Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Altar Of Plagues. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Altar Of Plagues. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Altar Of Plagues - Teethed Glory & Injury


Οι Ιρλανδοί Altar Of Plagues γεννήθηκαν στο Cork το 2006 κι έκτοτε δεν έχουν σταματήσει να πειραματίζονται με τον ακραίο, μα γεμάτο μελωδικά σημεία ήχο τους, καθώς οι τρεις μουσικοί, που απαρτίζουν τούτη την ιδιαιτέρως ταλαντούχα μπάντα, οι Dave Condon σε φωνητικά και μπάσο, Johnny King σε ντραμς και James Kelly σε κιθάρες, φωνή και πλήκτρα, αναζητούν με κάθε νέο τους πόνημα τα καλλιτεχνικά και συναισθηματικά όρια της έμπνευσης τους.
 
Το ίδιο συμβαίνει και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό και στην τρίτη και καλύτερη ως τώρα, full length δουλειά τους, που κυκλοφορεί τούτες τις μέρες από την βρετανική Candlelight Records υπό τον τίτλο: Teethed Glory & Injury, καθώς σε τούτο το εξαιρετικό άκουσμα, που διακρίνεται εκτός των άλλων και για την αψεγάδιαστη πραγματικά παραγωγή του Jaime Gomez Arellano, η εξέλιξη και η πρόοδος είναι αναμφισβήτητα στοιχεία, όπως ακριβώς και οι καινοτομίες.
 
Η συνολική διάρκεια του δίσκου, που αγγίζει τα 49 λεπτά, είναι κατά τι μικρότερη από αυτή των πρότερων άλμπουμ της μπάντας, ενώ τα 9 κομμάτια του, είναι σχεδόν τα διπλάσια σε αριθμό σε σχέση με τους προηγούμενους δίσκους των Altar Of Plagues και αυτό έχει ως αποτέλεσμα το εντυπωσιακό Teethed Glory & Injury να είναι πιο εύκολα προσβάσιμο, παρά την ιδιαιτέρως δυναμική και σε στιγμές σχεδόν παράφωνη υπόσταση του, καθώς κολακεύει τη ροή του.
 
Το black μοτίβο των Altar Of Plagues έχει γίνει τραχύ κι ακάνθινο και το ονειρικά αποπνικτικό post στοιχείο τους έχει περάσει στο περιθώριο, αν και δεν έχει εξαφανιστεί σε καμία περίπτωση, ενώ τα αχνά drone ψήγματα και τα ανάγλυφα industrial ηχοχρώματα, που χαρακτηρίζουν το τρομερό Teethed Glory & Injury, απογειώνονται από το βαθύ πλέγμα noise και ambient ηχοτοπίων, που ενώνονται με τα ιερά δεσμά του extreme metal ήχου, εις σάρκαν μιαν.
 
Τα διάφορα samples εντείνουν την ηλεκτρονική υφή του Teethed Glory & Injury, καθώς δημιουργούν ένα όξινο ηχητικό σύννεφο, κάτω από το οποίο οι κιθάρες, που άλλοτε έχουν την μορφή δρεπανιών κι άλλοτε τη μορφή ονειροπαγίδας, θερίζουν με περισσή συναισθηματική φόρτιση τους βίαιους καρπούς των ντραμς, τα κατακλυσμιαία χτυπήματα των οποίων, είτε κρατούν τον ρυθμό, είτε οδηγούν τις συνθέσεις, το κάνουν πάντα με ζηλευτή μαεστρία.
 
Το μπάσο συμβάλει σημαντικά με τον δυνατό παλμό του στο παράφωνο μεγαλείο, που ακούει στο όνομα Teethed Glory & Injury, καθώς του προσδίδει όγκο και βάθος, ενώ εντείνει το fuzz της κιθάρας κι ενισχύει το groove των ντραμς, την ίδια στιγμή, που τα φωνητικά είναι τα πλέον ειλικρινή και παθιασμένα στην ιστορία των Altar Of Plagues, καθώς ερμηνεύουν τους γεμάτους αλήθειες στίχους, με πειστικότητα, που θρυμματίζει κόκαλα και που τσακίζει συνειδήσεις.
 
Τα πελώρια ηχητικά κύματα του φοβερού Teethed Glory & Injury σκάνε με μανία στα βράχια του extreme ήχου και συνθλίβουν με σφοδρότητα τα σύνορα του, δημιουργώντας ένα στιβαρό κράμα έντονων ηχητικών συναισθημάτων απαράμιλλης ομορφιάς, που καθηλώνει με κάθε του νότα, καθιστώντας παράλληλα το έσχατο χρονικά πόνημα των Altar Of Plagues ως ένα από τα μουσικά μνημεία της χρονιάς. Λάτρεις της συναισθηματικής βαρβαρότητας, σπεύσατε.

Altar Of Plagues: Facebook
Candlelight Records: Official Website

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Altar Of Plagues - Mammal



Μεγάλη κινητικότητα στην metal σκηνή της Ιρλανδίας παρατηρείται φέτος και αυτό με χαροποιεί ιδιαιτέρως, μιας και από εκεί προέρχονται κάποιες από τις αγαπημένες μου μπάντες. Μια από αυτές, είναι οι Altar Of Plagues, που δημιουργήθηκαν το 2006, στην πόλη Cork. Η οποία χαρακτηρίζεται από πολλούς Ιρλανδούς ως η αληθινή πρωτεύουσα της χώρας, εξαιτίας, της μεγάλης συμμετοχής των κατοίκων της στα κοινά του κράτους, κι ας μην είναι η μεγαλύτερη σε μέγεθος ή πληθυσμό περιοχή. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης και η ερμηνεία του ονόματός της, που σημαίνει βάλτος. Αυτό μας δίνει και μια εικόνα για την μουσική της μπάντας -στην οποία αναφέρομαι σε τούτο το ποστ, και που μόλις πριν από μια εβδομάδα, περίπου, κυκλοφόρησε το δεύτερο full length δίσκο της, με τίτλο Mammal.

Η διάρκεια του άλμπουμ αγγίζει τα 52 λεπτά κι ας αποτελείται από μόλις τέσσερα κομμάτια. Επομένως, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, ο δίσκος χρειάζεται την απόλυτη προσοχή σας κατά την ακρόασή του, γιατί, τα κομμάτια αναπτύσσονται με όχι και τόσο γοργό ρυθμό, καθώς, δεν θα ήταν υπερβολή ή λάθος αν τα χαρακτήριζα αραιωμένα ως προς τη δομή τους. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι καθόλου μειωτικός, αλλά αρκετά επεξηγηματικός ως προς το άπλωμα των συνθέσεων. Άλλωστε, η post rock αισθητική στο χτίσιμο των τραγουδιών και οι jazz σταγόνες στον μελωδικό black metal ωκεανό που διασχίζει το group καθ΄οδόν για τις νησίδες της ευτυχίας που υπάρχουν στην απέναντι όχθη. Στις παρυφές αυτής της μουντής και γκρίζας όχθης σε υποδέχονται με τα μοιρολόγια τους ηλικιωμένες γυναίκες που ήδη έχουν ζήσει κι απ΄τις δυο πλευρές, που έχουν γευτεί τη ζωή αλλά και τον θάνατο. Η υποδοχή τους αποτελεί συγχρόνως και ξεπροβόδισμα καθώς ακολουθείται μονάχα απ' το κύκνειο άσμα του δίσκου αλλά και συνάμα το δικό σου.

Όποιος προσπαθήσει να χώσει κάτω από μια ταμπέλα το υποφαινόμενο συγκρότημα, είναι σίγουρο ότι θα αποτύχει και μάλιστα με παταγώδη τρόπο. Δεν είναι black metal, δεν είναι post rock, δεν είναι jazz, δεν είναι ambient, δεν είναι folk, δεν είναι noise. Είναι όλα αυτά μαζί. Η παλαιότερη περιοδεία με Wolves In The Throne Room και Isis μάλλον προδίδει με τον καλύτερο τρόπο τις βασικές επιρροές τους. Θα ήμουν, όμως, αφελής, εάν έκρινα από αυτές το συγκρότημα, καθώς, στο νέο τους πόνημα θα βρουν πράγματα που θα γουστάρουν οι οπαδοί των εξαιρετικών Καναδών Godspeed You! Black Emperor αλλά και των παραφυάδων τους Silver Mountain Zion, όπως, θα βρουν στιγμές που θα πωρωθούν και οι οπαδοί των Νορβηγών Mayhem. Πολύ αλλοπρόσαλλα μπορεί να σας φαίνονται όλα αυτά, αλλά είμαι σίγουρος πως μόλις ακούσετε το εν λόγω άλμπουμ θα συμφωνήσουμε.

Είναι πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια η μίξη του black metal με διάφορες άλλες εκφάνσεις της μουσικής, κυρίως μελωδικές. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, αλλά, όπως πολλά, πρόσφατα, παραδείγματα στο χώρο της σκληρής μουσικής έδειξαν, πως ο κορεσμός που έπεται της υπερπαραγωγής/υπερπροσφοράς μόνο καλό δεν κάνει -κάθε άλλο μάλιστα, καθώς, αρκετές φορές έχει οδηγήσει στην απαξίωση ονόματα μεγάλα και γνωστά που ίσως και να μην άξιζαν τέτοιας ισοπεδωτικής συμπεριφοράς. Όμως ,ας μην ξεφύγουμε κι άλλο, γιατί, εδώ μιλάμε για ένα συγκεκριμένο συγκρότημα που ποτέ δεν υιοθέτησε κάποια ταμπέλα και που ποτέ δεν δήλωσε πως παίζει μουσική για τις μάζες και τη δόξα -το αντίθετο μάλιστα, και για μια συγκεκριμένη κυκλοφορία που εμπεριέχει εκτός από μπόλικο συναίσθημα κι αρκετή έμπνευση, ρίσκο. Καταλαβαίνεται τι εννοώ, ελπίζω.