Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Wo Fat - Noche Del Chupacabra


Οι Wo Fat, που κατάγονται από το Dallas του Texas, δημιουργήθηκαν το 2003 και έκτοτε επιδίδονται ανελλιπώς σε συνθετικά όργια, προσφέροντάς μας ένας ωραιότατο μείγμα stoner, ψυχεδέλειας, blues και doom ενώ, δεν λείπουν από το τελικό μείγμα ούτε τα jazz, αλλά ούτε και τα noise ψήγματα, που προσθέτουν ακόμη περισσότερη ποικιλία στο τελικό αποτέλεσμα. Τρεις full length δίσκους έχουν κυκλοφορήσει ως τώρα, με τον τελευταίο να κυκλοφορεί επίσημα τον περασμένο Φλεβάρη και να προσφέρει απλόχερα σε όλους τους φίλους του heavy ήχου απανωτούς οργασμούς με την πρώτη κιόλας ακρόασή του.

Noche Del Chupacabra, το όνομα του υποφαινόμενου δίσκου, που έχει διάρκεια αισθητά μικρότερη από τους προκατόχους του καθώς, αυτή κινείται κοντά στα 45 λεπτά ενώ, αποτελείται από 5 κομμάτια-οδοστρωτήρες, εκ των οποίων κανένα δεν πέφτει κάτω από τα 6 λεπτά. Την παραγωγή και την μίξη του δίσκου την έχει επιμεληθεί η ίδια η μπάντα, οπότε είναι περιττό να αναφέρω ότι όλα ακούγονται όσο και όπως πρέπει εδώ καθώς, η δυσωδία του βάλτου που φαίνεται στο εξώφυλλο του δίσκου, έχει ενωθεί εις σάρκα μιαν με το ευωδιαστό και ευεργετικά δροσερό καλοκαιρινό αεράκι.

Η επίδοση της μπάντας είναι εξωπραγματική ενώ, η αλληλεπίδραση των τριών μελών της μπάντας κρίνεται ως φανταστική. Η κιθάρα παράγει τερατώδη riffs, εκπληκτικά leads και εξαιρετικά παιγμένα και δεμένα με το σύνολο του εκάστοτε κομματιού solos, που πολλοί μεγάλοι κιθαρίστες θα ζήλευαν. Το μπάσο αναλαμβάνει συνεχώς πρωτοβουλίες καθώς, δεν φοβάται να ηγηθεί των κομματιών, αλλά ούτε και να συνοδεύσει τα υπόλοιπα όργανα όταν αυτό απαιτείται ενώ, το ότι ο ήχος που παράγει είναι αυτός που προσδίδει βαρύτητα και όγκο στον δίσκο, μάλλον το έχετε υποψιαστεί. Στα ντραμς γίνεται εξαιρετική δουλειά καθώς, είτε κρατούν το ρυθμό με ακρίβεια Ελβετικού ρολογιού, είτε groove-άρουν οδηγώντας τις συνθέσεις σε μονοπάτια ελώδη που οδηγούν στη μέση κάποιας ηλιοκαμένης ερήμου. Τα φωνητικά κάλλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως το κερασάκι στην τούρτα, μιας και η έξυπνη και όχι ιδιαίτερα εκτενής χρήση τους, απογειώνει το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.

Μου είναι δύσκολο να περιγράψω την μουσική των Wo Fat καθώς, το stoner συνουσιάζεται με την ψυχεδέλεια, την ίδια στιγμή που τα blues μπαλαμουτιάζουν το doom ενώ, αξίζει να αναφερθεί πως jazz και noise κρυφοκοιτάζουν τις ερωτικές περιπτύξεις των υπόλοιπων ιδιωμάτων -στις οποίες παραλίγο να ξεχάσω πως χρησιμοποιούνται ερωτικά βοηθήματα ονάματι fuzz και desert. Χμ, νομίζω πως η προσπάθεια να ξεγελάσω τον εαυτό μου και να βρω λέξεις να περιγράψω τη μουσική, που το φαντασμαγορικό Noche Del Chupacabra περιέχει, αποδεικνύεται αποτυχημένη καθώς, η παρομοίωση της με ερωτική πράξη μάλλον την αδικεί, αφού η ικανοποίηση που σου προσφέρει νομίζω πως δεν είναι εφάμιλλη της συνουσίας, μα μεγαλύτερη. Όχι, δεν με έπιασε η ζέστη, ούτε με χτύπησε ο ήλιος κατακέφαλα, αλλά ούτε και με παράτησε η γκόμενα. Αν και εδώ που τα λέμε θα έπρεπε, μιας και τελευταία είμαι περισσότερο αφοσιωμένος σ' αυτό το άλμπουμ παρά σε εκείνη. Επειδή όμως εδώ δεν γράφω για τα προσωπικά μου, αλλά για τις μουσικές που γουστάρω, κλείνοντας έχω να σας πω ότι παρότι δεν μου αρέσει η χρήση της προστακτικής, θα αναγκαστώ να την χρησιμοποιήσω, μιας και αυτό το άλμπουμ πρέπει οπωσδήποτε να το ακούσετε. Ναι, είναι τόσο μα τόσο καλό, που η ακρόασή του άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως χάρη προς τον εαυτό σας. Αλήθεια.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

J.D. Overdrive - Sex, Whiskey & Southern Blood


Οφείλω να ομολογήσω πως ξαφνιάστηκα όταν συνειδητοποίησα ότι οι J.D. Overdrive κατάγονται από την Πολωνία. Αυτό, γιατί πρώτα άκουσα τον δίσκο και μετά ψάχτηκα περισσότερο για αυτούς -μιας και μου άρεσε αρκετά αυτό που άκουσα, και υπέθεσα πως τα παλικάρια αυτά θα προέρχονται από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού καθώς, όπως μαρτυρά το εξώφυλλο, το όνομα τους (καθώς τα αρχικά J.D. προέρχονται από την παγκοσμίως γνωστή φίρμα παραγωγής ουίσκι, Jack Daniels) αλλά και ο τίτλος (Sex, Whiskey & Southern Blood) του ντεμπούτου άλμπουμ τους, που κυκλοφόρησε τον περασμένο μήνα, η μουσική τους, αλλά και η γενικότερη αισθητική τους, είναι σφόδρα επηρεασμένη από τις Η.Π.Α. -πιο συγκεκριμένα, από τις νοτιότερες πολιτείες τους.

Το πρώτο full length άλμπουμ της πολωνικής μπάντας αποτελείται από 10 κομμάτια -εκ των οποίων το ένα είναι -μια αρκετά δυναμική, διασκευή στο Purple Haze του Jimi Hendrix, κι ένα πολύ επιτυχημένο intro ενώ, η διάρκεια του ξεπερνάει τα 45 λεπτά. Η παραγωγή του δίσκου είναι αρκετά καλή, αλλά όχι τέλεια καθώς, τη βρήκα λίγο παραπάνω γυαλισμένη από ότι θα ήθελα, πάραυτα όλα τα όργανα ακούγονται πεντακάθαρα, κι αυτό είναι που μετράει στο τέλος. Η απόδοση της μπάντας είναι πολύ καλή, ο ντράμερ χτυπάει με μίσος τα ντραμς του, προσπαθώντας να γκρεμίσει το σταθερό τοίχος που χτίζει το μπάσο ενώ, η κιθάρα παράγει κάποια πολύ δυνατά riffs, αλλά ακόμη και τα solos της κινούνται σε καλό επίπεδο, μιας και κολλάνε πολύ σωστά στα τραγούδια, στα οποία χρησιμοποιούνται. Η φωνή, είναι το ατού της συγκεκριμένης μπάντας καθώς, ο τύπος πίσω απ' το μικρόφωνο, τραγουδά με ψυχή ενώ -αν και μάλλον το ψυλλιαστήκατε, τα χνώτα του βρωμάνε αλκοόλ από χιλιόμετρα μακρυά.

Οι J.D. Overdrive, μια σχετικά νέα μπάντα καθώς, δημιουργήθηκαν το 2007, έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία από τις πολλές live εμφανίσεις τους -μερικές εκ των οποίων με σημαντικά ονόματα του χώρου, κυκλοφόρησαν ένα γεμάτο ενέργεια πρώτο δίσκο, που είναι φτιαγμένος για να ακουστεί ζωντανά, αλλά και που αφήνει πολλές ελπίδες για την μελλοντική παρουσία της μπάντας στο χώρο. Βέβαια, για να επιτύχουν θα πρέπει να συνεχίσουν να δουλεύουν σκληρά, ώστε να καταφέρουν να δέσουν ακόμη καλύτερα τις πολλές επιρροές τους -που κυμαίνονται από το southern rock έως και το nu metal, έτσι ώστε να εξαλείψουν τα στίγματα της επαναληπτικότητας και του κορεσμού, που εμφανίστηκαν στο -αρκετά καλό, Sex, Whiskey & Southern Blood. Ανυπομονώ για την επόμενη δισκογραφική απόπειρά τους, με κρυφή ελπίδα, αυτή, να είναι καλύτερη του απλά καλού ντεμπούτου τους.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Shroud Eater - ThunderNoise



Η Florida των Η.Π.Α. είναι γνωστή -εκτός όλων των άλλων, για τις death metal μπάντες που έχει βγάλει, οι οποίες έχουν γράψει πολλές σελίδες στην ιστορία της σκληρής μουσικής. Οι Shroud Eater, μια νέα μπάντα, καθώς δημιουργήθηκαν το 2009 στο ιδιαίτερα θερμό και κοσμοπολίτικο Miami, έχουν όνομα που παραπέμπει σε μουσικές του προαναφερθέντος ιδιώματος της σκληρής μουσικής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ασχολούνται και με αυτό το ιδίωμα. Για την ακρίβεια, η σχέση τους, με το ιδιαιτέρως δημοφιλές ιδίωμα που ονομάζεται death metal, αναλώνεται στον τόπο καταγωγής τους και ίσως και στην αισθητική του εξωφύλλου του ντεμπούτου δίσκου τους, μιας και το νεότευκτο τρίο, που αποτελείται από έναν άντρα στα ντραμς, και δυο γυναίκες σε κιθάρα, μπάσο και φωνητικά, παίζει ένα τρομερά γοητευτικό μείγμα doom/sludge, εμπλουτισμένο με ολίγη από ψυχεδέλεια, αλλά ακόμη και punk, stoner ενώ, δεν λείπουν τα progressive στοιχεία από την μουσική τους.

Συγκεκριμένα, η μπάντα έχει κυκλοφορήσει ένα EP το 2009 -μόλις λίγους μήνες μετά τη δημιουργία της, ενώ, στις αρχές του τρέχοντος έτους, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο full length της με τίτλο: ThunderNoise. Ένα άλμπουμ, με μπόλικη ενέργεια, που αποτελείται από 11 κομμάτια και διαρκεί περίπου 44 λεπτά. Η παραγωγή του είναι αρκετά καλή, αλλά έχω την εντύπωση ότι θα μπορούσε να είναι λίγο καλύτερη. Ο ήχος είναι αρκετά μπουκωμένος -κάτι που προσωπικά μου αρέσει σε αυτό το είδος μουσικής, αλλά παρόλα αυτά, όλα τα όργανα ακούγονται καλά, εκτός ίσως από τα ντραμς, ο ήχος των οποίων είναι το μοναδικό πραγματικό ψεγάδι που έχω να προσάψω στον δίσκο. Το οξύμωρο είναι ότι το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα είναι αρκετά καλό, μιας και τα έγχορδα φαίνεται να αλληλεπιδρούν σωστά με τα ντραμς, τα οποία, όπως μάλλον καταλάβατε, θεωρώ αδικημένα απ' την παραγωγή.

Η τραγουδίστρια/κιθαρίστρια/στιχουργός του συγκροτήματος, Jeannie Saiz, φαίνεται αρκετά οργισμένη σε αυτόν τον δίσκο, διότι τα φωνητικά της ξεχειλίζουν από πάθος ενώ, δεν θα ήταν λάθος όποιος αντί για την λέξη πάθος, χρησιμοποιούσε για τα περιγράψει λέξεις όπως: οργή, θυμός, τσαντίλα. Η κιθαριστική δουλειά της είναι εκπληκτική, καθώς τα riffs της πετούν λάσπες, σηκώνουν σκόνη, τόση, που ο ήλιος κρύβεται, καθώς τα solos και τα leads σε αποτελειώνουν με το κοφτερό τους ύφος, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με πυρακτωμένη λεπίδα. Η Janette Valentine, που έχει αναλάβει το μπάσο, μας υπενθυμίζει, πως δεν είναι και ότι πιο σώφρον στις μέρες μας να θεωρούμε το γυναικείο φύλλο αδύναμο. Οι μπασογραμμές της είναι βουτηγμένες, ως επί το πλείστον, στην παραμόρφωση, αλλά ακόμη κι έτσι, ξεχωρίζεις εύκολα τι ακριβώς παίζει και τρομάζεις με το ταλέντο της, καθώς το παίξιμό της αποτελεί για την μπάντα ό,τι αποτελεί το σκυρόδεμα για τον πιο ψηλό ουρανοξύστη: συστατικό απαραίτητο. Ο Felipe Torres, που έχει αναλάβει τα ντραμς, κάνει πολύ καλή δουλειά. Κρατάει με αριστοτεχνικό τρόπο το ρυθμό ενώ, ταυτόχρονα προσδίδει groove με το παίξιμό του. Τα δε γεμίσματα που επιχειρεί σε στιγμές, είναι απλά φανταστικά.

Είναι πλέον προφανές, πως από τους βάλτους του Miami, ξεπήδησε ένα τέρας, που αν και διαφέρει αρκετά από τα υπόλοιπα θηρία της περιοχής, είναι το ίδιο -αν όχι περισσότερο, επικίνδυνο, σε σύγκριση με τους death συντοπίτες του. Η ενέργεια, αλλά και η φρεσκάδα, που συνοδεύει αυτήν την κυκλοφορία, είναι πραγματικά, κάτι το πολύ χρήσιμο και απαραίτητο, για την αναζωογόνηση ενός ιδιώματος, που τελευταία είχε πέσει σε ένα μικρό τέλμα στασιμότητας. Το ThunderNoise των πάρα πολλά υποσχόμενων Shroud Eater, είναι ένας δίσκος must-have για όλους τους φανς του ιδιώματος, αλλά και της σκληρής μουσικής γενικότερα. Απορώ, πως αυτή η μπάντα είναι ακόμη χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο, αν και κάτι μου λέει πως μετά το τρομερό ντεμπούτο τους, δεν θα αργήσει πολύ ακόμη η σχετική πρόταση. Αν κρίνω από το δυναμικό μπάσιμο της μπάντας στα δρώμενα της σκληρής μουσικής, πιστεύω, πως αυτή, θα μας απασχολήσει πολύ στο μέλλον. Και δίκαια.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Full House Brew Crew - Bet It All


Οι Full House Brew Crew δημιουργήθηκαν το 2009 και αποτελούνται από μια παρέα ατόμων με μεγάλη εμπειρία στο χώρο της σκληρής μουσικής, μιας και όλοι τους έχουν θητεύσει σε άλλες μπάντες κατά το παρελθόν κι ως εκ τούτου η συναυλιακή -και όχι μόνο, εμπειρία τους, είναι άξια αναφοράς. Νεοσύστατη μπάντα λοιπόν, αλλά όχι αποτελούμενη από αμούστακα νεούδια, άλλωστε, το ρητό λέει: ο νέος είναι ωραίος, αλλά ο παλιός είναι αλλιώς, οπότε, πιθανολογώ ότι ο συνδυασμός νεότητος κι εμπειρίας -που συναντάται εδώ, πρέπει να είναι εκρηκτικός. Για να δούμε όμως, αν όντως αυτό ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Πριν λίγο καιρό, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ των Αθηναίων, που τιτλοφορείται: Bet It All, έχει διάρκεια περίπου 43 λεπτά και αποτελείται από 10 τραγούδια. Heavy rock με αρκετές southern αναφορές, bluesy και doomy ψήγματα. Κάπως έτσι, μπορεί να περιγραφεί η μουσική που περιέχει αυτό το άλμπουμ, το οποίο ξεχειλίζει από ενέργεια, μιας και οι επιθετικοί προσδιορισμοί: δυναμικό, συμπαγές και ξεσηκωτικό, βρίσκουν εδώ, απόλυτη εφαρμογή. Pantera και Black Label Society είναι δύο μπάντες, που μπορούν να αναφερθούν ως κύριες επιρροές της μπάντας, χωρίς αυτό να αφαιρεί από την γνησιότητα τους.

Η παραγωγή του άλμπουμ είναι δυνατή και όσο βρώμικη πρέπει, καθώς, ενώ σου επιτρέπει να ακούς όλα τα όργανα καθαρά, προσθέτει συγχρόνως ένα αλήτικο feeling στον ήχο της μπάντας. Το rythm section είναι δεμένο τόσο καλά, όσο και οι φυτικές ίνες που αποτελούν τα ναυτικά σχοινιά ενώ, τα riffs, τα leads αλλά και τα solos που η κιθάρα παράγει, είναι τόσο δυναμικά, που ίσως τα προαναφερθέντα ως επιρροές συγκροτήματα, να ζήλευαν κάποια αυτά. Η δουλειά στα φωνητικά είναι πολύ καλή, μιας και φαίνεται πως ο τραγουδιστής έχει πιάσει στο απόλυτο την ατμόσφαιρα της μπάντας ενώ, αξίζει να αναφερθεί πως σε κάποια σημεία ο τρόπος που τραγουδά, μου θυμίζει έντονα τον γνωστό και μη εξαιρετέο, James Hetfield, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο να επιτύχει κάποιος -το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. Βέβαια, δεν ξέρω αν το παλικάρι το επιδίωξε ή όχι, αλλά ξέρω, πως αυτό το άλμπουμ, που τις πρώτες μέρες της κυκλοφορίας του διανεμόταν δωρεάν μέσω διαδικτύου, κυκλοφόρησε με έξοδα της μπάντας και αυτό θαρρώ πως θα αλλάξει πολύ σύντομα, μιας και δεν βλέπω να παραμένει χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο αυτή η μπάντα για πολύ ακόμη.

Κρίνοντας από τη μουσική της μπάντας και από το feedback που έχω από φίλους που έχουν παραστεί σε live τους, κατέληξα να έχω βάσιμες ελπίδες ότι αυτά τα παλικάρια θα μας προσφέρουν ακόμη καλύτερα πράγματα στο μέλλον. Το ότι τους συμπάθησα αμέσως όμως, δεν οφείλεται μόνο στη μουσική τους, αλλά και στο συνδυασμό εξώφυλλου, τίτλου δίσκου και ονόματος μπάντας, που μας φανερώνουν ιδιαίτερη αγάπη για συγκεκριμένο παιχνίδι της τράπουλας και φυσικά, για το βασικό προϊόν της ζυθοποιίας, που δεν είναι άλλο από τη γνωστή μας μπύρα. Η οποία, είναι και το καλύτερο συνοδευτικό -μαζί με το θερμό ελληνικό καιρό του καλοκαιριού, για την ακρόαση και απόλαυση αυτού του πολύ καλού δίσκου.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Karma To Burn - V


Οι Αμερικάνοι Karma To Burn αποτελούν μια αρκετά ιδιάζουσα περίπτωση μπάντας. Αυτό διότι η συνολική ύπαρξή τους δεν ξεπερνάει χρονικά το μεγάλο διάλειμα που έκαναν. Δημιουργήθηκαν το 1994 και έως το 2002 όταν και διαλύθηκαν είχαν προλάβει να κυκλοφορήσουν τρία full length άλμπουμ κι άλλα τόσα EPs. Μετά από 7 χρόνια επαναδραστηριοποιήθηκαν το 2009 και ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησαν την 4η full length δουλειά τους ενώ, πριν λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε επίσημα και η πέμπτη full length δισκογραφική δουλειά τους με τον εύγλωττο τίτλο: V, με συνολική διάρκεια 38 λεπτά και περιεχόμενο 8 τραγούδια -εκ των οποίων το ένα διασκευή.

Ένα άλμπουμ, η παραγωγή του οποίου είναι υπερβολικά καθαρή. Όσο και αν σας φανεί περίεργο, αυτό δεν είναι πάντα κάτι το θετικό και στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον αποτελεί τροχοπέδη για τη μπάντα παρά ατού καθώς, ο παραγωγός αλλά και το studio ηχογράφησης έχουν την καλύτερη φήμη, αλλά στα δικά μου αυτάκια η συνεργασία αυτή δεν έκατσε καλά για αρκετούς λόγους, όπως π.χ. ο ήχος των drums, που μπορεί το παλικάρι να παίζει καλά, μιας και η απόδοσή του είναι σε αρκετά υψηλά επίπεδα, αλλά μου φαίνεται πως ο ήχος τους είναι αρκετά γυαλισμένος, σχεδόν πλαστικοποιημένος, κι αυτό με χαλάει πολύ. Οι κιθάρες και το μπάσο ακούγονται μια χαρά και οφείλω να ομολογήσω πως το μπάσο ακούγεται υπερβολικά καλό, κάτι που με χαροποίησε ιδιαίτερα, μιας και το συγκεκριμένο μουσικό όργανο είναι η αδυναμία μου. Εν ολίγοις, από μια μπάντα που παίζει stoner, θα προτιμούσα η παραγωγή να είναι βρώμικη κι όχι απαραίτητα καθαρή.

Στο συνθετικό κομμάτι, η μπάντα εμφανίζεται εμφανώς βελτιωμένη συγκριτικά με τον περσινό δίσκο της, αλλά δυστυχώς και λίγο αδύναμη στον συγκεκριμένο τομέα, μιας και εκτός τριών κομματιών, όλα τα υπόλοιπα κομμάτια υπολείπονται δυναμικής, σε σημείο να σου φαίνονται απλά αναμασήματα του παρελθόντος ή στην καλύτερη, να περνούν αδιάφορα από τα αυτιά σου, μιας και όσο κι αν προσπαθώ δεν μπορώ να θυμηθώ κάποιο riff. Ακόμη και η διασκευή του Never Say Die των... ελάτε τώρα, νομίζω ότι μπήκε απλά και μόνο για να αυξηθεί ο χρόνος του δίσκου, διότι αν και η μπάντα το προσέγγισε με τις καλύτερες των προθέσεων, νομίζω ότι το συγκεκριμένο κομμάτι είναι από τα πιο αδύναμα της δισκογραφίας των Sabbath, οπότε, μάλλον υπήρξε λίγο ατυχής αυτή η επιλογή. Τα φωνητικά, που για άλλη μια φορά χρησιμοποιούνται ελάχιστα και μόνο στα τραγούδια που δεν τιτλοφορούνται με αριθμό, έχουν δέσει πολύ καλά με τη μουσική και την ατμόσφαιρα του δίσκου ενώ, και στην διασκευή η δουλειά που έχει γίνει σε αυτόν τον τομέα είναι πολύ καλή.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα δίσκο που οι fans του συγκροτήματος θα αγαπήσουν, αλλά όσοι τους ακούσουν για πρώτη φορά μέσω αυτού του άλμπουμ, μάλλον δεν θα συγκινηθούν ιδιαίτερα. Όχι επειδή είναι κακός ο δίσκος, αλλά επειδή δεν προσφέρει τίποτα καινούριο, ούτε στο μουσικό χώρο στον οποίο κινείται, αλλά ούτε και στην ίδια την μπάντα, που είμαι σίγουρος πως γνωρίζει ότι μπορεί να παίξει καλύτερα πράγματα. Ελπίζω αυτό να μην αργήσει να γίνει, διότι η μπάντα αυτή, είναι από τις αγαπημένες μου instrumental μπάντες και δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση το επόμενο πόνημά τους να είναι τόσο αδιάφορο όσο και το φετινό τους. Στον τομέα διασκέδαση πάντως, ο δίσκος αυτός πετυχαίνει τον σκοπό του μιας και σε κάνει να κινήσεις ρυθμικά τον σβέρκο σου σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά δυστυχώς, αυτό ίσως να μην είναι αρκετό. Βέβαια, περί ορέξεως..