Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Agnes Vein - Soulship


Οι προερχόμενοι από την Θεσσαλονίκη και απαρτιζόμενοι από τους Σάκη σε κιθάρα, Φοίβο σε ντραμς κι Ερρίκο σε μπάσο, Agnes Vein, είναι από εκείνες τις μπάντες, που αν κι έχουν μια μεστή παρουσία στο εγχώριο underground, εντούτοις, καθυστέρησαν να τη μετουσιώσουν σε κάποια ηχογράφηση αρκετά, αλλά όταν το έκαναν, κατάφεραν να εντυπωσιάσουν με την ποιότητα της, όπως αποδεικνύει τρανά το προ τριετίας ντεμπούτο τους: Duality, που χρειάστηκε να περάσουν 9 χρόνια από την δημιουργία τους το 2001 για να πάρει σάρκα κι οστά.

Εν έτη 2013 και σε αντίθεση με άλλες εγχώριες μπάντες, που κυκλοφόρησαν την παρθενική τους δουλειά μετά από χρόνια κι ύστερα διέλυσαν, οι ανερχόμενοι Agnes Vein κυκλοφόρησαν την τρέχουσα Άνοιξη το αποτελούμενο από 6 κομμάτια, Soulship, το οποίο παρά την μικρή του διάρκεια, που αγγίζει τα 38 λεπτά περίπου, αποτελεί το δεύτερο full length τους και συνάμα ένα εξαιρετικό άκουσμα, που υφαίνει με μαεστρία ένα σαγηνευτικό υφαντό στολισμένο με έντονα doom ηχοχρώματα, μπόλικα sludge ψήγματα, epic συναίσθημα και black ψυχεδέλεια.

Η κιθάρα πλέκει γοητευτικά leads πνιγμένα στο επικό μέλας και σκαρώνει riffs πάνω σε ένα στιβαρό doom μοτίβο, το οποίο η ίδια φροντίζει να διανθίσει με sludge στοιχεία, προσφέροντας έτσι ποικιλία στις συναρπαστικές συνθέσεις του απολαυστικού Soulship, ενώ τα φωνητικά, που εναλλάσσονται σε black οδυρμούς και καταθλιπτικές ελεγείες, εντείνουν το αίσθημα της απώλειας του δίσκου, καθώς ενισχύουν σημαντικά τη θρηνητική αύρα της κιθάρας κι αποδίδουν συγχρόνως, με περισσή και βασανιστική ειλικρίνεια τους ξεχειλίζοντες πόνο στίχους του.

Το μπάσο προσδίδει όγκο και βάθος στις συνθέσεις, αλλά ξεχωρίζει κυρίως για την ικανότητα του να ελίσσεται ανάμεσα σε αυτές με τέτοιο τρόπο, ώστε να τους προσφέρει την απαραίτητη πυκνότητα και δυναμική, ενώ συγχρόνως πλαισιώνει εξαίσια, τόσο τις αποπνέουσες μια βαθιά εσωστρέφεια κιθάρες, όσο και τα προερχόμενα από την άβυσσο και καταιγιστικά σε στιγμές χτυπήματα των ντραμς, που δίνουν στο εξαιρετικό Soulship μια υφέρπουσα και διαολεμένη αύρα πνευματικότητας, η οποία απογειώνει την ανάγλυφη μελαγχολία, που το διακρίνει.

Ο μελαγχολικός doom ρυθμός των συνθέσεων του Soulship συνδυάζεται άψογα με τις epic αναφορές των Agnes Vein και στολίζονται υπέροχα από τα λιγοστά μεν, απολαυστικά δε, sludge ψήγματα, με τα οποία τούτη η άκρως ελπιδοφόρα μπάντα τις στολίζει, ενώ τα φέροντα μια βάρβαρη αίσθηση κατάθλιψης, black ηχοτοπία τους, κολακεύονται από την υφέρπουσα ψυχεδέλεια, με τα οποία τούτη η πολλά υποσχόμενη μπάντα τα διανθίζει, προδίδοντας έτσι τον συνθετικό της οίστρο, το περίσσιο ταλέντο και την πραγματικά αψεγάδιαστη απόδοση της.

Όπως ίσως υποψιάζεστε, ο νέος δίσκος των Agnes Vein είναι εξαιρετικός από όλες τις απόψεις, καθώς εκτός του μουσικού και στιχουργικού του περιεχομένου, που βρίσκονται σε υψηλότατο επίπεδο, τόσο η παραγωγή, όσο και το artwork του, αξίζουν ειδικής μνείας, καθώς συμβάλουν τα μέγιστα στο θαυμάσιο άκουσμα με τον τίτλο: Soulship, που αποτελεί ένα άκρως ενθαρρυντικό σημάδι για το μέλλον των δημιουργών του και συνάμα, μια από τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς, καθώς τούτο το μεγαλειώδες άκουσμα, ξεχειλίζει από παντού ποιότητα. Εύγε!

Agnes Vein: Bandcamp / Facebook

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

IRN


Μια νέα μπάντα από το Τορόντο του Καναδά ήρθε να ταράξει για τα καλά τις λασπουριές του τραχύ doom και sludge ήχου με το ομώνυμο και ντεμπούτο EP της, αλλά και να μας προσφέρει πολλές ελπίδες, τόσο για το μέλλον της, όσο και για το μέλλον της συγκεκριμένης σκηνής γενικότερα, καθώς οι περί ου ο λόγος, IRN, που απαρτίζονται από τους Jeff σε μπάσο και φωνητικά, Ken σε κιθάρες και Will σε ντραμς, δημιουργήθηκαν πριν από έναν περίπου χρόνο με σκοπό να σπείρουν μουσικό όλεθρο με τις τερατώδους ομορφιάς και θηριώδους υπόστασης μελωδίες τους κι όπως μάλλον υποψιάζεστε, φαίνεται να πετυχαίνουν τον στόχο τους.

Οι 3 τρομερές συνθέσεις συνολικής διάρκειας περίπου 33 λεπτών του παρθενικού EP των IRN, διακρίνονται για τον μοχθηρό τους χαρακτήρα και την καταχθόνια υφή τους, ενώ ξεχωρίζουν για την πολύ καλή δομή τους, που έχει ως αποτέλεσμα η ροή του εν λόγω φρικαλέου ακούσματος, να είναι εξαιρετική, αλλά κι εφάμιλλη με αυτή πλημμυρισμένων υπονόμων, καθώς πέραν των πραγματικά εμπνευσμένων και αψεγάδιαστα εκτελεσμένων κομματιών των IRN, σε αυτό πολύ σημαντικά συμβάλουν και τα σωστά κι έξυπνα χρησιμοποιημένα samples, με τα οποία τούτη η εξαιρετικά ταλαντούχα μπάντα, στολίζει το πρώτο της μοχθηρό και χαιρέκακο πόνημα.

Τα απόκοσμα και γεμάτα φθόνο και κακία φωνητικά μοιάζουν βγαλμένα μέσα από τα έγκατα της αβύσσου και με περίσσια πειθώ ξερνούν στίχους με κυρίαρχα τα αισθήματα της απώλειας και του μίσους, εντείνοντας έτσι τα βάρβαρα κι έρποντα riffs της κιθάρας, που κινούνται με βήμα βαρύ κι ασήκωτο, οδηγώντας έτσι τα κομμάτια σε βασανιστικά αργούς ρυθμούς και συνάμα, πλαισιώνοντας εντυπωσιακά το μεστό μπάσο του IRN, που αποδεικνύεται με εκκωφαντικό τρόπο, πως είναι πιστός συνοδοιπόρος στα σκοτεινά κι ανήλιαγα ηχητικά σοκάκια, τόσο αυτής, όσο και των φθονερών και καταιγιστικών και κατακλυσμιαίων χτυπημάτων των ντραμς.

Το ευωδιάζον σαπίλα ηχητικό απαύγασμα sludge μοχθηρότητος και doom καταχνιάς, που φέρει τον τίτλο: IRN, αποτελεί ένα από τα πλέον ελπιδοφόρα ακούσματα του ακραίου heavy ήχου, καθώς οι κτηνώδεις συνθέσεις του, που μας προσφέρουν μπόλικες στιγμές αγνής, ανίερης κι ανόθευτης μουσικής απόλαυσης, εύκολα παραλληλίζεται με μια σαγηνευτική και λάγνα χίμαιρα, ο extreme χαρακτήρας της οποίας, δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για τις όχι και τόσο καλοσυνάτες της προθέσεις. Με άλλα λόγια, αν ψάχνετε κάτι υπέρμετρα heavy, αλλά κι ακραίο, τότε το πολύ καλό ντεμπούτο των ανερχόμενων IRN αποτελεί ιδανική επιλογή για όλους.


Τρίτη 14 Μαΐου 2013

:TWiNGiANT: - Sin Nombre


Μετά το περσινό πολύ καλό ντεμπούτο τους, Mass Driver, οι γεννημένοι το 2010 στο Φοίνιξ της Αριζόνα κι απαρτιζόμενοι από τους Jarrod σε φωνή και μπάσο, Dave σε κιθάρες και φωνητικά, Jeff στα ντραμς και τον ελληνικής καταγωγής Νίκο σε κιθάρες και φωνητικά, :TWiNGiANT:, επανέρχονται άκρως δυναμικά στην δισκογραφία με την δεύτερη δουλειά τους, 5 κομματιών και συνολικής διάρκειας 25 λεπτών, που έχει την μορφή EP και φέρει τον τίτλο: Sin Nombre.

Το εν λόγω άκουσμα, διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, που προσφέρει ένταση και διαύγεια στις νέες συνθέσεις των :TWiNGiANT: κι αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την οργανική υπόσταση της μουσικότητας τους, ενώ προσδίδει συγχρόνως μια σαγηνευτική αύρα στην αποπνέουσα ζεστασιά τονικότητα του Sin Nombre, η οποία αποτελεί ένα από τα πλέον δυνατά του σημεία, καθώς προσφέρει μια ονειρική διάσταση στα εκρηκτικά κομμάτια του.

Η ροή του Sin Nombre είναι εντυπωσιακά καλή, μιας και ο δίσκος κυλάει σαν δροσερό ρυάκι σε κάποια απότομη πλαγιά, ενώ ειδικής μνείας αξίζει η υφέρπουσα μελαγχολία, που διαπερνά το κάθε του λεπτό, η οποία πραγματικά απογειώνει το στιβαρό heavy μείγμα από stoner ηχοτοπία  και sludge ηχοχρώματα, που αποτελεί την ραχοκοκκαλιά της μουσικής των :TWiNGiANT:, την οποία τούτη η εξόχως ταλαντούχα μπάντα, στολίζει με μια μαγευτική desert ψυχεδέλεια.

Μπάσο και ντραμς συνεργάζονται αρμονικά, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τις κιθάρες κι αμφότερα συμβάλουν σημαντικά στον groove χαρακτήρα του Sin Nombre με τις μεστές τους μελωδίες και τα σφοδρά τους χτυπήματα αντίστοιχα, ενώ οι κιθάρες σκαρώνουν λασπωμένα riffs σε stoner ύφος, που διακρίνονται για το sludge ταμπεραμέντο τους και τον fuzz χαρακτήρα τους και solos βαπτισμένα στα vintage νερά της rock ψυχεδέλειας αλλοτινών ηχητικών εποχών.

Τα φωνητικά διακρίνονται για το γρέζι, την τραχιά τους υφή και για το περίσσιο πάθος τους και ξεχωρίζουν για την αχνή space αύρα, που οφείλεται στην μίξη του Sin Nombre, η οποία τους έδωσε μια απόμακρη ηχητική υπόσταση, που έχει σαν αποτέλεσμα να ακούγονται μες από τις μακρινές κι αχαλίνωτες ερήμους του heavy διαστήματος, ενώ άξια αναφοράς είναι τα samples φωνητικών, τα οποία με μαεστρία τοποθετούν οι :TWiNGiANT: σε κομβικά σημεία του EP.

Το δεύτερο πόνημα τούτης της άκρως ελπιδοφόρας μπάντας αποδεικνύει με εύγλωττο τρόπο ότι τα πολύ καλά λόγια, που είχαν δικαίως ακουστεί για αυτούς πέρυσι και με αφορμή το ντεμπούτο τους, δεν ήταν υπερβολικά, καθώς τα κομμάτια του εξαιρετικού Sin Nombre, καθιστούν σαφές, πως οι πολλά υποσχόμενοι :TWiNGiANT: που ήρθαν με ορμή στα heavy δρώμενα, πρόκειται να μείνουν στο επίκεντρο αυτών για αρκετό καιρό. Κάντε λοιπόν την χάρη στον εαυτό σας..

:TWiNGiANT:: Official Website / Bandcamp / Facebook

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Uncle Acid - Mind Control


Από το Cambridge προέρχονται οι γεννημένοι το 2009 και ραγδαίως ανερχόμενοι Uncle Acid, που εδώ και 1-2 χρόνια έχουν προκαλέσει πανικό στην ευρύτερη heavy σκηνή με την εξαίσια μουσική τους, όπως την γνωρίσαμε στους δυο πρώτους τους δίσκους, που κυκλοφόρησαν το 2010 και 2011 αντίστοιχα, καθώς το διανθισμένο με μπόλικο fuzz και groove μείγμα doom, 60's garage, pop κι occult rock, έκαψε καρδιές με την ατίθαση και ξελογιάστρα retro αύρα του.
 
Εν έτη 2013 οι άκρως ταλαντούχοι Uncle Acid επιστρέφουν δυναμικά στην δισκογραφία με το τρίτο τους πόνημα, Mind Control, που κυκλοφόρησε μέσω της Rise Above Records και το οποίο αποτελείται από 9 κομμάτια συνολικής διάρκειας 51 λεπτών, που αν και βρίσκονται κοντά στο ύφος των παλαιότερων τραγουδιών της μπάντας, εντούτοις, διαφέρουν σε αρκετά σημεία από εκείνα, καθώς εδώ η μουσική πρόοδος κι ωριμότητα, είναι στοιχεία αδιαμφισβήτητα.
 
Το fuzz παραμένει στον ήχο των Uncle Acid, όπως ακριβώς και το γνωστό τους groove, αλλά το occult στοιχείο έχει περιοριστεί κυρίως στους στίχους κι έχει δώσει ηχητικό χώρο στην pop πλευρά της μπάντας, η οποία συνδυάζεται απίστευτα όμορφα με το horror doom υπόβαθρο της, αναδεικνύοντας έτσι τόσο τα σπιρτόζικα 60's garage στοιχεία της, τα οποία μειώθηκαν ελαφρώς στο Mind Control, όσο και την 70's prog ψυχεδέλεια, που εδώ κλέβει την παράσταση.
 
Το tempo του Mind Control αλλάζει συχνά πυκνά από την κιθάρα, που άλλοτε σκαρώνει riffs βγαλμένα μέσα από doom διαμάντια αλλοτινών ηχητικών εποχών κι άλλοτε εξαπολύει garage μελωδίες, που συνεπαίρνουν και τον πιο απαθή ακροατή, ενώ τα solos της, που διακρίνονται από μια υφέρπουσα prog αισθητική, αλλά κι από μια μεθυστική ανατολίτικη αύρα σε στιγμές, ξελογιάζουν τις αισθήσεις με το ψυχεδελικό, vintage κι αιθέριο pop rock άρωμά τους.
 
Τα ντραμς κρατούν με μαεστρία τα μπόσικα και συνοδεύουν τα έγχορδα πάντα με περίσσια τεχνική και εμφανή δυναμισμό, ενώ το μεστό μπάσο, γεμίζει τις συνθέσεις του Mind Control, στις οποίες προσφέρει με τη γλυκιά τονικότητα του, μια ηχητική ζεστασιά κολακευτική για αυτές κι αναδεικνύει τα λιγοστά ηχοχρώματα των πλήκτρων και του mellotron, που προσδίδουν μια άκρως γοητευτική και ταξιδιάρικη αίσθηση νοσταλγίας στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.
 
Οι σχεδόν μινιμαλιστικοί και πάντα δοσμένοι υπό ένα λάγνο occult πρίσμα, στίχοι, αποδίδονται εξαιρετικά από τις διφωνίες των Uncle Acid, που πρωταγωνιστούν σε τούτο το άκουσμα, ενώ η παραγωγή του Mind Control, αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο, τόσο την συνθετική πρόοδο της μπάντας, όσο και την εκπληκτική της απόδοση και ενισχύει παράλληλα το retro ύφος των συνθέσεων της, καθώς απογειώνει την ακατέργαστη μουσικότητα όλων των οργάνων.
 
Νεότερα και παλαιότερα ηχοτοπία του ευρύτερου heavy ήχου και όχι μόνο, συμπλέκονται σε μια αέναη μάχη μεταξύ τους, που αναδεικνύει νικήτρια την μοναδική μουσική ταυτότητα των εξόχως ελπιδοφόρων Uncle Acid, καθώς η λήξη της μεταξύ τους ηχητικής συμπλοκής, καταδεικνύει με τρόπο εύγλωττο την ξεχωριστή τονικότητα τούτης της εκπληκτικής μπάντας και τρανή απόδειξη αυτού είναι το σαγηνευτικό Mind Control, που καθηλώνει τις αισθήσεις με κάθε του νότα.

Uncle Acid: Official Website / Facebook
Rise Above Records: Official Website

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Atlantic Valley - Mammoth


Στο Βίγκο της Γαλικίας δημιουργήθηκαν στις αρχές του 2011 οι ανερχόμενοι Atlantic Valley, που έχουν διακριθεί με την κατάληψη της πρώτης θέσης σε ένα τοπικό μουσικό διαγωνισμό, κερδίζοντας έτσι την ευκαιρία να παίξουν ζωντανά στη χώρα, αλλά και να ηχογραφήσουν την πρώτη τους δουλειά, που αποτελεί αφορμή για τούτο το κείμενο και η οποία κυκλοφορεί με την μορφή EP υπό τον τίτλο: Mammoth, που περιγράφει επακριβώς το μουσικό της ύφος.

Τούτο το εντυπωσιακό άκουσμα στηρίζει τις σκληρές μελωδίες του, στον παλιακό stoner rock ήχο, όπως τον γνωρίσαμε για πρώτη φορά πίσω στα 90's, τον οποίο όμως διανθίζει με αχνές και σχεδόν ανεπαίσθητες punk και ψυχεδελικές πινελιές, που καθιστούν το διακριθέν για το μπόλικο fuzz του κι αποτελούμενο από 6 κομμάτια συνολικής διάρκειας 21 λεπτών, Mammoth, ένα εξόχως εκρηκτικό άκουσμα, από την ορμή του οποίου, δεν υπάρχει ασφαλής διαφυγή.

Η ωμή παραγωγή του Mammoth κολακεύει την σκαιά υπόσταση των συνθέσεων του κι αυτό μάλλον δεν είναι τυχαίο, καθώς την επιμελήθηκε η ίδια η μπάντα, η οποία απαρτίζεται από τους ταλαντούχους Angel Pèrez στο μπάσο, Simón Nicolás στα ντραμς, Alexandre Alonso στην φωνή και Marcus Domato στην κιθάρα, όλοι εκ των οποίων, πιάνουν εντυπωσιακή απόδοση, ενώ άξια μνείας είναι η άψογη συνεργασία τους με τον Martiño Toro στο mastering του EP.

Τα γεμάτα γρέζι φωνητικά ερμηνεύουν τους αγγλικούς και ισπανικούς στίχους του Mammoth με περίσσιο πάθος, ενισχύοντας έτσι τον ωμό χαρακτήρα του και δίνοντας πάτημα στην κιθάρα για να ποτίσει τα δυναμικά riffs της με γενναίες ποσότητες fuzz, αναγκάζοντας έτσι και το στιβαρό μπάσο να παραδοθεί σε μια κολακευτική για τις συνθέσεις παραμόρφωση, που αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τα ξεχειλίζοντα groove κι άκρως σπιρτόζικα χτυπήματα των ντραμς.

Το ανόθευτο stoner rock των άκρως ελπιδοφόρων Atlantic Valley κερδίζει με την πρώτη του κιόλας νότα την προσοχή και το θαυμασμό, καθώς μαρτυρά τιμιότητα, αλλά κι αγνή αγάπη για τούτο το δημοφιλές, μα και λιγάκι παρεξηγημένο παρακλάδι του heavy ήχου, καθώς ο ευθύς χαρακτήρας του πολύ καλού Mammoth, που διατίθεται δωρεάν στη σελίδα τους στο bandcamp, όπως και η τραχιά του υπόσταση, που στάζει αδρεναλίνη, ξεσηκώνει με κάθε του μελωδία.

Atlantic Valley: Bandcamp / Facebook