχοι Blood Ceremony, που απαρτίζονται από τον Sean Kennedy στην κιθάρα, τον Lucas Gadke στο μπάσο, τον Michael Carrillo στα ντραμς και από την Alia O'Brien σε φωνή, φλάουτο, mellotron κι όργανο, οι οποίοι πρόσφατα κυκλοφόρησαν δια μέσω της φημισμένης Rise Above Records το νέο και ως τώρα συνολικά τέταρτο full length τους άλμπουμ.
 
Κάτι παραπάνω από 44 λεπτά είναι η συνολική διάρκεια των εννέα μαγευτικών συνθέσεων, που περιέχει το περί ου ο λόγος, Lord Of Misrule, το οποίο πλαισιώνεται από ένα υπέροχα σκοτεινό artwork, που κολακεύει τις αχνές horror αναθυμιάσεις του και ξεχωρίζει για την αναλογικής υφής παραγωγή του, που απογειώνει τα νέα κομμάτια των Blood Ceremony, χάρη στην retro αύρας φρεσκάδα και την vintage ηχητική δροσιά, που διακρίνει την έμφυτη της folk σπιρτάδα.
 
Ηλεκτρισμένες κι ακουστικές μελωδίες υφαίνει με περισσή μαεστρία η κιθάρα κι εντείνει έτσι την ήδη κυρίαρχη folk αισθητική του Lord Of Misrule, το οποίο χρωστά το ξεθωριασμένο του doom rock μοτίβο και το ισχνό hard rock άρωμα, που διαπερνά τις αχνές του progressive ατασθαλίες, στα δυναμικά της riffs, ενώ μαζί με το άκρως στιβαρό rythm section των Blood Ceremony, ενισχύει σημαντικά την acid ευωδία τους, χάρη και στους περιπετειώδεις της ρυθμούς.
 
Συμπαγής είναι ο χαρακτήρας του εξόχως χορταστικού Lord Of Misrule, καθώς τα δυναμικά ντραμς το πασπαλίζουν αρμονικά με περισσή groove ενέργεια και μικρές blues σπίθες, ενώ το μεστό μπάσο των Blood Ceremony, χάρη στην αχνή του fuzz ιδιοσυγκρασία και στα διαβολικής γοητείας folk ξωτικά, που χορεύουν επάνω στις χορδές του, συμβάλει σημαντικά στην ομαλή ροή του νέου τους πονήματος και στην πλούσια κι άκρως απολαυστική του rock ποικιλία.
 
Όμως, χωρίς τα παθιασμένα κι αιθέρια φωνητικά των Blood Ceremony, που με την αέρινη χροιά τους προσθέτουν τεράστιες ποσότητες hippie γοητείας στα νέα του κομμάτια, το εξαίρετο Lord Of Misrule δεν θα ήταν το ίδιο σαγηνευτικό, καθώς αυτά σε συνδυασμό με την έμφυτη retro αύρα του mellotron, την απαράμιλλη folk σαγήνη από το φλάουτο και την occult ψυχεδέλεια του οργάνου, καθιστούν ανείπωτα όμορφη την αβυσσαλέα και παραμυθένια του heavy υφή.
 
Νεράιδες κι αλλόκοτα πλάσματα ζουν στα πολύχρωμα folk λιβάδια του Lord Of Misrule και χορεύουν ασύστολα στους ισχνούς κι απαλής progressive ευωδίας doom rock ρυθμούς του, ενώ χάρη στον συνθετικό κι εκτελεστικό οίστρο των Blood Ceremony, που μαζί με το σφιχτό δέσιμο και την αχαλίνωτη έμπνευση τους, πλέκουν αμαρτωλά θελκτικές κι αρκούντως heavy μελωδίες, οι οποίες σκλαβώνουν αισθήσεις και μυαλό με τα δηλητηριώδη τους acid pop θέλγητρα.
 
Εν αντιθέσει με τις προηγούμενες δουλειές τους οι φοβεροί Blood Ceremony στο ιδιαιτέρως συναρπαστικό Lord Of Misrule έχουν δώσει προτεραιότητα στην εγγενή τους folk φύση κι έτσι μοιραία έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο η doom rock νοοτροπία τους, δίχως αυτό να σημαίνει όμως, πως έχουν απωλέσει το βαρύ τους εκτόπισμα, καθώς τα blues ρινίσματα του ποτισμένου με acid rock νέκταρ progressive αρώματος τους, απογειώνουν το πυκνό του heavy μπρίο.
 
Με λίγα λόγια, το επιεικώς φανταστικό Lord Of Misrule, θαρρώ, πως αποτελεί το πιο ποιοτικό και συνάμα το πλέον σκοτεινό και δροσερό άκουσμα στην έως τώρα πορεία των εξαιρετικών Blood Ceremony στα slasher αύρας heavy σοκάκια του πρωτόγονου folk ήχου, μιας και οι διακριτικές του acid πινελιές με το διάφανο doom rock τσαγανό και τα ευαίσθητα prog ψήγματα του, καθιστούν ονειρική την horror αποχρώσεων occult ψυχεδέλεια του. Φαντασμαγορικό.
 
Blood Ceremony: Facebook
Rise Above Records: Official Website
 

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Merchant - Suzerain

 
Βάση των ανερχόμενων Merchant αποτελεί η Μελβούρνη της Αυστραλίας όπου και στα τέλη του 2014 σχηματίστηκαν από τέσσερις έξοχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Mirgy στη φωνή, τον Ben στην κιθάρα, τον Wilson στο μπάσο και τον Nick στα ντραμς, που τούτες τις μέρες κυκλοφορούν σε digital μονάχα προς το παρόν μορφή το παρθενικό τους άλμπουμ.
 
Μόλις τέσσερα κομμάτια συνολικής όμως διάρκειας περίπου 50 λεπτών περιέχει το περί ου ο λόγος εξαιρετικά χορταστικό Suzerain, το οποίο μας παρουσιάζει μες από την πνιγμένη του στην παραμόρφωση διαύγεια το σκυθρωπό κι αγριεμένο heavy ταμπεραμέντο των Merchant, μιας και μας βυθίζει σε ανήλιαγα και μουντά doom σοκάκια και σε τοξικούς sludge βάλτους.
 
Ιδιαιτέρως ατμοσφαιρικό και σκοτεινό είναι το επιεικώς πανέμορφο artwork του Suzerain, το οποίο μας βάζει για τα καλά στο μουσικό κλίμα των Merchant με την υφέρπουσα κι άκρως δηλητηριώδη του μελαγχολία, καθώς τα ισχνά stoner ψήγματα τους, καθιστούν εξόχως ορμητικά τα υπέρβαρα sludge στοιχεία τους κι απογειώνουν έτσι το βορβορώδες τους doom τσαγανό.
 
Αβυσσαλέα riffs, άλλοτε σε μονολιθικό doom ύφος κι άλλοτε με κοφτερές sludge αιχμές, που τονίζουν υπέροχα τα σχεδόν ανεπαίσθητα black ρινίσματα των Merchant, ξερνάει συνεχώς η βαφτισμένη σε βρώμικα κι οπιούχα fuzz ύδατα κιθάρα τους, η οποία με τα διακριτικά της solos και τα εθιστικά της leads πασπαλίζει το έξοχο Suzerain με σκόνη λυσσαλέας funeral αύρας.
 
Πόνο, μανία κι οργή μαρτυρούν αμφότερα τα σχιστά brutal φωνητικά και τα σχεδόν ψιθυριστά ουρλιαχτά των Merchant, εντείνοντας έτσι την φρικιαστικά θελκτική death ευωδία, που καλύπτει το ξεθωριασμένο τους κι αργόσυρτο extreme metal άρωμα, το οποίο χάρη στο στιβαρό τους και δυναμικό rythm section καθιστά συμπαγή την υπέρ του δέοντος heavy μορφή του Suzerain.
 
Ηλεκτρισμένη fuzz λάσπη εκτοξεύει το τραχύ και μεστό μπάσο στα νοσηρής γοητείας κομμάτια του Suzerain και συμβάλει έτσι σημαντικά στην σχεδόν αποπνικτική και ιδιαιτέρως πυκνή του sludge ατμόσφαιρα, ενώ τα ρωμαλέα ντραμς των Merchant ενισχύουν με το σκαιό τους groove τις black δυσωδίας αιχμές τους, φωτίζοντας παράλληλα τα μολυσμένα τους doom ηχοτοπία.
 
Όμως ειδική μνεία θαρρώ, πως αξίζει η παχιά και υφέρπουσα sludge ψυχεδέλεια του Suzerain, μιας και συμβάλει τα μέγιστα στο να χαράξουν οι εξόχως ταλαντούχοι Merchant την δική τους μοναδική heavy ταυτότητα και συγχρόνως εντείνει την ήδη πλούσια ηχητική ποικιλία του πρώτου τους full length πονήματος, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα μάλλον διάφανα τους post ρινίσματα.
 
Σκληρά και βάναυσα είναι σχεδόν αμφότερα τα μελωδικά και τα αργόσυρτα extreme metal σημεία του Suzerain, που χρωστά στην εκτελεστική δεινότητα και τον συνθετικό οίστρο των Merchant, την διαβολικά σαγηνευτική sludge ομορφιά του, ενώ η αρρωστημένη τους φαντασία και η ερεβώδη τους έμπνευση, του χαρίζουν θαμπά blackened doom στολίδια noise γοητείας.
 
Τεραστίου heavy εκτοπίσματος είναι τα κομμάτια στο ντεμπούτο των Merchant, μιας και τούτοι οι τύποι έχουν επιτυχώς εμποτίσει την αμαρτωλά σαγηνευτική sludge ψυχεδέλεια τους με ακραία doom αρώματα χαμηλά κουρδισμένης υφής, σκεπάζοντας έτσι το υπέροχο Suzerain με βίαιες space σκιές, που κολακεύουν τα black ξεσπάσματα και τα noise αύρας funeral φτιασίδια τους.
 
Εν ολίγοις, το φανταστικό Suzerain από τους πολλά υποσχόμενους Merchant στάζει ποιότητα και μαρτυρά το μεράκι και το ταλέντο τους με τον πλέον πειστικό τρόπο, μιας και θαρρώ, πως ποτέ ξανά δεν υπήρξε η βαριά κι ακραία sludge ψυχεδέλεια και η κοφτερή doom θλίψη black ευωδίας τόσο αβάσταχτα γοητευτική όσο είναι σε τούτο το σκληρό και θολό διαμάντι. Υπέροχο.
 
Merchant: Bandcamp / Facebook
 

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Goya - The Enemy

 
Μια εξαιρετική μπάντα σχηματίστηκε το 2011 στο Φοίνιξ της Αριζόνα από τους Jeff Owens σε κιθάρα και φωνή, Nick Lose στα ντραμς και Ben Clarkson στο μπάσο υπό το όνομα Goya, η οποία εάν κρίνω κι από την αφορμή για τούτες τις γραμμές, που δεν είναι άλλη από το νέο της EP με τίτλο The Enemy, τείνει να γίνει συνώνυμο με τις πιο βαριές εκφάνσεις του heavy ήχου.
 
Κι αυτό διότι στα μόλις τέσσερα κομμάτια συνολικής διάρκειας 24 λεπτών, δυο εκ των οποίων είναι στην ουσία η ίδια σύνθεση σε διαφορετική εκδοχή, που περιέχει το The Enemy, οι τρομερά ταλαντούχοι κι άκρως ανερχόμενοι Goya μας ταξιδεύουν σε horror αισθητικής occult ηχοτοπία μες από το πάντοτε υπέρβαρο και με ισχυρές stoner αποχρώσεις doom rock τους υπόβαθρο.
 
Ανάλαφρες metal αιχμές πλαισιώνουν φανταστικά το λυσεργικό κι ορμητικό συνάμα stoner ύφος της κιθάρας των Goya, η οποία άλλοτε υφαίνει θηριώδη riffs με δυνατή doom ευωδία κι άλλοτε πλέκει leads και solos με ισχυρό horror άρωμα και χάρη στο σκοτεινό artwork του The Enemy και τους αχνής slasher αύρας στίχους του, εντείνουν τις ήδη πυκνές του occult αναθυμιάσεις.
 
Ιδιαιτέρως fuzz είναι ο χαρακτήρας της κιθάρας, αλλά το ίδιο ισχύει και για μεστό μπάσο των Goya, που χάρη στον όγκο και το ηχητικό του βάθος, χαρίζει οργανική υφή στα νέα κομμάτια τους και συνάμα συνθέτει ένα ιδιαιτέρως συμπαγές rythm section με τα στιβαρά τους ντραμς, που προσφέρουν στο έξοχο The Enemy γενναίες ποσότητες αργόσυρτης groove αδρεναλίνης.
 
Ηλεκτρισμένες είναι οι παραδοσιακές doom metal μελωδίες του The Enemy, που χάρη στο πλούσιο ταλέντο των Goya είναι επιτυχώς διανθισμένες με σύγχρονα stoner στολίδια και με ξεθωριασμένες acid rock πινελιές, που σε συνδυασμό με το έμφυτο γρέζι και τη βραχνάδα της φωνής τους, εντείνουν στο έσχατο χρονικά τους πόνημα την υφέρπουσα του occult ψυχεδέλεια.
 
Βαριά κι εξαιρετικά χορταστικά παρά το σχετικά μικρό τους δέμας είναι τα νέα κομμάτια από τους Goya, τα οποία ξεχωρίζουν για την αιματοβαμμένη τους αισθητική και την εκρηκτική τους όσο και ράθυμη doom ενέργεια, που μαζί με το σπιρτόζικο stoner ταμπεραμέντο τους βυθίζουν σε αχνής sludge ευωδίας heavy βάλτους το διασκεδαστικό κι άκρως απολαυστικό The Enemy.
 
Πιο σκοτεινή από ποτέ και όπως πάντα εξόχως ρωμαλέα είναι η τεραστίου εκτοπίσματος και δηλητηριώδης μουσική των Goya στο εξαιρετικό The Enemy, το οποίο παρουσιάζει με τρόπο εύγλωττο την εξέλιξη του στυλ τους, μιας και τα λυσσαλέα τους doom ηχοχρώματα εδώ είναι στολισμένα με stoner αποχρώσεις και αναδύουν συνάμα retro υφής, πυκνές occult μυρωδιές.
 
Εν ολίγοις, εάν οι σχεδόν ανεπαίσθητες acid rock πινελιές, που αγκαλιάζουν σφιχτά την stoner σπιρτάδα και τις σπινθηροβόλες occult εσχατιές της doom μουσικής είναι αυτό, που γουστάρετε στον αβυσσαλέο heavy ήχο, τότε το φανταστικό The Enemy από τους πολλά υποσχόμενους Goya αποτελεί μια εξαιρετικά σαγηνευτική και όμορφη επιλογή για εσάς. Γλυκό σαν αμαρτία.
 
 

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Valley Of The Sun - Volume Rock

 
Από το Σινσινάτι του Οχάιο, όπου και σχηματίστηκαν το 2010, προέρχονται οι σταθερά ανερχόμενοι κι άκρως ταλαντούχοι Valley Of The Sun, που απαρτίζονται από τον Ryan Ferrier σε κιθάρα και φωνή, τον Aaron Boyer στα ντραμς, τον Ringo Jones στο μπάσο και τον Adam Flaig στην κιθάρα, οι οποίοι στα τέλη του τρέχοντος μήνα πρόκειται να κυκλοφορήσουν δια μέσω της έξοχης Fuzzorama Records τη νέα τους full length δουλειά με τίτλο Volume Rock.
 
Περίπου 40 λεπτά διαρκούν συνολικά τα εννέα κομμάτια του εύφλεκτου Volume Rock, το οποίο διακρίνεται για την αψεγάδιαστη κι άκρως δυναμική παραγωγή του, καθώς και για το λιτό και συνάμα εύγλωττο artwork του, που κολακεύει τον σπιρτόζικο και ξεσηκωτικό χαρακτήρα των Valley Of The Sun, οι οποίοι εδώ μας παρουσιάζουν σε συνδυασμό με την αστείρευτη φαντασία κι έμπνευση τους, τόσο τον έξαλλο συνθετικό οίστρο, όσο και την εκτελεστική τους δεινότητα.
 
Ρυθμοί εκρηκτικοί σε καθαρό stoner ύφος και riffs με αγνό κι ατόφιο hard rock ταμπεραμέντο ξεχύνονται από τις κιθάρες των Valley Of The Sun και μας ταξιδεύουν σε ηλιοκαμένα heavy rock μονοπάτια με πυξίδα την ατίθαση fuzz ευωδία τους, ενώ τα γλυκά κι εθιστικά leads και solos τους, άλλοτε πασπαλίζουν αρμονικά το Volume Rock με αχνά και σχεδόν ανεπαίσθητα grunge ηχοχρώματα κι άλλοτε το διανθίζουν με ισχυρές και δηλητηριώδεις desert αποχρώσεις.
 
Ιδιαιτέρως ηλεκτρισμένη είναι η ατμόσφαιρα στο συναρπαστικό Volume Rock και σε αυτό συμβάλουν σημαντικά τα ρωμαλέα ντραμς με την σκαιή τους groove αδρεναλίνη και το μάλλον διακριτικό blues άρωμα της αχαλίνωτης ενέργειας τους, ενώ σημαντικό ρόλο στην ομαλή ροή και στην συμπαγή και στιβαρή του υφή παίζει και το μεστό μπάσο από τους Valley Of The Sun, που με τον όγκο του χαρίζει το απαραίτητο ηχητικό βάθος στα νέα τους εκρηκτικά κομμάτια.
 
Γρέζι και αχνή βραχνάδα είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των φωνητικών από τους ελπιδοφόρους Valley Of The Sun, που πλημμυρίζουν με το πάθος και τον αυθορμητισμό τους το νέο τους πόνημα, εντείνοντας έτσι τις αχνές grunge αναθυμιάσεις τους, ενώ το σφιχτό δέσιμο τους παρέα με την έμφυτη σπιρτάδα και το σπινθηροβόλο τους heavy μεράκι καθιστούν άκρως απολαυστικό το υπέροχο Volume Rock, που μεθά τις αισθήσεις με το σκαιής stoner υφής desert του ύφος.
 
Όσοι κι όσες εν ολίγοις, γουστάρετε τον αρχέγονο και παραδοσιακό stoner ήχο και προτιμάτε το rock σας διανθισμένο με hard rock σπίθες και καλυμμένο από πυκνούς desert καπνούς, τότε το εξαίρετο Volume Rock από τους πολλά υποσχόμενους Valley Of The Sun είναι η ενδεδειγμένη επιλογή για εσάς, καθώς οι σχεδόν διάφανες grunge του σκιές ρίχνουν φως στην δυνατή ευωδία fuzz πυρίτιδας, που το διαπερνά κι απογειώνουν έτσι την τραχιά του heavy rock υφή. Εξαίσιο.
 
Valley Of The Sun: Bandcamp / Facebook
Fuzzorama Records: Official Website
 

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Beastwars - The Death Of All Things

 
Για κάποιο περίεργο λόγο δεν είχα ασχοληθεί σοβαρά μέχρι πέρσι το καλοκαίρι με τους Beastwars, οι οποίοι σχηματίστηκαν στη Νέα Ζηλανδία το 2007 από 4 άκρως ταλαντούχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον James Woods στο μπάσο, τον Nathan Hickey στα ντραμς, τον Clayton Anderson στην κιθάρα και τον Matt Hyde στα φωνητικά, μα ευτυχώς έστω και αργά αντιλήφθηκα το αγνό metal ταλέντο και το τεραστίου εκτοπίσματος τους heavy μεράκι.
 
Και λέω ευτυχώς διότι όπως άπαντες θα αντιληφθούν στα τέλη του τρέχοντος μήνα οπότε και θα κυκλοφορήσει το νέο πόνημα τους με τίτλο The Death Of All Things, που θα είναι το τέταρτο συνολικά και τρίτο με full length μορφή, τούτοι εδώ οι τύποι δεν αστειεύονται όσον αφορά τον ήχο τους, μιας κι εδώ οι Beastwars χρησιμοποιούν σε όλο του το μεγαλείο τον συνθετικό τους οίστρο, τον οποίο πλαισιώνουν με την εκτελεστική δεινότητα και την αστείρευτη τους φαντασία.
 
Περίπου 39 λεπτά είναι η συνολική διάρκεια των εννέα κομματιών, που περιέχει το εξαιρετικό The Death Of All Things, το οποίο χρωστά το επιεικώς εκπληκτικό του artwork στο Nick Keller, που με περισσή μαεστρία το φιλοτέχνησε και οφείλει την ογκώδη και θολή διαύγεια της παραγωγής του, τόσο στους Beastwars, που αναμείχθηκαν ενεργά σε αυτή, όσο και στους James Goldsmith, Andrew Schneider και Brad Boatright, που επιμελήθηκαν επιμέρους τομείς.
 
Ιδιαιτέρως κοφτερές κι έντονες είναι οι σκληρές και υπέρβαρες metal αιχμές του χορταστικού The Death Of All Things, το οποίο κλείνει εντυπωσιακά την τριλογία των δημιουργών του με θέμα την Αποκάλυψη και κυρίως τις επιπτώσεις αυτής στην εναπομείνασα ανθρωπότητα, ενώ εξόχως ρωμαλέα είναι τα τραχιά stoner στοιχεία των Beastwars στο νέο τους δίσκο, ο οποίος διακρίνεται για την σκαιή sludge ευωδία και την ισχυρή noise αύρα των doom του αρωμάτων.
 
Αναιμικά και σχεδόν διάφανα folk στοιχεία, που είναι απόρροια της διακριτικής παρουσίας της ακουστικής κιθάρας στο The Death Of All Things, συμβάλουν σημαντικά στην ήδη μεγάλη του μουσική ποικιλία και σε συνδυασμό με το ίσως ανεπαίσθητο φλάουτο φωτίζουν αρμονικά την εύθραυστη πλευρά των Beastwars και αποτυπώνουν με τρόπο σχεδόν ανατριχιαστικό την υφέρπουσα grunge μελαγχολία, που διακρίνει την metal υφή του εξόχως heavy τους μοτίβου.
 
Ηλεκτρισμένες μελωδίες sludge νηνεμίας χαρακτηρίζουν αμφότερα τα leads και τα solos από την κιθάρα των εξαίρετων Beastwars, η οποία άλλοτε σκαρώνει θηριώδη riffs σε μυτερό stoner ύφος κι άλλοτε ισοπεδώνει τα πάντα με τα θυμωμένα doom χνώτα και τους αβυσσαλέους της heavy ρυθμούς, ενώ γρέζι και βραχνάδα είναι τα κύρια χαρακτηριστικά στα εξόχως παθιασμένα φωνητικά του έξοχου The Death Of All Things, είτε αυτά είναι καθαρά είτε έχουν brutal χροιά.
 
Δυναμικό κι εξαιρετικά συμπαγές είναι το στιβαρό rythm section των Beastwars, το οποίο στηρίζεται στο μεστό τους μπάσο και την σκληρή του fuzz ιδιοσυγκρασία και στα δυνατά τους ντραμς, τα οποία πλημμυρίζουν αρμονικά με το χειμαρρώδες τους groove το εκρηκτικό και ιδιαιτέρως απολαυστικό The Death Of All Things, η θλιμμένη doom ευωδία του οποίου, δένει με το έντονο του άρωμα stoner πυρίτιδας κι απογειώνουν έτσι την λυσσαλέα του sludge αύρα.
 
Εν ολίγοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εξόχως βαριά ηχητική δουλειά του ακραίου και συγχρόνως ιδιαιτέρως συναισθηματικού heavy χώρου, μιας και το stoner ταμπεραμέντο των Beastwars σε πλήρη αρμονία με το noise τσαγανό της doom αύρας τους, απογειώνουν σε δυσθεώρητα και σκοτεινά sludge ύψη το φανταστικό The Death Of All Things, το οποίο βρίθει heavy rock ποιότητας κι εθίζει με την πρωτόγονη κι ερεβώδη του metal ειλικρίνεια. Θαυμάσιο.
 
Beastwars: Bandcamp / Facebook
 

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Bright Curse - Before The Shore

 
Από τις στάχτες των εκ Γαλλίας ορμώμενων Soul Manifest σχηματίστηκαν οι πάρα πολλά υποσχόμενοι Bright Curse, που έχουν την βάση τους κάπου στην Αγγλία και που αποτελούν ένα ιδιαιτέρως δυναμικό rock τρίο, μιας και απαρτίζονται από τον Romain Daut σε κιθάρα και φωνή, τον Zacharie Mizzi στα ντραμς και τον Max Ternebring στο μπάσο, οι οποίοι στα μέσα του Μάη πρόκειται να κυκλοφορήσουν δια μέσω της HeviSike Records το νέο τους πόνημα.
 
Τρίτη συνολικά μα πρώτη με full length μορφή δουλειά των Bright Curse θα είναι το περί ου ο λόγος Before The Shore, που περιέχει 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 42 λεπτών, το οποίο διακρίνεται για το παραμυθένιο του artwork και την αναλογικής ευωδίας παραγωγή του, που κολακεύει την αχαλίνωτη vintage αύρα των αρκούντως heavy συνθέσεων του κι αναδεικνύει συνάμα περίφημα και με δεξιοτεχνία το δροσερό άρωμα retro φρεσκάδας, που τις διαπερνά.
 
Ιδιαιτέρως βαριά και στιβαρά είναι τα riffs από την ατίθαση κιθάρα κι άκρως εθιστικά τα μελωδικά της leads, ενώ μεθυσμένα θα μπορούσαν εύκολα να χαρακτηριστούν τα ορμητικά της solos, μιας και το εν λόγω έγχορδο, άλλοτε μας οδηγεί σε τραχιά doom rock ηχοτοπία ισχνής stoner αύρας κι άλλοτε μας ταξιδεύει μες από σκοτεινά prog rock μονοπάτια σε heavy σοκάκια psych γοητείας εκεί όπου οι Bright Curse υφαίνουν με μαεστρία τα blues θέλγητρα του Before The Shore.
 
Πασπαλισμένα με ισχνό grunge υφής γρέζι είναι τα φωνητικά στο χορταστικό και ιδιαιτέρως απολαυστικό Before The Shore και συμβάλουν έτσι στην ηχητική ποικιλία και σπιρτάδα του με το βραχνό κι ατόφιο τους hard rock πάθος, ενώ blues σπίθες εκτοξεύουν σχεδόν ασταμάτητα τα ρωμαλέα ντραμς από τους ανερχόμενους Bright Curse, τα οποία συμβάλουν σημαντικά στην ομαλή ροή του παρθενικού τους άλμπουμ με το σπιρτόζικο και σπινθηροβόλο τους groove.
 
Ηλεκτρισμένη fuzz σκόνη καλύπτει το μεστό μπάσο κι εντείνει την σκαιή rock ψυχεδέλεια του Before The Shore, το οποίο του οφείλει τον αβυσσαλέο του heavy όγκο, ενώ τα διακριτικά πλήκτρα από τους άκρως ελπιδοφόρους Bright Curse, καθιστούν σχεδόν ανάγλυφες τις vintage πινελιές τους, οι οποίες αναδεικνύουν υπέροχα την υφέρπουσα hippie νοοτροπία τους και μαρτυρούν συνάμα το περίσσιο μεράκι και το πλούσιο συνθετικό κι εκτελεστικό τους ταλέντο.
 
Σχεδόν ανεπαίσθητες prog σκιές σκεπάζουν αρμονικά τα blues ψήγματα και την αγνή hard rock δυναμική του συναρπαστικού Before The Shore, που χάρη στην αστείρευτη έμπνευση και την αχαλίνωτη φαντασία των δημιουργών του, ξεχειλίζει rock 'n' roll τσαγανό και βρίθει doom rock σπιρτάδας, ενώ συγχρόνως μαρτυρά το grunge ταμπεραμέντο και τις αχνές stoner ατασθαλίες των Bright Curse, καθιστώντας έτσι σχεδόν ακαταμάχητη την heavy psych τους ιδιοσυγκρασία.
 
Νοσταλγία και παρόν ενώνονται σε σάρκα μια υπό τις ευλογίες των εξαίρετων Bright Curse στο μαγευτικό και όμορφο σαν αμαρτία Before The Shore, τα σχεδόν ανεπαίσθητα occult ρινίσματα του οποίου, με περισσή πειθώ αποτυπώνονται στους στίχου του και σιγοντάρουν έτσι υπέροχα το διαβολικά σαγηνευτικό doom rock υπόβαθρο του, το οποίο χάρη στα stoner ηχοχρώματα και τις πολύ έντονες blues αποχρώσεις του, ζέχνει heavy psych αλητεία κι ευωδιάζει rock πυρίτιδα.
 
Εν ολίγοις, το ντεμπούτο full length από τους εξαιρετικούς Bright Curse ξεχειλίζει rock ποιότητα κι αποτελεί έναν εξαιρετικά τίμιο retro δίσκο, μιας και οι πυκνές doom rock αναθυμιάσεις παρέα με τα στιβαρά blues στοιχεία του, καθιστούν απαράμιλλης ομορφιάς το heavy psych υπόβαθρο του επιεικώς εκπληκτικού Before The Shore και μας προσφέρουν απλόχερα ιδιαιτέρως δυνατές στιγμές stoner ευδαιμονίας και vintage ευτυχίας με το εκρηκτικό heavy ύφος τους. Φανταστικό.
 
Bright Curse: Official Website
HeviSike Records: Official Website
 

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Graves At Sea - The Curse That Is

 
Πονεμένη και βουτηγμένη στην μιζέρια είναι η μακρά ιστορία των Graves At Sea, οι οποίοι αν και σχηματίστηκαν στα μέσα του 2002 μόλις πρόσφατα κυκλοφόρησαν δια μέσω της γνωστής Relapse Records την παρθενική τους full length δουλειά κι αυτό διότι παρά την πολύ πλούσια underground δράση τους οι πολλές αλλαγές στην σύνθεση τους για λόγους ανωτέρας βίας κυρίως παραλίγο να τους διαλύσουν οριστικά, όμως ευτυχώς κάτι τέτοιο τελικά δεν συνέβη.
 
Απόδειξη τρανή αποτελεί το περί ου ο λόγος άλμπουμ με τίτλο The Curse That Is, που θαρρώ, πως έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, ενώ περιέχει οχτώ θηριώδη κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 77 λεπτών, τα οποία είναι ποτισμένα με τα πλέον απάνθρωπα συναισθήματα κι αυτό μάλλον είναι απόρροια των ουκ ολίγων δοκιμασιών, που πέρασαν οι Graves At Sea, μιας και μας παρουσιάζει μες από το νοσηρό κι ερεβώδες του heavy κλίμα το περίσσιο τους ταλέντο.
 
Με τέτοιες δυσκολίες όμως χρειάζεται και μπόλικο μεράκι για να συνεχίσει κάνεις τον δρόμο του κι ευτυχώς εκτός από ικανότητα μουσική και δεξιοτεχνία διαθέτουν αρκετό κι από αυτό οι έξοχοι Graves At Sea, που πλέον απαρτίζονται από τους ιδρυτές τους, Nick Phit και Nathan Misterek σε φωνή και κιθάρα αντίστοιχα, οι οποίοι στο εξαιρετικά χορταστικό κι εξόχως απολαυστικό The Curse That Is πλαισιώνονται από τους Jeff McGarrity σε μπάσο και Bryan Sours σε ντραμς.
 
Ιλιγγιώδης μανία και λύσσα ξεχύνονται σαν χείμαρρος από τα φωνητικά των Graves At Sea, τα οποία παρά την σχεδόν γαλήνια και καθαρή σε στιγμές χροιά τους, συνήθως διακρίνονται για την άλλοτε βορβορώδη κι άλλοτε σχιστή brutal υφή τους, που ερμηνεύει με περισσή πειθώ τους γκρίζους κι απόκοσμα ειλικρινείς στίχους του The Curse That Is, η metal καταχνιά και τα τραχιά σύννεφα heavy ομίχλης, που το καλύπτουν, απογειώνονται από την δυναμική του παραγωγή.
 
Ρωμαλέα και σκαιά doom ηχοχρώματα ενώνονται σε σάρκα μια με τα βάναυσης γοητείας sludge στοιχεία της κιθάρας των Graves At Sea, η οποία μας παρασύρει στα πλέον ανήλιαγα heavy σοκάκια με την ακάνθινη metal ορμή και τα εφιαλτικής ομορφιάς και τερατώδους εκτοπίσματος riffs της, ενώ το εύθραυστο βιολί στολίζει με doom/death αποχρώσεις το The Curse That Is και συνάμα το πασπαλίζει με αναιμικές gothic πινελιές, που απογειώνουν την ηχητική του ποικιλία.
 
Ογκώδες και συμπαγές είναι το στιβαρό rythm section των Graves At Sea, το οποίο χρωστά το βαρύ του sludge άρωμα και στο μεστό τους μπάσο και την αχνή fuzz ιδιοσυγκρασία του, ενώ τα δυνατά τους ντραμς πλημμυρίζουν αρμονικά με το μανιώδες τους groove τις occult αναθυμιάσεις horror αισθητικής, που χαρακτηρίζουν τις αβυσσαλέα heavy συνθέσεις του φρικιαστικά θελκτικού κι αποκρουστικά όμορφου The Curse That Is, καθώς και το πρωτόγονο τους doom υπόβαθρο.
 
Σκιές gothic αμαρτίας απλώνονται πάνω από το μακάβρια σαγηνευτικό The Curse That Is και σκεπάζουν αρμονικά το γεμάτο fuzz πληγές και βυθισμένο σε doom/death βάλτους κουφάρι του, κολακεύοντας παράλληλα το λυσσαλέο και σχεδόν μισάνθρωπο sludge μίσος των ανερχόμενων Graves At Sea, η extreme metal μελαγχολία των οποίων, οφείλει στην σκληρή κι ακραία τους heavy δυσωδία το διανθισμένο με άκρως οδυνηρά κι αιχμηρά doom αγκάθια ταμπεραμέντο της.
 
Εν ολίγοις, πένθιμα κι εξαιρετικά heavy αρώματα αγκαλιάζουν σφιχτά το αποκρουστικά ωραίο και μαγευτικό ντεμπούτο των Graves At Sea, το οποίο μας παρουσιάζει με τρόπο εύγλωττο το πλούσιο ταλέντο τους, μιας και η δηλητηριώδης γοητεία του The Curse That Is υπνωτίζει τις αισθήσεις με τα καταθλιπτικά κι αγωνιώδη της θέλγητρα και καθιστά συναρπαστικό το φρικαλέας ομορφιάς ταξίδι του στα πλέον ανήλιαγα doom σοκάκια του λυσσαλέου sludge ήχου. Ωραιότατο.
 
Graves At Sea: Bandcamp / Facebook
Relapse Records: Official Website
 

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Wo Fat - Midnight Cometh

 
Νομίζω, πως δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις οι ορμώμενοι από το Ντάλας του Τέξας κι άκρως ποιοτικοί Wo Fat, που πήραν σάρκα και οστά το 2003 κι απαρτίζονται από τρεις εξόχως έμπειρους και ικανούς μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Kent Stump σε κιθάρα/φωνή, τον Tim Wilson στο μπάσο και τον Michael Walter στα ντραμς, οι οποίοι τον ερχόμενο Μάη θα κυκλοφορήσουν δια μέσω της ραγδαίως ανερχόμενης Ripple Music τη νέα τους δουλειά.
 
Όπως ακριβώς και οι προηγμένες studio κι όχι μόνο δουλειές τους, έτσι και το επερχόμενο κι έκτο συνολικά full length άλμπουμ των Wo Fat, που τιτλοφορείται Midnight Cometh και περιέχει έξι κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 49 λεπτών, ξεχειλίζει heavy ποιότητα και μαρτυρά μες από τις περιπετειώδεις συνθέσεις του, το απαράμιλλο δέσιμο, την συνθετική κι εκτελεστική δεινότητα, την αστείρευτη έμπνευση και την αχαλίνωτη τους rock φαντασία.
 
Με όπλο την εξαιρετικά ογκώδη και θολή διαύγεια της παραγωγής του, το χορταστικό και σχεδόν αβάσταχτα γοητευτικό Midnight Cometh μας ταξιδεύει μες από space βάλτους σε πολύχρωμα αν και ολίγον τι ξεθωριασμένα doom ηχοτοπία στολισμένα με ορμητικές stoner πινελιές και μας παρουσιάζει την jazz νοοτροπία, που διακρίνει την έμφυτη jam ιδιοσυγκρασία των Wo Fat μες από τις αχνές desert αναθυμιάσεις και την ευωδία southern πυρίτιδας της blues αύρας τους.
 
Αναιμικά metal ιχνοστοιχεία πλαισιώνουν υπέροχα τα rock 'n' roll ψήγματα και την αβυσσαλέα fuzz ευωδία, που διαπερνά τον στιβαρό heavy ήχο των έξοχων Wo Fat, ενώ πάντα παρούσα και ρωμαλέα είναι η υφέρπουσα και συνάμα λυσσαλέα sci-fi ψυχεδέλεια, που διακρίνει το χειμαρρώδες τους rock μοτίβο, το οποίο στο συναρπαστικό Midnight Cometh είναι πιο μεστό και συμπαγές από ποτέ, καθώς οι τρομεροί δημιουργοί του, εδώ είναι ξανά σε τοπ φόρμα.
 
Ρυθμοί με τραχιά doom υφή εναλλάσσονται επιτυχώς με riffs βαριά σε ορμητικό stoner ύφος και χάρη στο πλούσιο ταλέντο των Wo Fat και τον ατίθασο χαρακτήρα της κιθάρα τους, το εξόχως heavy υπόβαθρο τους είναι σωστά διανθισμένο με leads, που ζέχνουν αρχέγονη blues αλητεία και με solos, που μας βυθίζουν στα άδυτα της fuzz ψυχεδέλειας με τα εθιστικά και μεθυστικά τους rock αρώματα, που καθιστούν άκρως απολαυστικό το φανταστικό Midnight Cometh.
 
Ισχνό γρέζι διακρίνει τα καθαρά φωνητικά των Wo Fat, τα οποία εντείνουν με την έμφυτη τους βραχνάδα την ήδη έντονη stoner ευωδία τους και συμβάλουν σημαντικά στην ηχητική ποικιλία τους, ενώ ειδικής μνείας αξίζουν αμφότερα το μπάσο και τα ντραμς, που συγκροτούν ένα σφιχτό rythm section στο Midnight Cometh, κολακεύοντας τα εκρηκτικά του κομμάτια, που χρωστούν στον αυθόρμητο rock αυτοσχεδιασμό των δημιουργών τους, την heavy rock τους σπιρτάδα.
 
Σχεδόν ανεπαίσθητη είναι η αχνή desert σκόνη, που καλύπτει με περισσή μαεστρία την jazz ιδιοσυγκρασία και τις jam ατασθαλίες των Wo Fat, όμως κολακεύει τόσο τα space ψήγματα και τα σχεδόν διάφανα sludge ρινίσματα τους, όσο και τα εύφλεκτα stoner στοιχεία τους, που χάρη στα πρωτόγονα doom ηχοχρώματα του heavy rock τους υποβάθρου, τονίζουν αμφότερες τις blues αποχρώσεις και τις metal αιχμές του Midnight Cometh και της rock του ψυχεδέλειας.
 
Εν ολίγοις, για ακόμη μια φορά οι φοβεροί Wo Fat εντυπωσιάζουν με το έμφυτο heavy ταλέντο και το σπινθηροβόλο τους rock χάρισμα κι έτσι σε συνδυασμό με τα σκληρά blues χνώτα τους, μας προσφέρουν δυνατές στιγμές doom ευδαιμονίας και stoner αδρεναλίνης πασπαλισμένες με fuzz ψυχεδέλεια κι εμποτισμένες με βαθιές jam πινελιές, που καθιστούν σχεδόν ακαταμάχητο το Midnight Cometh κι εδραιώνουν στις heavy rock κορφές τούτη την εξαίρετη μπάντα. Υπέροχο.
 
Ripple Music: Official Website
 

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Holy Grove

 
Κάπου στο Πόρτλαντ έχουν οι ανερχόμενοι Holy Grove την βάση τους, οι οποίοι σχηματίστηκαν στις αρχές του 2012 κι απαρτίζονται από τέσσερις ιδιαιτέρως ταλαντούχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Trent Jacobs στην κιθάρα, τον Gregg Emley στο μπάσο, τον Adam Jelsing στα ντραμς κι από την Andrea Vidal στη φωνή, που πρόσφατα κυκλοφόρησαν δια μέσω της έξοχης Heavy Psych Sounds την ομώνυμη και παρθενική τους full length δουλειά.
 
Περίπου 44 λεπτά είναι η συνολική διάρκεια των εφτά κομματιών, που περιέχει το περί ου ο λόγος άλμπουμ, το οποίο ξεχωρίζει για το φανταστικό του artwork, που είναι απόρροια της εξαιρετικής δουλειάς του Adam Burke σε αυτόν τον τομέα και διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, που κολακεύει την ατόφια retro φρεσκάδα των Holy Grove, χάρη στην μαεστρία και την εμπειρία των Billy Anderson, Mike Moore και Adam Pike πίσω από τις κονσόλες ήχου.
 
Όμως, τα εύσημα ανήκουν στους ίδιους τους Holy Grove, που με περισσή δεξιοτεχνία και χάρη στην εκτελεστική δεινότητα και τον συνθετικό τους οίστρο, μας ταξιδεύουν σε αρκούντως heavy σοκάκια, όπου ο παραδοσιακός doom ήχος αλλοτινών εποχών αγκαλιάζει τα διακριτικά stoner ψήγματα του σήμερα και σε συνδυασμό με τα βαριά heavy metal στοιχεία και τις occult αύρας blues πινελιές, καθιστούν εξαιρετικά εθιστικό, το μεθυστικό τους heavy rock ταμπεραμέντο.
 
Ιδιαιτέρως σημαντική στην ομαλή ροή και την ηχητική ποικιλία του πρώτου πονήματος των άκρως ελπιδοφόρων Holy Grove είναι και η υφέρπουσα rock ψυχεδέλεια τους, η οποία παρέα με την σχεδόν ανεπαίσθητη sludge σκόνη έντονης southern ευωδίας, που καλύπτει απαλά τον ατίθασο doom rock χαρακτήρα τους, πετάει στιβαρές fuzz σπίθες κι αναδύει την έμφυτη vintage δροσιά τους με απολαυστικό τρόπο, καθιστώντας έτσι σχεδόν ακαταμάχητα τα κομμάτια τους.
 
Ρωμαλέα riffs σε traditional doom ύφος ξεχύνονται συνεχώς μες από την αμαρτωλά αισθαντική κιθάρα και χάρη στην ορμητική τους stoner νοοτροπία μας βυθίζουν σε occult αισθητικής heavy ηχοτοπία κλασσικής metal ευωδίας, ενώ τα εύθραυστα leads και τα σπιρτόζικα solos της, μαζί με το βαφτισμένο σε δηλητηριώδη fuzz ύδατα μπάσο, μας παρουσιάζουν σε όλο του το μεγαλείο το χαμηλά κουρδισμένο τσαγανό των Holy Grove, αλλά και το συμπαγές τους heavy rock μεράκι.
 
Άκρως δυναμικά είναι τα τύμπανα στο εξαιρετικά χορταστικό ντεμπούτο των Holy Grove κι έτσι δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός, πως καθοριστικά συμβάλουν στον σπινθηροβόλο χαρακτήρα τους με το παιχνιδιάρικο και βαρύ τους groove, ενώ η άκρως παθιασμένη φωνή, που ξεχειλίζει συναίσθημα μοιάζει πλασμένη για να ξεσηκώνει τα πλήθη με την αγνή blues rock χροιά της, η οποία ενισχύει την ευωδία doom πυρίτιδας, που διαπερνά το εκρηκτικό τους heavy υπόβαθρο.
 
Σε ατίθασα blues μονοπάτια μες από πυκνούς κι ολάνθιστους stoner κήπους, που ευωδιάζουν οπιούχα rock ψυχεδέλεια κι αναδύουν αναθυμιάσεις βαριές με ιδιαιτέρως έντονο heavy άρωμα, μας ταξιδεύουν οι πάρα πολλά υποσχόμενοι Holy Grove, που χάρη στην αχαλίνωτη έμπνευση και την ατίθαση φαντασία τους, έχουν επιτυχώς διανθίσει το εύφλεκτο traditional doom rock τους με κλασσικά metal ηχοχρώματα και με fuzz γοητεία παραμυθένιας vintage σαγήνης κι ομορφιάς.
 
Εν ολίγοις, είμαι σχεδόν σίγουρος, πως τούτη η εκπληκτική μπάντα θα μας απασχολήσει για πολλά χρόνια ακόμη, μιας και το πρώτο δείγμα studio γραφής της είναι επιεικώς εξαιρετικό, διότι όπως θα καταλάβετε όσοι κι όσες από εσάς κάνετε την χάρη στον εαυτό σας και ακούσετε το παρθενικό κι ομώνυμο πόνημα των Holy Grove, τούτο το άκουσμα στάζει doom rock ειλικρίνεια και αποτελεί ένα από τα πιο τίμια vintage ακούσματα των τελευταίων αρκετών ετών. Φανταστικό.
 
Holy Grove: Bandcamp / Facebook
Heavy Psych Sounds: Official Website
 

Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

Atlantic Valley - Sea Monster

 
Από το Βίγκο στην Γαλικία της Ισπανίας προέρχονται οι σταθερά ανερχόμενα κι ελπιδοφόροι Atlantic Valley, οι οποίοι σχηματίστηκαν στις αρχές του 2011 κι απαρτίζονται από τέσσερις ικανούς μουσικούς, που πρόσφατα κυκλοφόρησαν σε digital μορφή, αλλά και σε φυσικές κόπιες τη νέα τους εξαιρετικά εκρηκτική και ιδιαιτέρως διασκεδαστική δουλειά με τίτλο Sea Monster.
 
Παρά το σχετικά μικρό δέμας του Sea Monster, το οποίο περιέχει εφτά κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 27 λεπτών, τούτο το EP είναι άκρως χορταστικό, μιας και συνδυάζει τον παλιακό stoner ήχο, όπως τον γνωρίσαμε στα 90's με στιβαρή και τραχιά punk νοοτροπία, καθιστώντας έτσι άκρως απολαυστικό τον ωμό rock χαρακτήρα των έξοχων Atlantic Valley.
 
Ρωμαλέα riffs άλλοτε σε καθαρό κι ατόφιο stoner ύφος κι άλλοτε με αχνές punk αναθυμιάσεις ξεχύνονται συνεχώς από την κιθάρα των Atlantic Valley, την οποία συνοδεύει περίφημα το σπιρτόζικο μπάσο τους, που με τον μεστό του fuzz χαρακτήρα πασπαλίζει με ασθενικές funk πινελιές το Sea Monster, ενώ συνάμα αναδεικνύει την έμφυτη παραμόρφωση των εγχόρδων.
 
Ιδιαιτέρως παθιασμένα είναι τα καθαρά κι ως επί τω πλείστο βραχνά φωνητικά των εξόχως ταλαντούχων Atlantic Valley στο νέο τους πόνημα κι έτσι με το εγγενές τους γρέζι απογειώνουν την ευωδία rock πυρίτιδας, που διαπερνά το εύφλεκτο Sea Monster, το οποίο χρωστά στα δυναμικά του ντραμς τον σπινθηροβόλο groove καπνό, που σκεπάζει τα σκαιά του κομμάτια.
 
Σχεδόν ανεπαίσθητα είναι τα alternative rock στοιχεία του Sea Monster, όπως ακριβώς και οι σχεδόν διάφανες metal αιχμές του, που όμως συμβάλουν σημαντικά στην ομαλή του ροή και στην ηχητική ποικιλία του, μιας και κολακεύουν αμφότερα το τραχύ stoner ταμπεραμέντο των Atlatic Valley, μα και την υφέρπουσα punk ψυχεδέλεια, που διαπερνά το rock τους τσαγανό.
 
Εν ολίγοις, εδώ πρόκειται για μια γεμάτη rock σπιρτάδα κυκλοφορία, που μαρτυρά το heavy μεράκι και το ταλέντο των δημιουργών του, μιας και το εξαίρετο Sea Monster, από τους πολλά υποσχόμενους Atlantic Valley, βρίθει punk ψηγμάτων, ενώ μας παρουσιάζει με τον πλέον ειλικρινή τρόπο την αγνή και τίμια λατρεία κι αγάπη τους για τον ατόφιο stoner ήχο. Υπέροχο.
 
Atlantic Valley: Bandcamp / Facebook
 

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Oranssi Pazuzu - Värähtelijä

 
Στην συνήθως παγερή Φινλανδία σχηματίστηκαν στα μέσα του 2007 οι προσανατολισμένο στον ακραίο μουσικό πειραματισμό, Oranssi Pazuzu, που απαρτίζονται έκτοτε από τον Jun-His σε κιθάρα και φωνή, τον Korjak στα ντραμς, τον Evill σε πλήκτρα κι όργανο, τον Ontto στο μπάσο και τον Moit στην κιθάρα, οι οποίοι πρόσφατα κυκλοφόρησαν δια μέσω της γνωστής για τη μουσική της εκλεκτικότητα Svart Records τη νέα τους και τέταρτη συνολικά full length δουλειά.
 
Εφτά ιδιαιτέρως χορταστικό κι άκρως πειραματικά κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 69 λεπτών αποτελούν εν πολλοίς το μουσικό περιεχόμενο του περί ου ο λόγος Värähtelijä, που διακρίνεται για την χρήση της μητρικής γλώσσας των Oranssi Pazuzu στους στίχους του και για το εκπληκτικό του artwork, ενώ ξεχωρίζει για την απόκοσμη και θολή διαύγεια της παραγωγής του, που πασπαλίζει με σχεδόν ανεπαίσθητη shoegaze σκόνη το extreme metal του υπόβαθρο.
 
Πάνω σε έναν αρρωστημένο και μολυσμένο με drone δηλητήριο black καμβά οι Oranssi Pazuzu ζωγραφίζουν αλλόκοτα metal ηχοτοπία απαράμιλλης rock ομορφιάς, καθώς την υφέρπουσα παράνοια, που διαπερνά την heavy ψυχεδέλεια τους, την έχουν επιτυχώς διανθίσει με thrash ψήγματα και jazz ρινίσματα στο υπέροχο Värähtelijä, που χρωστά στις φρικαλέα ωραίες ambient αποχρώσεις των space του στοιχείων, την ισχνή doom αύρα και τις tribal του πινελιές.
 
Αρώματα βάναυσης black γοητείας έχουν ενωθεί εις σάρκα μια με τις μολυσμένες experimental ευωδίες των Oranssi Pazuzu κι έτσι αναδύουν αβυσσαλέες extreme metal αναθυμιάσεις, που σε συνδυασμό με την σχεδόν εύθραυστη rock ψυχεδέλεια τους, καθιστούν συναρπαστικό και ιδιαιτέρως απολαυστικό το φανταστικό Värähtelijä, που μαρτυρά με πειστικό κι εύγλωττο τρόπο, τόσο την jam νοοτροπία των δημιουργών του, όσο και την αχανή και νοσηρή τους έμπνευση.
 
Δεινότητα εκτελεστική και συνθετικός οίστρος παρέα με την αχαλίνωτη φαντασία των εξαίρετων Oranssi Pazuzu συνθέτουν ένα μάλλον αποκρουστικά θελκτικό metal μοτίβο, πάνω στο οποίο τα σχιστά brutal φωνητικά με λυσσαλέα μανία ξεσαλώνουν σε παλιακό black ύφος, ενώ το μπάσο με περισσή μαεστρία σιγοντάρει τις κιθάρες, μα κυρίως τα ντραμς του Värähtelijä, που πλημμυρίζουν με το φρενιασμένο τους groove τα ρωμαλέα κι άκρως περιπετειώδη του κομμάτια.
 
Ηλεκτρική καταιγίδα θυμίζουν θαρρώ τα μανιασμένα κι αβυσσαλέα πλήκτρα, που χαρίζουν άλλοτε ξεθωριασμένα και κατεχόμενα από διάφορα δαιμόνια ambient αρώματα στο Värähtelijä κι άλλοτε το εμπλουτίζουν αρμονικά με παλαβά κι ερεβώδους μινιμαλιστικής αισθητικής drone ηχοτοπία σε πλήρη αρμονία με τις κιθάρες των Oranssi Pazuzu, οι οποίες πότε υφαίνουν αχνής post ευωδίας leads και πότε μας πνίγουν με τα θηριώδη και τρομακτικά σαγηνευτικά τους riffs.
 
Ρυθμοί σκοτεινοί και μελωδίες μυστηριώδεις περιπλανιούνται στα πλέον αλλόκοτα λημέρια του σκληρού κι αρκούντως heavy ακραίου ήχου και μας παρουσιάζουν σε όλο της το πειραματικό rock μεγαλείο την αρχέγονη metal ψυχεδέλεια των Oranssi Pazuzu μες από τα έντονα black ηχοχρώματα των ambient και space ηχοτοπίων, που συνυπάρχουν αρμονικά στο Värähtelijä με τις thrash εκρήξεις, τα αιθέρια krautrock και τα αναιμικής no wave αύρας drone στοιχεία τους.
 
Ιδιαιτέρως σημαντικά στην ομαλή ροή του φρικιαστικά όμορφου Värähtelijä είναι αμφότερα τα μάλλον ισχυρά tribal ψήγματα και τα σταχτιά doom σύννεφα, που καλύπτουν επιτυχώς την λυσσαλέα experimental νοοτροπία των συνθέσεων του, ενώ χάρη στο τεράστιο μουσικό ταλέντο των Oranssi Pazuzu το έσχατο χρονικά πόνημα τους βρίθει metal ποικιλίας και καθιστά σχεδόν ακαταμάχητο τον υπέρ του δέοντος πλούσιο κι ακραία ψυχεδελικό του extreme rock χαρακτήρα.
 
Όπως διατείνονται και οι ίδιοι οι εκπληκτικοί Oranssi Pazuzu η ανατριχιαστικά όμορφη μουσική τους προέρχεται από τις πλέον σκοτεινές κι ανήλιαγες εσχατιές του ανθρώπινου μυαλού, εκεί όπου η τραχιά ambient ψυχεδέλεια έρπει πάνω σε μισάνθρωπα drone υφής heavy ηχοτοπία και κοφτερά space rock στοιχεία σέρνονται πάνω στις ακάνθινες black metal πληγές, που φέρει στο ξεσκισμένο του κι εξαιρετικά experimental κι extreme σκαρί το τερατώδους γοητείας Värähtelijä.
 
Με λίγα λόγια, οι ταγμένοι στα πλέον ερεβώδη κι απόκοσμα ηχοτοπία του extreme metal ήχου και λάτρεις της αυθεντικής rock ψυχεδέλειας αλλοτινών εποχών Oranssi Pazuzu χάρη και στις ambient ατασθαλίες τους μας χαρίζουν ένα μεθυστικό κι εφιαλτικά παραμυθένιο psychedelic black δίσκο με το φαντασμαγορικό Värähtelijä, το οποίο θαρρώ, πως θα συναρπάσει άπαντες με την ατόφια experimental ιδιοσυγκρασία και την αλλοπαρμένη του space ευωδία. Θαυμάσιο.
 
Oranssi Pazuzu: Official Website
Svart Records: Official Website