Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Esoteric - Paragon Of Dissonance


Λίγους μήνες πριν κλείσουν τα είκοσι χρόνια ζωής, μιας και γεννήθηκαν το καλοκαίρι του 1992 στο Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας, οι Esoteric, οι οποίοι, αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της funeral doom μουσικής, κυκλοφόρησαν στις 11 του περασμένου Νοέμβρη -μέσω της Season Of Mist, την έκτη full length -κι έβδομη συνολικά, δουλειά τους, με τίτλο: Paragon Of Dissonance.

Το νέο τους πόνημα έχει διττή υπόσταση, μιας και τα 7 κομμάτια που περιέχονται σ' αυτό, έχουν συνολική διάρκεια κάτι παραπάνω από 90 λεπτά, κι έτσι, δεν θα μπορούσε παρά να κυκλοφορήσει με τη μορφή διπλού cd η εν λόγω δουλειά. Η οποία, θα πρέπει να τονίσω, πως δεν είναι η πρώτη -κι ελπίζω, να μην είναι η τελευταία, τούτης της μπάντας, που έχει τεράστιες διαστάσεις, παρόλο που έχω την εντύπωση, πως η μεγάλη διάρκεια θα τρομάξει και ίσως, αποθαρρύνει πολύ κόσμο, από το να ακούσει την μπάντα. Όμως, είμαι σίγουρος, ότι όσοι τολμήσουν να ακούσουν τούτο τον δίσκο στην ολότητα του, θα ανταμειφθούν, μιας και δεν κουράζει ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Όσοι όμως, δεν έχουν και τις καλύτερες των σχέσεων με τον funeral doom ήχο, θα δυσκολευτούν πολύ να βγάλουν εις πέρας τούτο το απόκοσμο άκουσμα.

Τίποτα μεμπτό σε αυτό, μιας κι είμαι από εκείνους, που θεωρούν, πως το funeral doom ανήκει στα πλέον ακραία ακούσματα της σκληρής μουσικής. Anyway, ας μην ξεφύγουμε απ' το θέμα μας, που δεν είναι άλλο από το τερατώδες Paragon Of Dissonance, η εφιαλτικά όμορφη μουσική του οποίου, συνοδεύεται από το εκπληκτικό artwork της εξαιρετικής καλλιτέχνιδος, Kati Astraeir.

Η παραγωγή του δίσκου, είναι απλά αψεγάδιαστη, κι έχω την εντύπωση, πως είναι η καλύτερη που είχαν ποτέ οι Βρετανοί, κι αυτό, μάλλον οφείλεται στο ότι για ακόμη μια φορά, την επιμελήθηκαν εξολοκλήρου, οι ίδιοι. Όσον αφορά τους στίχους, πρέπει να αναφερθεί, πως δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις στην θεματολογία τους, μιας και καταπιάνονται με τα αρνητικότερα των συναισθημάτων της ανθρώπινης ύπαρξης ενώ, καμία καινοτομία δεν υπάρχει στον ήχο της μπάντας, μιας και οι αλλαγές μελών που έλαβαν χώρα τα τελευταία χρόνια, μπορεί να άλλαξαν την σύνθεση της, δεν επηρέασαν όμως καθόλου, το μουσικό της ύφος, το οποίο, συνεχίζει να κινείται στα πιο σκοτεινά κι απόμακρα μονοπάτια της ακραίας μουσικής.

Στολισμένα με διάσπαρτα ambient περάσματα, τα επαναλαμβανόμενα και βασανιστικά αργά, ηχητικά μοτίβα της μπάντας, προκαλούν στον ακροατή συναισθήματα ανάλογου ψύχους, με αυτό, της πιο παγωμένης γωνιάς του πλανήτη Γη, της αχανούς, Ανταρκτικής. Τα φωνητικά, εκφράζουν με εύγλωττο τρόπο τα συναισθήματα που οι στίχοι περιγράφουν: απόγνωση, μοναξιά, οδύνη, απελπισία ενώ, την ώρα που οι κιθάρες ζωγραφίζουν κάποια από τα πιο αρρωστημένα ηχοτοπία που έχεις βιώσει και τα πλήκτρα σε μαγεύουν με τις αιθέριες μελωδίες τους, το -πάντα ύπουλο, μπάσο, σου σκάβει στα μουλωχτά τον λάκκο, μέσα στον οποίο, πέφτεις θέλοντας και μη, εξαιτίας των επιβλητικών χτυπημάτων των ντραμς.

Όπως αντιλαμβάνεστε, η μουσική των Esoteric, είναι βαθιά συναισθηματική κι έντονα υποτονική ενώ, έχω την αίσθηση, πως το timing της κυκλοφορίας του -τρομερού, Paragon Of Dissonance, είναι εξαιρετικό, αφού κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο χειμώνας, ενδείκνυται για τέτοιου είδους ψυχρά, μονότονα και μίζερα, μα συνάμα, καθηλωτικά ακούσματα.


Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

The :Egocentrics - Center Of The Cyclone


Από την πόλη Τιμισοάρα της Ρουμανίας κατάγονται οι The :Egocentrics, μια νέα σχετικά μπάντα, η οποία εξερευνά τα desert ηχοτοπία της ψυχεδελικής, rock μουσικής. Οι τρεις νεαροί μουσικοί -Brenn (κιθάρα), Hera (ντραμς), Jess (μπάσο), που απαρτίζουν τούτη την υπέροχη και ιδιαίτερα ελπιδοφόρα μπάντα, είναι εξαιρετικά ταλαντούχοι, κάτι, που αποδεικνύεται περίτρανα από το δεύτερο πόνημα τους, Center Of The Cyclone, το οποίο, κυκλοφόρησε στις αρχές της τρέχουσας χρονιάς από την φημισμένη, Nasoni Records.

Ο εν λόγω δίσκος, διαρκεί περίπου 40 λεπτά ενώ, αποτελείται από επτά instrumental κομμάτια, αν και δεν απουσιάζουν κάποια διάσπαρτα -κι εξαιρετικά ενδιαφέροντα, samples φωνητικών. Την παραγωγή του δίσκου, η οποία, οφείλω να ομολογήσω, πως είναι πάρα πολύ καλή, έχει επιμεληθεί ο Mihai Toma, ο οποίος, συμμετέχει στον δίσκο και ως μουσικός, μιας και τόσο το όργανο, όσο και το ηλεκτρικό πιάνο, αλλά και η melodica, που ακούγονται σε κάποια από τα κομμάτια, οφείλονται σε αυτόν. Όμως, παρά την εξαιρετική δουλειά του, τα εύσημα, πρέπει να αποδοθούν στους The :Egocentrics, οι οποίοι, δείχνουν πως έχουν σημειώσει τρομερή πρόοδο -σε όλους τους τομείς, συγκριτικά με το περσινό -και πολύ καλό, ντεμπούτο δίσκο τους.

Αυτό το λέω, όχι επειδή δεν μου άρεσε το ντεμπούτο τους -κάθε άλλο, αλλά διότι, τα παλικάρια έχουν δέσει απίστευτα καλά μεταξύ τους, κάτι που ίσως να οφείλεται στις πολλές live εμφανίσεις που μεσολάβησαν των δύο δίσκων, ίσως στις ατελείωτες πρόβες. Όπως και να' χει, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, μιας και καταφέρνουν να τιθασεύουν τον jammy χαρακτήρα των συνθέσεων τους, χωρίς όμως, να ευνουχίσουν τις συνθέσεις τους, οι οποίες, μας παρασέρνουν σε ένα συναρπαστικό και περιπετειώδες μουσικό ταξίδι, όπου οι σαγηνευτικά γαλήνιες μελωδίες της κιθάρας, εναλλάσσονται με τα διαστημικών διαστάσεων ξεσπάσματα του rythm section.

Όπως ίσως υποψιάζεστε, θαρρώ, πως το Center Of The Cyclone είναι ένας από τους καλύτερους ψυχεδελικούς rock δίσκους της τρέχουσας χρονιάς ενώ, οι The :Egocentrics, έχω την εντύπωση, πως είναι μια από τις λίγες μπάντες, που μπορούν μελλοντικά, να κάνουν την διαφορά σ' αυτό το μουσικό ιδίωμα, μιας κι έχω την αίσθηση, πως η μουσική τους διαπερνάται από ένα ιδιαίτερα έντονο feeling, παρόμοιας δυναμικής, με την πιο έντονη συναισθηματική εμπειρία, που βίωσες ποτέ. Οπότε, δεν έχετε παρά να πατήσετε το play, να κλείστε τα μάτια σας και να παραδοθείτε άνευ όρων, σ' αυτόν τον σαγηνευτικά μελωδικό, ηχητικό κυκλώνα.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Crumbling Ghost - Crumbling Ghost


Από το Ηνωμένο Βασίλειο Της Μεγάλης Βρετανίας προέρχονται οι -δημιουργημένοι στις αρχές του 2009, Crumbling Ghost και πιο συγκεκριμένα, από το Λονδίνο. Η μπάντα αποτελείται από πέντε άτομα, τα όποια όπως αποδεικνύεται και από την μουσική που παίζουν, λατρεύουν τις folk μελωδίες, το ψυχεδελικό doom και το progressive rock ενώ, δεν αρνούνται την αγάπη τους για τα space ακούσματα. Όπως υποψιάζεστε, όλα τα παραπάνω μουσικά ιδιώματα, απαντώνται -με ιδιαίτερη επιτυχία, στον ήχο της μπάντας.

Καταρχάς, θα πρέπει να αναφερθεί, πως ο ομώνυμος ντεμπούτο δίσκος της μπάντας, που κυκλοφόρησε μέσω της Withered Hand Records την περασμένη Άνοιξη, περιλαμβάνει τρία από τα πέντε τωρινά της μέλη, μιας και πρόσφατα προχώρησαν σε αλλαγές στο line up τους. Ο μπασίστας, που συμμετείχε στον δίσκο αντικαταστάθηκε ενώ, προσθήκη υπήρξε και πίσω απ' το μικρόφωνο, μιας και η μπάντα απέκτησε ένα -θηλυκού γένους, άτομο, για αυτό τον ρόλο σε μόνιμη βάση, αφού τόσο στον δίσκο, όσο και στις -αρκετές, μέχρι τώρα ζωντανές τους εμφανίσεις, τα φωνητικά τα αναλάμβαναν οι δύο κιθαρίστες της μπάντας.

Ο δίσκος αποτελείται από δέκα κομμάτια -ένα εκ των οποίων, αποτελεί διασκευή σε τραγούδι του folk καλλιτέχνη, Martin Carthy, ενώ, η συνολική του διάρκεια αγγίζει τα 52 λεπτά. Η παραγωγή του δίσκου είναι αρκετά καλή, αν και τα ψεγάδια δεν απουσιάζουν από αυτόν τον τομέα ενώ, η ομορφιά του artwork που συνοδεύει το άλμπουμ, είναι εφάμιλλη με αυτή, του μουσικού του περιεχομένου, το οποίο, είναι άκρως ενδιάφερον, μιας και..

..Οι συνθέσεις καταφέρνουν να σε παρασύρουν σε ένα συναρπαστικό ταξίδι, προορισμός του οποίου, είναι κάποια από τα πιο όμορφα βουκολικά ηχοτοπία, που έχεις επισκεφθεί. Ο δρόμος, είναι πλημμυρισμένος από ψυχεδελικές μελωδίες ενώ, τα επιβλητικά αξιοθέατα της doom σκηνής εμφανίζονται στο διάβα μας, μόνο και μόνο για να μας υπενθυμίσουν πως οι progressive rock νότες, που κλέβουν την παράσταση κατά τη διάρκεια της ηχητική μας διαδρομής, δεν είναι παρά ένα εξαιρετικά επιτυχημένο καμουφλάζ της πονηρής κι ακαταμάχητης folk ουτοπίας, που επέλεξε να μας υποδεχτεί φορώντας τον πιο φανταχτερό και ηλεκτρισμένο, από τους πολλούς και εξίσου ενδιαφέροντες, heavy μανδύες, της αχανούς, μουσικής της γκαρνταρόμπας.

Όπως ίσως μαντεύετε, το ντεμπούτο των βρετανών Crumbling Ghost σας προτείνετε ανεπιφύλακτα, όχι μόνο για ακρόαση, αλλά και για αγορά, μιας και είμαι σίγουρος, πως αν αυτή η μπάντα στηριχθεί όπως πρέπει, σε λίγο καιρό, θα μας κάνει να παραμιλάμε με τα μουσικά της τερτίπια. Γι' αυτό λοιπόν, κλείνω τούτο το κείμενο παροτρύνοντας σας, να δώσετε σε αυτήν τη μπάντα, την προσοχή που της αξίζει, μιας και είμαι σχεδόν βέβαιος, πως όσοι από εσάς το κάνετε, δεν θα το μετανιώσετε ούτε στιγμή.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

El Hijo De La Aurora - Wicca: Spells, Magic And Witchcraft Through The Ages


Από το Περού κατάγονται οι El Hijo De La Aurora, που δημιουργήθηκαν τον Μάη του 2008 στην πρωτεύουσα της χώρας, Λίμα. Η μπάντα έχει δύο κυκλοφορίες στο ενεργητικό της, το Lemuria, που κυκλοφόρησε λίγους μήνες μετά τη γέννηση της και το Wicca: Spells, Magic And Witchcraft Through The Ages, που κυκλοφόρησε στις αρχές του τρέχοντος έτους, μέσω της ρώσικης R.A.I.G. Records. Ηχητικά, το μουσικό τρίο από τη Νότιο Αμερική, κινείται σε 70's heavy rock φόρμες, με έντονα τα blues και stoner στοιχεία στον ήχο του, αν και το κύριο συστατικό της μουσικής -κι όχι μόνο, τούτης της μπάντας, ακούει στο όνομα: occult doom.

Το Wicca -το vintage αισθητικής artwork του όποιου, μας βάζει για τα καλά στο κλίμα, αναφέρει στο οπισθόφυλλο του ότι περιέχει εννέα κομμάτια, αλλά μόλις το cd τοποθετηθεί στον player, εμφανίζει οχτώ, οπότε τα πράγματα είναι λίγο μπερδεμένα εδώ, αν και είμαι σίγουρος, πως αυτή η λεπτομέρεια, δεν μπορεί να στιγματίσει τα 45 λεπτά ηχητικής μαγείας, που Τα Παιδιά Της Αυγής -όπως μεταφράζεται στα ελληνικά το όνομα της μπάντας, μας προσφέρουν μέσω του δεύτερου πονήματος τους.

Η παραγωγή του άλμπουμ -την οποία έχει επιμεληθεί ο ιδρυτής, ντράμερ, συνθέτης και στιχουργός της μπάντας, Joaquin Cuadra, είναι τραχιά και κάπως ξερή, αλλά θαρρώ, πως προσδίδει στην μουσική του δίσκου έναν σαγηνευτικά παλιομοδίτικο αέρα. Βέβαια, το πλέον σημαντικό είναι το γεγονός, πως η παραγωγή, αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τις συνθέσεις, μιας και όλα τα μουσικά όργανα -πολλά από τα όποια, τα χειρίζονται guest μουσικοί, ακούγονται καθαρά. Τόσο καθαρά, όσο και η ωμή φωνή του Rafael Cantoni, η οποία, βρίσκεται σε πρώτο πλάνο καθόλη τη διάρκεια του δίσκου. Αυτό, ίσως ξενίσει αρκετούς, διότι οι στίχοι -οι οποίοι προσεγγίζουν τα Θεία μέσα από ένα μυστικιστικά βουκολικό πρίσμα, είναι γραμμένοι κι ερμηνευμένοι στα ισπανικά. Όμως, είμαι σχεδόν βέβαιος, πως αυτό λειτουργεί ευεργετικά για την ροή του άλμπουμ και κατά συνέπεια, για όλους εμάς, τους ακροατές.

Οι πέντε guest μουσικοί που συμμετέχουν στον δίσκο είναι πραγματικά καταπληκτικοί στα καθήκοντα τους, μιας και όλοι τους ανταποκρίνονται με τον καλύτερο τρόπο σε αυτά, αν και αυτό, νομίζω πως δεν αποτελεί έκπληξη, μιας και οι τέσσερις εκ των πέντε, συμμετέχουν σε σημαντικές μπάντες της περουβιανής rock/metal σκηνής, όπως οι Reino Ermitano και Laghoria, οπότε το μουσικό τους ταλέντο, είναι ήδη γνωστό ενώ, το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον Manolo Garfias -ο οποίος, συμμετέχει και στους Don Juan Matus, μιας και η δουλειά που κάνει τόσο στο μπάσο, όσο και στην κιθάρα, είναι επιεικώς, εξαιρετική.

Όπως καταλαβαίνετε, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εξαιρετικά προσεγμένη, αλλά κι άκρως ενδιαφέρουσα δουλειά, μιας και το Wicca: Spells, Magic And Witchcraft Through The Ages, είναι μια κυκλοφορία, που αξίζει προσοχής όχι μόνο από τους λάτρεις του παλιομοδίτικου ήχου, αλλά από όλους τους φίλους της heavy μουσικής. Μπορεί η μουσική τούτης της μπάντας να μην είναι εύκολη, αλλά δεν είναι και συνηθισμένη, κι αυτό, νομίζω πως την καθιστά ξεχωριστή, διότι αν και οι μπάντες που επιχειρούν στις μέρες μας να ακουστούν retro είναι πολλές, εντούτοις, λίγες το πετυχαίνουν. Όπως για παράδειγμα, οι El Hijo De La Aurora.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Sigiriya - Return To Earth


Οι Sigiriya, που πήραν το όνομα τους από το φημισμένο πολιτιστικό μνημείο της Σρι Λάνκα, προέρχονται από την πόλη Swansea της Ουαλίας ενώ, τα τέσσερα άτομα που αποτελούν την μπάντα, συνυπήρξαν στους θρύλους της Ευρωπαϊκής -κι όχι μόνο, stoner σκηνής, Acrimony. Πρόκειται για τους Darren Ivey (ντραμς), Paul Bidmead (μπάσο), Stuart O'Hara (κιθάρα) και Dorian Walters (φωνητικά), οι όποιοι, μετά από σχεδόν δέκα χρόνια, αποφάσισαν να συνεργαστούν και πάλι, αλλά χωρίς τον έτερο κιθαρίστα (Lee Davies) μαζί τους. Αυτό, οφείλεται στο ότι ο απουσιάζων από αυτό το νέο σχήμα κιθαρίστας είναι 100% προσηλωμένος στη νέα του μπάντα, Lifer, αλλά και στο ότι οι υπόλοιποι τέσσερις, ήθελαν να δημιουργήσουν κάτι εντελώς καινούριο.

Και τα κατάφεραν, μιας και το Return To Earth, που κυκλοφόρησε μέσω της The Church Within Records, είναι ένας εκπληκτικός stoner/doom δίσκος, ο οποίος, επιβεβαιώνει τα λεγόμενα των μελών της μπάντας για κάτι φρέσκο, αφού τα 7 κομμάτια του, τα όποια διαρκούν συνολικά 36 λεπτά, σε καθηλώνουν απ΄την πρώτη στιγμή με την ορμητικότητα τους, σε αντίθεση με τα κομμάτια των Acrimony, που σε μάγευαν με την ψυχεδελική τους αύρα. Μια αύρα, που υπάρχει και στον ήχο των Sigiriya, αλλά όχι σε πρώτο πλάνο, μιας και οι συνθέσεις τούτης της νεότευκτης μπάντας, στάζουν αδρεναλίνη.

Η παραγωγή του δίσκου είναι μπουκωμένη και κάπως τραχιά, αλλά θαρρώ, πως είναι η ιδανική για αυτόν, μιας και ενισχύει την in your face αισθητική των κομματιών, χωρίς να παραμορφώνει την ηχητική όψη τους. Αυτό, ίσως οφείλεται στους Gethin Woolcock και Billy Anderson, που ηγήθηκαν της σχετικής διαδικασίας, ίσως όμως, η ωμότητα του ήχου, να είναι αποτέλεσμα της ζωντανής ηχογράφησης του δίσκου, μιας και τα overdubs που χρησιμοποιήθηκαν -σε κιθάρες και φωνητικά, δεν ήταν παρά ελάχιστα. Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο για τον ήχο του άλμπουμ, είναι το γεγονός, πως οι ηχογραφήσεις ολοκληρώθηκαν σε διάστημα πέντε ημερών, κι αυτό, θαρρώ πως ενισχύει σημαντικά την αίσθηση αυθορμητισμού, που διαπερνά το εν λόγω άλμπουμ.

Ογκώδη και heavy riffs ξεπηδούν απ' τις χορδές τις κιθάρας, η οποία όταν χαλαρώνει, μας μαγεύει με τις μελωδικές στιγμές που απλόχερα μας χαρίζει. Τα δυναμικά ντραμς, προσδίδουν μια metalική χροιά στον ήχο της μπάντας, η οποία, συνοδεύεται από το απύθμενο groove που το μπάσο προσφέρει στον ήχο της ενώ, τα παθιασμένα φωνητικά, συμπληρώνουν το ηχητικό παζλ που φέρει το όνομα: Return To Earth. Ένα όνομα, που χαρακτηρίζει με τον καλύτερο τρόπο τις συνθέσεις των Sigiriya, οι οποίες, ξεχωρίζουν για την γήινη αύρα τους -σε αντίθεση με τα κομμάτια των Acrimony. Οπότε, καλό θα ήταν να έχετε κατά νου, ότι οι ομοιότητες μεταξύ των δύο συγκροτημάτων εντοπίζονται στα πρόσωπα -και μόνο, και ουχί, στην -τρομερή και στις δύο περιπτώσεις, μουσική, που αυτά μας προσφέρουν. Πως το λέγανε παλιά; Ο Βασιλιάς πέθανε, Ζήτω ο Βασιλιάς! Κάπως έτσι.