Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

The Flight Of Sleipnir - Essence Of Nine


Τα άτομα που απαρτίζουν το δημιουργημένο κάπου στην Αμερική, το χειμώνα του 2007, ντουέτο που ονομάζεται The Flight Of Sleipnir, είναι τα εξής δύο: Clayton Cushman σε κιθάρες, φωνητικά, μπάσο, πλήκτρα και ο David Csicsely σε ντραμς, φωνητικά, κιθάρες ενώ, ο πρώτος αναλαμβάνει τα της ηχογράφησης και ο δεύτερος προαναφερθέντας αναλαμβάνει το όλο artwork κάθε δουλειάς τους. Φυσικά, στα λιγοστά live που δίνουν τους βοηθούν session live μουσικοί. Αν και είναι μια νέα σχετικά μπάντα, έχουν ήδη πλούσια δισκογραφία -συγκριτικά με τα χρόνια ύπαρξής τους, ενώ έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν έναν ξεχωριστό και μοναδικό ήχο. Περιττό να αναφερθεί πως παρόλα τα παραπάνω, έχουν ήδη δημιουργήσει πιστούς οπαδούς και πολύ μεγάλο θόρυβο στα underground στέκια κυρίως, αλλά όχι μόνο -κι αυτό επειδή η ποσότητα καμιά φορά δεν αναιρεί την ποιότητα.

Το νέο τους πόνημα με τίτλο Essence Of Nine κυκλοφόρησε ημέρα Παρασκευή και 13 -του περασμένου Μάη. Ενδιαφέρουσα ημερομηνία αν μη τι άλλο. Ο δίσκος αποτελείται από 8 κομμάτια και έχει διάρκεια περίπου 38 λεπτά. Η παραγωγή είναι η συνήθης για την μπάντα, δηλαδή: αρκετά καθαρή -όχι όμως κρυστάλλινη, πολύ δυνατή και ένα vintage feeling να την διαπερνά -ότι πρέπει, με λίγα λόγια. Στιχουργικά δεν έχουν αλλάξει προσανατολισμό, καθώς η μυθολογία της Σκανδιναβίας -όπως άλλωστε προδίδει και το όνομά τους, έχει μπόλικο πράμα που μπορεί -και πρέπει, να μελοποιηθεί. Πολλοί ασχολούνται με παρόμοια θέματα στις μέρες μας, αλλά δεν νομίζω ότι οι T.F.O.S. αντιγράφουν κάποιους από αυτούς, καθώς δεν έπεσαν στην παγίδα του εύκολου ή/και τετριμμένου ορισμένες φορές epic στίχου, αλλά αντίθετα προσεγγίζουν τις ιστορίες τους με ποιητική διάθεση και αρκετό -και σχεδόν πάντα καλοδεχούμενο για εμένα, ρομαντισμό. Οι ομορφιές όμως δεν σταματούν εδώ, καθώς..

..Το εξώφυλλο του άλμπουμ, αλλά και το γενικότερο artwork, είναι και πάλι εξαιρετικά και καθόλα ταιριαστά με το στιχουργικό κομμάτι, όπως επίσης και με τη μουσική του δίσκου. Αυξημένο σε σχέση με προηγούμενους δίσκους είναι εδώ το folk στοιχείο, ενώ, τα πιο doom και heavy περάσματα συνεχίζουν να υπάρχουν σε ικανοποιητική ποσότητα -έστω και μειωμένη σε σχέση με τις πρότερες δουλειές τους. Τα φωνητικά είναι και πάλι μοιρασμένα σε ψυχεδελικά/υπνωτικά καθαρά και σε στοιχειωμένα -black τεχνοτροπίας, ουρλιαχτά. Όλα τα όργανα είναι εξαιρετικά παιγμένα ενώ, οι ιδέες, οι συνθέσεις και οι δομές των κομματιών είναι σε πολύ υψηλά επίπεδα. Και πως να μην είναι, αφού τα παλικάρια έχουν τρέλα με αυτό που κάνουν και το μεράκι τους περισσεύει. Κι αυτό είναι κάτι που το καταλαβαίνεις αμέσως, απ΄τη πρώτη σου επαφή με τη μπάντα -είτε οπτική είναι αυτή, είτε ακουστική.

Ο δίσκος συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε ο προκάτοχος του και σπρώχνει με πολύ δύναμη τον -ήδη αρκετά ψηλά τοποθετημένο, πήχη, ακόμη πιο ψηλά. Η μουσική τους έχει αλλάξει, όχι όμως ριζικά, καθώς παραμένει σταθερή στο ηχητικό μονοπάτι που οι ίδιοι πρόλαβαν, στη μικρή ως τώρα πορεία τους στο χώρο, και χάραξαν. Είναι περισσότερο μελωδική και λιγότερη δυνατή, αλλά το αποτέλεσμα της μοιρασιάς αυτής είναι χάρμα για τα αυτάκια μας. Κάτι μου λέει πως εάν ο επόμενος δίσκος τους ξεκινήσει από εκεί που το E.O.N. σταμάτησε, τότε θα πρέπει να περιμένουμε με σιγουριά, κάτι εξίσου πολύ καλό -αν όχι καλύτερο. Ας μην προτρέχουμε όμως, διότι έτσι κι αλλιώς, νομίζω πως όποιος αποφασίσει να ασχοληθεί σοβαρά με αυτό το δίσκο ή και το συγκεκριμένο συγκρότημα γενικότερα, θα κάνει μια τεραστίων διαστάσεων χάρη στον εαυτό του. Υπερβολικό, αλλά απολύτως αληθινό. Δοκιμάστε λοιπόν και να είστε σίγουροι πως δεν θα χάσετε.


Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

US Christmas (USX) - The Valley Path



Η Appalachia είναι μια περιοχή στα ανατολικά των Η.Π.Α. που διασχίζει κατά μήκος πολλές πολιτείες τους. Η οροσειρά που αποτελεί κατά βάση αυτήν την περιοχή ξεκινά από τη πολιτεία του Μισισίπι και φτάνει ως τον Καναδά, άρα, γίνεται εύκολα κατανοητό ότι μιλάμε για τεράστια περιοχή. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τις εκάστοτε Πολιτειακές Αρχές να μην δώσουν ιδιαίτερη σημασία στις συγκεκριμένες περιοχές και έτσι δεν άργησαν να πάρουν τη μορφή θρύλων και την υπόσταση μύθων οι ιστορίες για την άγρια αυτή περιοχή και τους όχι και τόσο κοινωνικούς ανθρώπους της.

Από αυτή την περιοχή λοιπόν, προέρχονται οι γεννημένοι το 2002 U.S.Christmas ή όπως εσχάτως ονομάζονται, USX, οι οποίοι αποτελούνται από έξι άτομα. Πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησαν την έκτη τους full length δουλειά με τίτλο The Valley Path. Το άλμπουμ έχει διάρκεια 39 λεπτά και αποτελείται από ένα και μοναδικό κομμάτι, το ομώνυμο. Κάτι που μπορεί να μην είναι πρωτότυπο μιας και έχουν προηγηθεί ανάλογες κυκλοφορίες, παραμένει όμως κάτι το εξαιρετικά δύσκολο και τολμηρό.

Ψυχεδελικό stoner rock με bluesy στοιχεία και drone ψήγματα πασπαλισμένα με λίγα ειδικά ή/και φυσικά εφέ. Κάπως έτσι μπορεί να περιγραφεί χονδρικά η μουσική που του συγκεκριμένου δίσκου. Η παραγωγή του είναι ιδανική. Αρκετά καθαρή, όσο ογκώδης πρέπει, ενώ σου δίνει την αίσθηση πως αυτό που ακούς είναι κάτι το ζωντανό. Νομίζεις πως η μουσική σπαρταράει. Όχι, δεν τρελάθηκα, ούτε άρχισα τα ληγμένα. Απλά, οι USX, πρόσθεσαν κάποια σχεδόν noise σημεία στη μουσική τους, τα οποία δεν είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά ηλεκτρονικών πειραματισμών, αλλά φυσικοί ήχοι. Νερό που κυλάει, βατραχάκια, τζιτζίκια, φύλλα να χορεύουν στο ρυθμό του ανέμου κλπ.

Μπορεί η μια και μοναδική σύνθεση του δίσκου να διανθίζεται από αυτά τα όμορφα εφέ, αλλά δεν είναι μόνο αυτά που τον καθιστούν ένα πραγματικά όμορφο άκουσμα. Οι κιθάρες με τα μελωδικά τους μοτίβα σε οδηγούν σε ένα απόκρημνο μονοπάτι με μοναδική θέα, κατά μήκος του οποίου σε συντροφεύει το πάντα λιγομίλητο μα εξαιρετικά εύγλωττο μπάσο. Ο ήχος των βημάτων των ντραμς που σας ακολουθούν σε αυτή τη μαγική βόλτα μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως στεντόρειος ενώ, το αεράκι που νιώθεις και που σου γεμίζει τα σωθικά με αγνό και αμόλυντο οξυγόνο, ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο αέρινος ήχος του βιολιού. Όσο για τα φωνητικά, η συνύπαρξη αντρικών και γυναικείων, είναι επιτυχημένη καθώς, λειτουργεί παρα πολύ καλά.

Το νέο δημιούργημα των USX με τίτλο The Valley Path είναι ιδανικό για στιγμές χαλαρώματος και ειδικά όταν αυτές είναι βραδυνές. Ένα πολύ καλό νυχτερινό άκουσμα που σου κρατά το ίδιο καλή συντροφιά είτε ετοιμάζεται να παραδοθείς στην αγκαλιά του Μορφέα, είτε οδηγείς ή ταξιδεύεις μοναχός μες το σκοτάδι, είτε απλά απολαμβάνεις ένα ποτήρι με το αγαπημένο σου είδος αλκοόλ. Δυναμικοί μα και συνάμα κατευναστικοί ήχοι που αποτελούν την ιδανική παρέα για νυχτερινές περιπλανήσεις στα βάθη του μυαλού σου, εκεί όπου το όνειρο ερωτοτροπεί με την πραγματικότητα. Η αίσθηση αυτής της γλυκιάς και μεθυστικής ζαλάδας που νιώθεις λίγο πριν παραδοθείς στην κούραση σου είναι μοναδικά ευχάριστη και γίνεται εντονότερη με αυτή την ακρόαση.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

The Mount Fuji Doomjazz Corporation - Anthropomorphic



Οι Ολλανδοί The Mount Fuji Doomjazz Corporation είναι παραφυάδες των The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble που δημιουργήθηκαν πριν μια δεκαετία περίπου στην Ολλανδία. Μοιράζονται την ίδια καλλιτεχνική φιλοσοφία, μιας και τα περισσότερα μέλη τους είναι κοινά, αν και στους T.M.F.D.C. συμμετέχουν σε σταθερή βάση guest μουσικοί. Μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο μπάντες είναι ότι οι T.M.F.D.C. συνθέτουν και ηχογραφούν τις δουλειές τους κατά τη διάρκεια των σπάνιων live εμφανίσεων τους. Άρα, είναι σαφές ότι ο αυτοσχεδιασμός είναι το βασικό συστατικό της μουσικής τους.

Εδώ και λίγο καιρό, κυκλοφορεί η τρίτη δισκογραφική δουλειά των T.M.F.D.C η οποία ηχογραφήθηκε ζωντανά κατά τη διάρκεια των live εμφανίσεων του group σε Ουτρέχτη, Μπρατισλάβα και Μόσχα ενώ, περιέχει τέσσερα κομμάτια κι έχει διάρκεια 60 λεπτά και τιτλοφορείται: Anthropomorphic. Υπάρχει όμως και δεύτερος τίτλος ο οποίος νομίζω ότι λειτουργεί επεξηγηματικά όσον αφορά τον κεντρικό τίτλο, αλλά και το μουσικό και όχι μόνο concept του δίσκου: 'Space.Dimension.Form.Function'. Ο ανθρωπομορφισμός είναι η απόδοση ανθρώπινων χαρακτηριστικών σε κάτι μη ανθρώπινο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μπάντα προσπαθεί να προσδώσει ανθρώπινη υπόσταση στη μουσική -πολύπλοκο, ίσως και τρομακτικό στη σκέψη, αλλά καθόλου πομπώδες και δίχως τάσεις επίδειξης.

Ο δίσκος θαρρώ πως είναι χωρισμένος σε τρία στάδια: γέννηση, ωρίμανση και εξέλιξη. Όλα δοσμένα μέσα στα πλαίσια των drone, ambient, lounge, jazz, trip hop. Το ένα συνυπάρχει με το άλλο αρμονικά. Έχω ξαναναφέρει στο παρόν ιστολόγιο ότι η μουσική δεν γνωρίζει σύνορα κι αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν θα πάψω να πιστεύω και να υποστηρίζω. Στον υποφαινόμενο δίσκο, η μουσική έχει συνθλίψει τα όποια σύνορα προσπαθούν να τη διχοτομίσουν. Σίγουρα η συγκεκριμένη έκφανση της δεν είναι ούτε εμπορική, ούτε ευρείας κατανάλωσης, ούτε καν εύπεπτη. Όμως, όλα αυτά, ποτέ δεν υπήρξαν σοβαρά κριτήρια για τη μουσική.

Η αλληλεπίδραση των μελών είναι εκπληκτική, συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται με φανταστικό τρόπο, χωρίς να σκεπάζει ο ένας τον άλλο. Αν λάβουμε υπόψιν και το ότι οι μουσικοί δημιουργούν παίζοντας live με βάση τον αυτοσχεδιασμό, τότε μιλάμε για κάτι πολύ δύσκολο και επιεικώς εντυπωσιακό. Υπερβολή; Καθόλου. Εδώ δεν μιλάμε για τέσσερα όργανα: κιθάρα, μπάσο, ντραμς και πλήκτρα, αλλά για πολλά περισσότερα. Τρομπόνι, τσέλο, βιολί, ηλεκτρονικά εφέ, κιθάρες, μπάσο, κρουστά, ντραμς και ακόμη, κάποια σκόρπια μα και συνάμα στοιχειωτικά φωνητικά, όλα προϊόν στιγμιαίας έμπνευσης. Όλα αυτά είναι που διαμορφώνουν το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα τούτου του όμορφου δίσκου.

Η ατμόσφαιρα του άλμπουμ είναι αποπνικτική, τα συναισθήματα ζοφερά και καθόλου ευχάριστα, διότι καθώς τα λεπτά κυλούν, νιώθεις ότι οι νότες σε περικυκλώνουν σαν άλλη δίνη και σε κυριεύουν χωρίς ίχνος αντίστασης από μεριάς σου. Δεν είναι ότι δεν ήθελες να αντισταθείς, αλλά συνειδητοποίησες γρήγορα, πως δεν μπορούσες. Έτσι, επέλεξες σωστά, που αφέθηκες στο μεγαλείο του δίσκου, καθώς ούτε σε μια στιγμή της διάρκειάς του δεν ένιωσες εγκλωβισμένος, αντιθέτως, η γλυκιά αιχμαλωσία ήταν αποτέλεσμα της συγκατάθεσης σου. Το Anthropomorphic δεν ήρθε για να σε μεταλλάξει, αλλά για να σε κάνει να ομολογήσεις πως έχεις αισθήματα, να σου θυμίσει ότι είσαι άνθρωπος. Κι απ' τη στιγμή που δεν υπάρχει ίχνος μετάνοιας στη συνείδησή σου σχετικά με την απόφαση να το ακροαστείς, τότε γίνεται εύκολα αντιληπτό πως πέτυχε το σκοπό του στο ακέραιο.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Bohren & Der Club Of Gore - Beileid


Οι Γερμανοί Bohren & Der Club Of Gore δημιουργήθηκαν το 1992. Οι επιρροές τους κινούνταν μεταξύ των hardcore, death metal, grindcore και doom metal, όμως τελικά, επέλεξαν να παίξουν αυτό που οι ίδιοι ονομάζουν "unholy ambient mixture of jazz ballads". Μουσική μινιμαλιστική, αποτελούμενη από λίγες μα έντονες νότες. Η αποχώρηση του κιθαρίστα τους, λίγα χρόνια μετά της γέννησή τους αποδείχτηκε καλή για το συγκρότημα, μιας και οδήγησε στην προσθήκη ενός σαξοφωνίστα-πιανίστα που έδεσε καλύτερα με τη μουσική φιλοσοφία της μπάντας.

Με τη συμπλήρωση δυο δεκαετιών παρουσίας στα μουσικά δρώμενα, η μπάντα κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό το mini-album Beileid, ελληνιστί: συλλυπητήρια. Το εξώφυλλο του δίσκου άλλωστε είναι εύγλωττο, καθώς απεικονίζει μια κηδεία εν μέσω βροχής. Η κυκλοφορία αυτή, διακρίνεται για την κρυστάλλινη παραγωγή της ενώ, έχει διάρκεια περίπου 35 λεπτά και περιέχει τα εξής τρία κομμάτια: Zombies Never Die (Blues), Catch My Heart και το ομώνυμο, Beileid.

Το Catch My Heart είναι διασκευή ενός τραγουδιού που έγραψε η Γερμανική metal μπάντα Warlock ενώ, είναι άξιο αναφοράς, το γεγονός πως το συγκεκριμένο κομμάτι είναι το πρώτο στην ιστορία της μπάντας που έχει φωνητικά. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό λοιπόν, η επιλογή του ανθρώπου που θα τα αναλάμβανε όφειλε να είναι εξαιρετική. Κάτι που τελικά επαληθεύτηκε, καθώς η απόδοση του Mike Patton -περισσότερο γνωστός απ' τη συμμετοχή του στους θρυλικούς Faith No More, που τελικά επιλέχθηκε, είναι φανταστική, κάτι που αποτυπώνεται με τον πλέον γλαφυρό τρόπο στην καθηλωτική ερμηνεία του.

Μουσικά ο δίσκος κινείται στα σκοτεινά μονοπάτια της αφαιρετικής jazz, τα οποία οδηγούν στον καταχνιασμένο κήπο της πάντα οκνηρής ambient. Το σαξόφωνο θρηνεί, καθώς βλέπει το σκυθρωπό drone των synths να οδύρεται ενώ, το ηλεκτρικό πιάνο ακόμη δεν έχει καταλάβει εαν το όνειρο μέσα στο οποίο ξύπνησε είναι εφιάλτης ή όχι. Τα υπόλοιπα όργανα -τούμπα, τρομπόνι, μπάσο, κρουστά κ.α., συμβάλουν με τη σειρά τους, στη δημιουργία μιας γαλήνιας ψευδαίσθησης, μιας μελίσταχτης μα και θλιμμένης πλάνης.

Το Beileid των θαυμάσιων Bohren & Der Club Of Gore αποτελεί εξαιρετικό soundtrack για στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης. Πρόκειται για ένα άκουσμα που φωτίζει τις αρνητικές σκιές του μυαλού, καθώς σε βυθίζει σ' ένα ταξίδι μελωδικό μακριά απ' τη χώρα του άγχους και της πολυπλοκότητας. Δεν θα σου λύσει τα προβλήματα, αλλά θα σε βοηθήσει να καθαρίσεις τη σκέψη σου -κάτι που μπορεί να αποδειχθεί εξόχως χρηστικό, αφού θα σε καλμάρει, καθώς το μόνο σίγουρο είναι πως θα χαλιναγωγήσει την εσωτερική σου ένταση.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

My Dying Bride - Evinta


Το καλοκαίρι του 1990, σε μια μικρή Αγγλική πόλη, γεννήθηκαν οι My Dying Bride. Ένα συγκρότημα που επηρέασε όσο λίγα τη σκληρή μουσική, καθώς υπήρξαν η μια απ' τις τρεις Βρετανικές μπάντες που όρισαν και εξέλιξαν τους όρους Gothic Metal ή/και Doom/death. 21 χρόνια μετά και με αρκετές κυκλοφορίες στο ενεργητικό τους, αποφάσισαν να γιορτάζουν την εισαγωγή τους στη τρίτη δεκαετία της ύπαρξής τους, με μια κυκλοφορία εντελώς διαφορετική από οτιδήποτε έχουν κάνει στο παρελθόν, το Evinta.

Ένα project που υπήρχε στο μυαλό τους για πολλά χρόνια, αλλά υλοποιήθηκε μόλις πριν λίγο καιρό. Δεν είναι η πρώτη φορά που πειραματίζονται με τον ήχο τους και δεν μπορώ να ξέρω αν είναι και η τελευταία, αλλά αυτό που γνωρίζω σίγουρα είναι πως αυτή η νέα κυκλοφορία είναι ίσως ότι καλύτερο έχουν παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια. Ένα πακέτο, με απίστευτη μουσική, εξαιρετικό artwork και πάρα πολλά καλούδια -ειδικά για όσους προνόησαν και τίμησαν την γεμάτη, special έκδοση.

Η συμβατική έκδοση του Evinta περιέχει δυο cd με εννέα συνολικά κομμάτια και συνολική διάρκεια 87 περίπου λεπτών. Το τρίτο cd -που θα κυκλοφορήσει αυτόνομα στο μέλλον, για όσους δεν πρόλαβαν την ειδική έκδοση, περιέχει επιπλέον 5 κομμάτια και η διάρκειά του είναι 42 λεπτά. Η παραγωγή είναι αψεγάδιαστη, ενώ η δουλειά που έχει κάνει στην ενορχήστρωση ο Johnny Maudling -που είναι ο πληκτράς των Bal Sagoth, πάντα σε συνεργασία και υπό την επίβλεψη της μπάντας, είναι επιεικώς εξαιρετική. Στο όλο εγχείρημα βοήθησε και η νεαρή Γαλλίδα σοπράνο, Lucie Roche ενώ, υπερπολύτιμη υπήρξε και η συμμετοχή μιας ομάδας μουσικών με ειδικότητα την Κλασσική μουσική. Βέβαια, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια metal μπάντα που προσπαθεί να παίξει συμφωνική μουσική, ούτε με μισθωμένες ορχήστρες που προσπαθούν να ντύσουν κάποιον metal δίσκο, αλλά με μια φρέσκια και ολοκαίνουρια οργανική δουλειά, φτιαγμένη, από ανθρώπους με μεράκι.

Ο επαναπροσδιορισμός κλασικών κομματιών όλης της δισκογραφίας τους είναι μαγευτικός. Το metal στοιχείο φωνάζει παρών δια της απουσίας του, αφού ο δίσκος είναι ότι πιο σκοτεινό έχει κυκλοφορήσει το συγκρότημα. Συμφωνική ambient. Ίσως αυτός ο όρος να είναι αδόκιμος ή/και να μην υφίσταται καν, αλλά δεν βρίσκω κάποιον άλλο που να μπορεί να περιγράψει τη μουσική που περιέχει το Evinta. Μουσική μελαγχολική, γλυκόπικρη και γεμάτη έντονα συναισθήματα, που γίνονται κατά πολύ εντονότερα, όταν επεμβαίνει ο Aaron Stainthorpe. Η ιδιαίτερη φωνή του βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα εδώ και ο ίδιος δίνει το καλύτερο εαυτό του, τόσο στο καθαρά ερμηνευτικό κομμάτι, όσο και στο στιχουργικό, καθώς υπάρχουν προσθαφαιρέσεις στα λόγια των κομματιών. Η νέα διάσταση, που αυτή η προσθαφαίρεση έδωσε στα κομμάτια είναι εντυπωσιακή, καθώς δεν αφαίρεσε από τη δυναμική τους, αλλά αντίθετα τους προσέδωσε μεγαλύτερο εύρος συναισθημάτων, ενώ την ζοφερή ατμόσφαιρα απόγνωσης ενίσχυσε θαυμάσια το βιολί, όπως και το πιάνο.

Οι My Dying Bride, με το Evinta, δημιούργησαν τον δίσκο που πάντα ονειρευόταν: Ένα άλμπουμ-ποίημα, κλεισμένο σε μια εορταστική συσκευασία που την περιβάλει ένα γοητευτικά μίζερο περιτύλιγμα. Είναι βέβαιο, πως μόλις αντικρίσεις το περιεχόμενο του Evinta κατάματα, θα μείνεις έκθαμβος απ' την απαράμιλλη ομορφιά του. Τα πολλά λόγια είναι περιττά σε τέτοιες περιπτώσεις όποτε το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να περιμένετε να νυχτώσει, να βάλετε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και να αφεθείτε στη μαγεία αυτού του θεσπέσιου δημιουργήματος που ονομάζεται Evinta.