Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα I Hate Records. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα I Hate Records. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

The Temple - Forevermourn

 
Πριν από έντεκα χρόνια σχηματίστηκαν στην Θεσσαλονίκη οι The Temple, οι οποίοι έπειτα από ένα διάλειμμα και ύστερα από κάμποσες αλλαγές στην σύνθεση τους πλέον απαρτίζονται από τον Alex σε μπάσο, φωνή και στίχους, τον Paul στα ντραμς και τους Stefanos και Phelipe σε κιθάρες, οι οποίοι πριν από δύο μήνες κυκλοφόρησαν την παρθενική τους full length δουλειά.
 
Εφτά κομμάτια συνολικής διάρκειας 55 λεπτών περιέχει το περί ου ο λόγος Foverermourn, το οποίο βγήκε με την βοήθεια της σουηδικής I Hate Records, ενώ ειδικής μνείας αξίζει τόσο το πανέμορφο του artwork, που ταιριάζει γάντι στην μουντή ατμόσφαιρα του, όσο κι η παραγωγή, που μαρτυρά την live ηχογράφηση από τους έξοχους The Temple με την οργανική της υφή.
 
Ρωμαλέο και στιβαρό είναι το μονολιθικό rythm section στο χορταστικό κι εξόχως απολαυστικό Forevermourn, το οποίο χρωστά στα δυναμικά του ντραμς τον ράθυμο και πένθιμης αισθητικής βηματισμό του κι οφείλει στο μεστό μπάσο των The Temple και τον αχνό του fuzz χαρακτήρα το ιδιαιτέρως ογκώδες εκτόπισμα του, καθώς και την εξόχως συμπαγή του metal ιδιοσυγκρασία.
 
Άκρως μελωδικά είναι τα θηριώδη riffs από την ρυθμική κιθάρα, τα οποία κινούνται σε mid tempo παραδοσιακά doom μονοπάτια και ξεχωρίζουν για τις θολές epic αποχρώσεις τους, ενώ τα μελαγχολικά leads και solos πασπαλίζουν άλλοτε με σχεδόν ανεπαίσθητη black σκόνη το Forevermourn κι άλλοτε στολίζουν τα νέα κομμάτια των The Temple με αχνά funeral αρώματα.
 
Νοσταλγία traditional doom υφής και ισχνά heavy metal ψήγματα παλαιάς κοπής μαρτυρά η καθαρή και στεντόρεια φωνή των The Temple, που σε στιγμές είναι σε στυλ ψαλμωδίας, ενώ τα λυρικά μέρη από τα έγχορδα μαρτυρούν εύγλωττα την υφέρπουσα gothic θλίψη, που διαπερνά τα ζωηρά και συνάμα μακάβρια κομμάτια του μεθυστικού και παραμυθένιου Forevermourn.
 
Ηλιαχτίδες ξεθωριασμένης epic doom ομορφιάς λούζουν αρμονικά το παραδοσιακό doom ύφος του Forevermourn και πλαισιώνουν έτσι φανταστικά τα κλασσικά heavy metal ρινίσματα τους, τα οποία κολακεύουν αμφότερα τα σχεδόν διάφανα black ψήγματα και τις ισχνές gothic σκίες, που σκεπάζουν το στολισμένο με funeral κοσμήματα ντεμπούτο άλμπουμ των The Temple.
 
Συνθετικός οίστρος κι εκτελεστική δεινότητα σε συνδυασμό με την μακάβρια θελκτική φαντασία των The Temple αποτυπώνουν υπέροχα την ονειρικά πένθιμη τους έμπνευση και καθιστούν έτσι εντυπωσιακά ωραίο το εξαίρετο Forevermourn παρά τα λιγοστά και θαμπά ψεγάδια του, χαρίζοντας μας συγχρόνως ένα εφιαλτικά κι αβυσσαλέα σαγηνευτικό traditional doom άκουσμα.
 
Ιδιαιτέρως λαμπρό θα είναι το μέλλον των ελπιδοφόρων και πολλά υποσχόμενων The Temple στα θλιμμένα κι ανήλιαγα doom metal σοκάκια εάν συνεχίσουν το ίδιο μεθοδικά το διάβα τους σε αυτά, μιας και κρίνοντας αποκλειστικά από τα τρομακτικής σαγήνης trad doom θέλγητρα του γοητευτικού Forevermourn, θαρρώ, πως έχουν όλα τα φόντα για να ξεχωρίσουν. Μαγευτικό.
 
The Temple: Bandcamp / Facebook
I Hate Records: Official Website
 

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Ocean Chief - Universums Härd


Το 2001 σχηματίστηκαν στην Σουηδία οι άκρως ταλαντούχοι Ocean Chief, που απαρτίζονται από τον Jocke στο μπάσο, από τους Christian και Björn στις κιθάρες, από τον Johan στα πλήκτρα κι από τον Tobias σε φωνητικά και ντραμς, οι οποίοι κυκλοφόρησαν στις αρχές του καλοκαιριού μέσω της I Hate Records, την αποτελούμενη από 7 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 43 λεπτών, πέμπτη full length δουλειά τους, που φέρει τον τίτλο: Universums Härd.

Η εν λόγω κυκλοφορία ξεχωρίζει για το εκπληκτικό της artwork, που πλαισιώνει περίφημα το επιβλητικά heavy μουσικό της περιεχόμενο και διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή της, η οποία αναδεικνύει υπέροχα τις περιπετειώδεις συνθέσεις των Ocean Chief με την έμφυτη δυναμική της και χαρίζει διαύγεια στο πυκνό ψυχεδελικό sludge υπόβαθρο τους, το οποίο είναι διανθισμένο με έντονα space αύρας doom ηχοχρώματα, καθώς και με αχνά stoner ηχοτοπία.

Ο υποβλητικός heavy χαρακτήρας των Ocean Chief είναι απόρροια των δυνατών τους ντραμς, που κλέβουν την παράσταση στο χορταστικό κι εξόχως απολαυστικό Universums Härd με την κατακλυσμιαία υπόσταση τους, η οποία ξεχειλίζει groove, ενώ η ανεπαίσθητη epic αισθητική του ισχνού doom χαρακτήρα τους, αποτυπώνεται από το μεστό κι ογκώδες μπάσο τους κι από τα μεγαλοπρεπή πλήκτρα τους, που πασπαλίζουν με ambient μαγεία το τελικό μουσικό σύνολο.

Τα ορμητικά riffs από τις κιθάρες, άλλοτε είναι βαπτισμένα σε διαστημική sludge λάσπη κι άλλοτε μοιάζουν γεννημένα στα πλέον ψυχεδελικά σοκάκια της heavy rock μουσικής, ενώ τα ταξιδιάρικα solos και τα ατίθασα leads τους, διανθίζουν με έντονες vintage πινελιές το Universums Härd, τα γεμάτα γρέζι κι αγριεμένα φωνητικά του οποίου, καθιστούν τις ανάγλυφες space αναφορές και τις ψυχεδελικές hard rock τεχνοτροπίας sludge μελωδίες των Ocean Chief, εξόχως αιχμηρές.

Οι δηλητηριώδεις συνθέσεις του έσχατου χρονικά πονήματος των Ocean Chief παρουσιάζουν για πρώτη φορά τη διάθεση τους να γράψουν μικρότερα σε διάρκεια, όχι όμως και σε εκτόπισμα, κομμάτια, ενώ αναδεικνύουν μέσα από τη στιβαρή τους υπόσταση τον συνθετικό τους οίστρο, που είχε ως αποτέλεσμα το συναρπαστικό Universums Härd να αποτελεί τον πιο μεστό κι ώριμο δίσκο της heavy περιπλάνησης τους στα sludge σοκάκια του διαστήματος. Μεθυστικό.

Ocean Chief: Official WebsiteFacebook
I Hate Records: Official Website


Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Ocean Chief - Sten


Για κάποιο περίεργο λόγο οι δημιουργημένοι το 2001 στο Mjölby της Σουηδίας, Ocean Chief, ποτέ δεν πήραν την προβολή, που τους άξιζε, καθώς παρότι ποτέ ως τώρα δεν κυκλοφόρησαν κάποια άσχημη δουλειά, η αναγνωρισιμότητα τους παρέμενε σταθερά καθηλωμένη σε χαμηλά επίπεδα. Ευτυχώς όμως δεν πτοήθηκαν από την μέτρια υποδοχή που έτυχαν και συνέχισαν να ηχογραφούν εξαιρετικούς δίσκους, όπως για παράδειγμα η νέα τους δουλειά, με τίτλο: Sten, που βγήκε μέσω της επίσης σουηδικής, I Hate Records, στα μέσα του περασμένου Φλεβάρη.
 
Ο εν λόγω δίσκος, που αποτελεί την πρώτη δουλειά για λογαριασμό της άνωθεν αναφερθείσας δισκογραφικής, αλλά την τέταρτη συνολικά full length δουλειά των Ocean Chief, αποτελείται από 4 κομμάτια συνολικής διάρκειας 72 λεπτών και ξεχωρίζει εκτός από την μεγαλειώδη της υπόσταση και τις για ακόμη μια φορά, μακροσκελής συνθέσεις της και για τους γραμμένους στα σουηδικά στίχους του, αλλά και για το πανέμορφο artwork του, που πλαισιώνει υπέροχα το θηριώδες κι επιβλητικό του μουσικό περιεχόμενο, που βασίζεται στον αρχέγονο doom ήχο.
 
Οι κιθάρες χτίζουν πελώρια riffs τεραστίου εκτοπίσματος και σκαρώνουν μελωδικά leads, που τσακίζουν την ψυχοσύνθεση με την μελαγχολική κι εύθραυστη υπόσταση τους, ενώ άψογη είναι η συνεργασία τους με το υφέρπων μπάσο, το οποίο προσδίδει ακόμη περισσότερο όγκο στις ήδη τερατώδους διαστάσεων συνθέσεις του μεγαλοπρεπούς Sten. Τα μεστά χτυπήματα των ντραμς προσδίδουν μια κολακευτική για τις συνθέσεις, κατακλυσμιαία αισθητική, ενώ τα πλήκτρα βοηθούν στην εξαιρετική ροή τους, καθώς εναλλάσσονται σωστά με τα αγριεμένα φωνητικά.
 
Το πρωτόγονο doom υπόβαθρο του Sten διανθίζεται με μοχθηρής αύρας sludge ηχοχρώματα, ενώ τα stoner ψήγματα του, στολίζονται με αχνά space στοιχεία, που μοιάζουν βγαλμένα από τις λασπουριές του ηχητικού διαστήματος, καθιστώντας το έτσι, εξόχως απολαυστικό, μιας και του προσδίδουν μια άκρως σαγηνευτική διάσταση ψυχεδέλειας, που έχει ως αποτέλεσμα, το έσχατο χρονικά πόνημα των Ocean Chief να διακρίνεται για το εθιστικό του χαρακτήρα του. Με λίγα λόγια, τούτο το εξαιρετικό άκουσμα ενδείκνυται για λάτρεις του εκκωφαντικού heavy ήχου.

Ocean Chief: Bandcamp / Facebook
I Hate Records: Official Website

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Reino Ermitaño - Veneración del Fuego


Οι heavy μπάντες από την Λατινική Αμερική για κάποιους ακατανόητους για εμένα λόγους συνήθως δεν τυγχάνουν της αναγνώρισης, που τους αξίζει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κυκλοφορούν εξαιρετικούς δίσκους, το αντίθετο μάλιστα, καθώς σπανίως μας προσφέρουν ακούσματα, που δεν είναι ποιοτικά. Ένα πρόσφατο παράδειγμα αδικημένης, όσον αφορά την προβολή και την αναγνώριση της, μπάντας, αποτελούν οι γεννημένοι το 2001 στην Λίμα του Περού, Reino Ermitaño, οι οποίοι την περασμένη Άνοιξη κυκλοφόρησαν μέσω της Σουηδικής I Hate Records την τέταρτη full length δουλειά τους με τίτλο: Veneración del Fuego.

Ο εν λόγω δίσκος, ο οποίος αποτελείται από 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας 67 λεπτών, διακρίνεται για την ωμή παραγωγή του, η οποία ξεχωρίζει για την old school αισθητική της, ενώ η live αύρα της, προσδίδει στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνθέσεις του άλμπουμ, μια άκρως κολακευτική για αυτές, οργανικότητα. Όσον αφορά, το πανέμορφο artwork του Veneración del Fuego, το οποίο ταιριάζει υπέροχα, τόσο με το ηχητικό του περιεχόμενο, όσο και με το στιχουργικό, αξίζει να αναφερθεί, πως το εμπνεύστηκε η τραγουδίστρια της μπάντας Tania Duarte, ενώ την επιμέλεια του ανέλαβε ο μπασίστας της μπάντας, Marcos Coifman.

Τους δυο προαναφερθέντες πολυπράγμωνες μουσικούς, συμπληρώνουν οι ταλαντούχοι Eloy Arturo σε κιθάρες και Julio "Naka" Almeida στα ντραμς, οι οποίοι ολοκληρώνουν το line up των εκπληκτικών Reino Ermitaño, στο έσχατο χρονικά πόνημα των οποίων, συμμετέχουν αρκετοί guest μουσικοί και πιο συγκεκριμένα, οι Gustavo "Chilly Willy" Barrantes  (moog), Raul Curo Valenzuela (άρπα των Άνδεων), Pauchi Sasaki (βιολί) και Tavo Castillo σε φλάουτο και διάφορα τοπικά μουσικά όργανα, ενώ ο ντράμερ κι η τραγουδίστρια της μπάντας, στόλισαν τον δίσκο ηχητικά με βιμπράφωνο, Tibetan Thado Bowl κι ακουστικές κιθάρες, αντίστοιχα.

Οι άλλοτε αργόσυρτες κι άλλοτε σε mid tempo ρυθμό συνθέσεις του δίσκου, παρασέρνουν τον ακροατή σε μια doom δίνη vintage ζάλης, τα έντονα folk ηχοχρώματα της οποίας, προκαλούν ένα εξαιρετικά δυνατό γλυκό ηχητικό μεθύσι, που οι εμπνευσμένες από τα βάθη της Ανατολής μελωδίες, εντείνουν σε βαθμό εθιστικό, καθιστώντας έτσι το πιστό στις αρχέγονες φόρμες του heavy ήχου, μα κι εντελώς ελεύθερο από ηχητικές παρωπίδες, Veneración del Fuego, καθηλωτικό. Βέβαια, σε αυτό συμβάλουν σημαντικά τα αιθέρια φωνητικά, τα οποία ερμηνεύουν τους γραμμένους στην μητρική γλώσσα της μπάντας, στίχους, με περισσή θεατρικότητα.

Οι αρκούντως doomy ηλεκτρικές κιθάρες, πλέκουν κοφτά riffs ωμής ομορφιάς, πάνω στα οποία κεντούν τις σαγηνευτικές τους μελωδίες οι ακουστικές κιθάρες, αλλά και τα παραμυθένιας υφής τοπικά μουσικά όργανα, που με κάθε τους νότα, χαρίζουν λίγη από την μαγική τους αύρα στο φανταστικό Veneración del Fuego. Οι σπαραχτικές μελωδίες του βιολιού, κολακεύουν το έχων πρωταγωνιστικό ρόλο σε τούτο τον δίσκο, μπάσο, το οποίο συνοδεύουν υπέροχα τα δυναμικά ντραμς, ο ήχος των οποίων, εμπλουτίζεται τόσο από το βιμπράφωνο, όσο και από το εξωτικό Tibetan Thado Bowl, ενώ το moog, ζωγραφίζει retro αισθητικής ηχοτοπία.

Η πρωτόγονη ηχητική αύρα, που διαπερνά το εντυπωσιακά καλό, Veneración del Fuego, η οποία ξεχωρίζει απ' τα thrash αισθητικής κιθαριστικά solos, αποτελεί εξαιρετικό δείγμα του παραδοσιακού doom ήχου, καθώς πέρα απ' την σκοτεινή του ατμόσφαιρα, ξεχωρίζει για τις συναρπαστικές του συνθέσεις, που βρίθουν ηχητικής ποικιλίας, αλλά και για την ειλικρίνεια, που οι άκρως ταλαντούχοι, Reino Ermitaño, καταθέτουν με κάθε τους νότα. Εν ολίγοις, τούτος ο εκπληκτικός δίσκος, που θαρρώ, πως είναι ο καλύτερος της υποφαινόμενης μπάντας, μιας κι αποδεικνύει ότι η φλόγα του doom παραμένει ισχυρή, θα κάψει πολλές heavy καρδιές.  

Reino Ermitano: Facebook
I Hate Records: Official Website 


Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

The Wounded Kings - In The Chapel Of The Black Hand


Το 2005 σε μια μικρή πόλη της νοτιοδυτικής Αγγλίας, δημιουργήθηκαν οι The Wounded Kings, μια μπάντα, που έμελλε να εξελιχθεί σε ένα από τα πιο ελπιδοφόρα doom σχήματα των ημερών μας. Η αρχή έγινε με δύο άτομα, τους Steve Mills και George Birch, οι οποίοι ήταν και οι μοναδικοί υπεύθυνοι για τα δυο πρώτα full lengths του συγκροτήματος. Στην πορεία, η μπάντα έγινε τετραμελής, όταν τους προαναφερθέντες, συμπλήρωσαν -για μικρό χρονικό διάστημα όπως αποδείχτηκε, οι Luke Taylor και Nick Collings. Με αυτή τη μορφή, ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν ένα πολύ καλό split ep με τους Cough, το οποίο, αποτέλεσε την πρώτη και τελευταία δουλειά αυτής της σύνθεσης, μιας και οι αλλαγές που το 2011 έφερε στο line up των ανερχόμενων Βρετανών doomsters, ήταν δραστικές. Για διάφορους λόγους, ο Steve Mills, που είναι ο ιδρυτής της μπάντας, έμεινε μόνος του στο συγκρότημα, κι έτσι στις αρχές του τρέχοντος έτους, αναγκάστηκε να ψάξει και να βρει, άξιους αντικαταστάτες. Εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, οφείλω να ομολογήσω πως τα κατάφερε και μάλιστα, πάρα πολύ καλά.

Οι Jim Willumsen και Mike Heath, οι οποίοι ανέλαβαν το μπάσο και τα ντραμς αντίστοιχα, αποδείχτηκαν εξαιρετική επιλογή ενώ, το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον Alex Kearney, που έχει κάνει τρομερή δουλειά στην κιθάρα. Το μεγάλο στοίχημα όμως, ήταν η εύρεση ενός πολύ καλού τραγουδιστή, διότι τα φωνητικά του αποχωρήσαντα George Birch, είχαν δέσει εκπληκτικά με την μυστικιστική ατμόσφαιρα της μουσικής της μπάντας, κι αυτό, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη χροιά του, καθιστούσαν την εύρεση άξιου αντικαταστάτη, μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, η οποία, εμπεριείχε και γενναίες δώσεις ρίσκου, καθώς για την θέση πίσω από το μικρόφωνο, επιλέχθηκε μια γυναίκα, η Sharie Neyland, το βιογραφικό της οποίας, περιορίζονταν μέχρι πρόσφατα, σε folk ακούσματα, μιας και η συμμετοχή της στους The Wounded Kings, είναι η πρώτη -κι ελπίζω όχι η τελευταία, αλλά κι άκρως επιτυχημένη, metalική της εμφάνιση.

Τα καλά νέα όμως, δεν περιορίζονται στο μουσικό ταλέντο των νεοφερμένων στην μπάντα μουσικών, αλλά επεκτείνονται και στον τομέα της παραγωγής, στον οποίο για πρώτη φορά στα χρονικά τούτης της μπάντας, συμμετέχει ένας κανονικός παραγωγός, μιας και ο Steve Mills, παρέδωσε τα κλειδιά του ήχου στον Chris Fielding, ο οποίος έχει συνεργαστεί κατά το παρελθόν με μπάντες όπως οι Napalm Death, Conan, Primordial, κ.α. οπότε, η πολύ καλή δουλειά που έγινε εδώ, μόνο τυχαία δεν ήταν. Όπως ίσως υποψιάζεστε, όλοι όσοι συμμετείχαν στην διαδικασία δημιουργίας του In The Chapel Of The Black Hand, έκαναν την δουλειά τους πάρα πολύ καλά και φυσικά, εξαίρεση δεν θα μπορούσε να αποτελεί ούτε και η δισκογραφική, I Hate Records, μέσω της οποίας κυκλοφόρησε ο δίσκος, μιας και η εν λόγω εταιρία, είναι από τις καλύτερες στο είδος της, κι αυτό, αποδεικνύεται -εκτός των άλλων, κι από το εξαιρετικό της roster, αλλά και από τις ποιοτικές κυκλοφορίες, που συχνά πυκνά, μας χαρίζει.

Ωραία όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι ξέφυγα λίγο, μιας και ο λόγος που γράφεται τούτο το κείμενο, είναι το In The Chapel Of The Black Hand, το οποίο, αποτελεί την τρίτη full length κυκλοφορία των The Wounded Kings, την όποια όπως μάλλον ήδη έχετε καταλάβει, ερωτεύτηκα. Τα τέσσερα κομμάτια, συνολικής διάρκειας 41 λεπτών, που περιέχονται στο εν λόγω άλμπουμ, αποτελούν ωδή στους Θεούς της Doom μουσικής καθώς, στοιχεία από funeral doom, ψυχεδελικό doom, proto metal, 60's occult rock και 70's folk μελωδίες, ανακατεύονται στο μεγάλο καζάνι της heavy μουσικής και μας προσφέρουν, ένα τρομακτικά όμορφο μείγμα, παραδοσιακού doom metal.

Τα πελώρια riffs από τις κιθάρες, συνοδεύονται εξαίσια από το μαγευτικό hammond και τα αιθέρια πλήκτρα ενώ, το μπάσο σιγοντάρει τα δυναμικά ντραμς, τα οποία, νομίζω πως είναι τα καλύτερα που είχε ποτέ τούτη η μπάντα. Όσον αφορά τα φωνητικά, τα λόγια μοιάζουν αδύνατο να περιγράψουν την ομορφιά τους, κι αυτό διότι, καταφέρνουν να σε σαγηνέψουν ενώ συγχρόνως, προσδίδουν μια τρομακτικά αληθοφανή διάσταση στους παραστατικούς στίχους -οι οποίοι, περιγράφουν παγανιστικές λιτανείες, μιας και η μοναδική κι εξαιρετικά εκφραστική φωνή της Sharie Neyland, μοιάζει -και είναι, απειλητικά γοητευτική κι επικίνδυνα όμορφη.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να το καταστήσω σαφές, αλλά το In The Chapel Of The Black Hand, είναι ένας από τους καλύτερους doom δίσκους, που άκουσα τον τελευταίο καιρό -και πιστέψτε με, άκουσα πολλούς τέτοιους το τελευταίο διάστημα. Οι The Wounded Kings, μπορεί να άλλαξαν την μορφή τους, δεν άλλαξαν όμως, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένοι. Ποιο είναι αυτό; Μα το Doom, φυσικά. Θαρρώ, πως όποιος φίλος της heavy μουσικής δεν έχει ακούσει ακόμα τη μουσική τούτης της μπάντας και δη, το νεότερο πόνημα τους, καλό θα ήταν να το κάνει το συντομότερο δυνατόν, διότι είμαι σίγουρος, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ, που σε λίγα χρόνια, θα θεωρείται από τα κλασικότερα του είδους του. Υπερβολές; Χμ, δε νομίζω.