Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Livid - Sint

 
Οι ταλαντούχοι Livid προέρχονται από τη Μινεσότα όπου και σχηματίστηκαν σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα από τρεις ιδιαιτέρως ικανούς μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Cole σε κιθάρα και φωνή, τον Tim στα ντραμς και τον Chad στο μπάσο, οι οποίοι στα μέσα του καλοκαιριού έβγαλαν την παρθενική δουλειά τους, που έχει demo υπόσταση και φέρει τον τίτλο Sint.
 
Το χορταστικό Sint περιέχει μόλις δυο κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 23 λεπτών, ενώ διακρίνεται για την δυνατή παραγωγή του, που ισορροπεί τέλεια μεταξύ της lo-fi αισθητικής των Livid και της heavy διαύγειας και πλαισιώνεται από ένα εξαιρετικά λεπτομερές και μακάβρια θελκτικό artwork, το οποίο ταιριάζει γάντι στην υπέρβαρη κι αχαλίνωτη μουσική του μιζέρια.
 
Ο παχύς και πυκνός doom metal καπνός του Sint μαρτυρά τις έντονες αναθυμιάσεις sludge μελαγχολίας των Livid κι αναδεικνύει περίφημα τα funeral ψήγματα τους, που συνυπάρχουν αρμονικά με τα stoner ηχοχρώματα και τις drone πινελιές τους, απογειώνοντας έτσι τις occult και noise αιχμές, καθώς και τα ισχνά black ρινίσματα του παραδοσιακού τους doom υποβάθρου.
 
Τα δυναμικά ντραμς των Livid κρατούν με μαεστρία τα μπόσικα του ντεμπούτο τους και συνθέτουν ένα στιβαρό rythm section με το μεστό και βαπτισμένο σε fuzz όπιο μπάσο τους, το οποίο χαρίζει βάθος κι όγκο στο ήδη τερατώδες εκτόπισμα του Sint, ενώ τα διακριτικά φωνητικά προσφέρουν μια σχεδόν ανεπαίσθητη epic νοσταλγία στο συμπαγές τελικό μουσικό σύνολο.
 
Η περιπετειώδης κιθάρα οργώνει το συναρπαστικό Sint και υφαίνει συνεχώς αργόσυρτα riffs, πότε σε παλιομοδίτικο doom metal μοτίβο και πότε σε σύγχρονες stoner φόρμες, ενώ τα μεθυστικά της leads, καθιστούν εξόχως απολαυστικό το πρώτο πόνημα των Livid, οι οποίοι έχουν επιτυχώς θέσει την ανίερη τους έμπνευση στην υπηρεσία του πλούσιου ταλέντου τους.
 
Εν ολίγοις, εδώ πρόκειται για μια εξαιρετική doom κυκλοφορία, που αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον των δημιουργών της με το ειλικρινές και μονολιθικό heavy ταμπεραμέντο της, ενώ η ελεγχόμενη ποικιλία του Sint σε συνδυασμό με την εκτελεστική δεινότητα και τον συνθετικό οίστρο των εξαίρετων Livid καθιστούν απαράμιλλη εμπειρία την ακρόαση του. Ακαταμάχητο.
 
Livid: Bandcamp / Facebook
 

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Major Kong - Galactic Cannibalism

 
Οι ανερχόμενοι Major Kong σχηματίστηκαν στην Πολωνία το 2010 από τρεις ιδιαιτέρως ταλαντούχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τον Dominik Stachyra στο μπάσο, τον Michal Skula στην κιθάρα και τον Pawel Zmarlak στα ντραμς, οι οποίοι εορτάζουν φέτος τα πέμπτα τους γενέθλια με την πέμπτη συνολικά κυκλοφορία τους, που έχει την μορφή EP. 
 
Το περί ου ο λόγος EP φέρει τον τίτλο Galactic Cannibalism και περιέχει 4 κομμάτια συνολικής διάρκειας 25 λεπτών, ενώ πλαισιώνεται από ένα ταιριαστό με την τραχιά του ψυχεδέλεια artwork και διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, η οποία αναδεικνύει τα νέα κομμάτια των Major Kong περίφημα, μιας και ισορροπεί τέλεια μεταξύ heavy βρωμιάς και fuzz διαύγειας.
 
Ο σκαιός metal χαρακτήρας του Galactic Cannibalism απογειώνει την υφέρπουσα sludge ψυχεδέλεια των Major Kong και συνυπάρχει αρμονικά με τις βάρβαρες doom αναθυμιάσεις τους, ενώ η βαριά stoner αύρα τους, κολακεύει την έμφυτη fuzz χροιά τους και καθιστά τούτο το εορταστικό άκουσμα ιδιαιτέρως απολαυστικό, καθώς μαρτυρά το heavy psych του άρωμα.
 
Τα στιβαρά και σε στιγμές καταιγιστικά ντραμς των Major Kong πλημμυρίζουν με το λασπωμένο κι αιχμηρό τους groove το τελικό μουσικό σύνολο και συνάμα συγκροτούν ένα συμπαγές rythm section με το βαφτισμένο σε fuzz όπιο μπάσο τους, το οποίο πασπαλίζει με αρχέγονα doom ηχοχρώματα το βάναυσα γοητευτικό stoner ταμπεραμέντο του έξοχου Galactic Cannibalism.
 
Η εμποτισμένη με feedback δηλητήριο κιθάρα των Major Kong σκαρώνει διαρκώς ορμητικά riffs και υφαίνει μεθυσμένα και χειμαρρώδη solos, που παρασέρνουν τα πάντα στο ξέφρενο διάβα τους, ενώ οι κομψοί και οι περίτεχνοι της ελιγμοί στους αχαλίνωτους fuzz βάλτους οδηγούν το Galactic Cannibalism σε υπέρβαρα doom ηχοτοπία στολισμένα με sludge και stoner αλητεία.
 
Εν ολίγοις, το εξαίρετο Galactic Cannibalism καθιστά σαφές το γεγονός, πως οι Major Kong παραμένουν σε εκρηκτική φόρμα και είναι άκρως πορωμένοι με τον αγνό heavy ήχο, μιας κι ο αρχέγονος space rock χαρακτήρας του, αποθεώνει το τραχύ stoner τσαγανό και τα ισχνά sludge στοιχεία τους, ενώ καθιστά σχεδόν ακαταμάχητες τις αβυσσαλέες τους doom πινελιές. Γαμάτο.
 
Major Kong: Bandcamp / Facebook
 

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Rotor - 5

 
Οι μπαρουτοκαπνισμένοι Rotor σχηματίστηκαν το 1998 στο Βερολίνο κι αποτελούν ένα έξοχο και ιδιαιτέρως ταλαντούχο συγκρότημα του heavy χώρου, μιας και όλες τους οι ως τώρα δουλειές δεν υπολείπονται σε ποιότητα και φυσικά το ίδιο ισχύει και για το φετινό τους πόνημα με τίτλο 5, που κυκλοφόρησε στα τέλη του περασμένου Σεπτέμβρη από την Noisolution.
 
Το χορταστικό 5 πλαισιώνεται από ένα περίεργο κι αλλόκοτο artwork, που όμως με έναν μυστήριο τρόπο ταιριάζει γάντι στην μελωδική κι αρκούντως heavy μουσική του, ενώ περιέχει οχτώ κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 43 λεπτών και διακρίνεται για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, η οποία αναδεικνύει την αγνή και περιπετειώδη rock δυναμική των Rotor.
 
Ο γλυκός τονισμός της κιθάρας είναι πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα των Rotor κι έτσι δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός, πως τούτο το έγχορδο είναι κυρίαρχο και στο νέο πόνημα τους, καθώς η γαλήνη των μελίσταχτων solos και των μεθυστικών τους leads εναλλάσσεται επιτυχώς στο εξαιρετικά απολαυστικό 5 με την αγριεμένη και βραχνή fuzz υφή των ορμητικών της riffs.
 
Τα διακριτικά πλήκτρα ενισχύουν σημαντικά την υφέρπουσα space rock ψυχεδέλεια του 5 και συνυπάρχουν αρμονικά με την ανέμελη κιθάρα των Rotor, τα ντραμς των οποίων επενδύουν με γενναίες ποσότητες groove αδρεναλίνης το τελικό μουσικό σύνολο και συγκροτούν ένα στιβαρό rythm section με το μεστό τους μπάσο, το οποίο χαρίζει βάθος κι όγκο στον ατίθασο ήχο τους.
 
Η αποκλειστικά instrumental υπόσταση του εξαίρετου 5 αναδεικνύει την συνθετική κι εκτελεστική δεινότητα των Rotor, οι οποίοι εδώ μας ταξιδεύουν σε πολύχρωμα stoner ηχοτοπία στολισμένα με ισχυρά post rock ηχοχρώματα και διανθισμένα με ισχνές desert πινελιές, που μαρτυρούν τα prog στοιχεία τους και συνάμα πασπαλίζουν τα κομμάτια τους με σκόνη ανατολίτικης αύρας.
 
Εν ολίγοις, η πενταετής αναμονή για τη νέα δουλειά των Rotor άξιζε τον κόπο, αν κι έχω την αίσθηση ότι το εξαιρετικό 5 ίσως θα μπορούσε να είναι λίγο πιο τραχύ, χωρίς να απωλέσει κάτι από την έμφυτη και γαλήνια heavy ψυχεδέλεια του, όμως η μελαγχολική υφή του, που ευωδιάζει rock νοσταλγία, θαρρώ ότι πολύ δύσκολα δεν θα σας συγκινήσει με την ειλικρίνεια της. Έξοχο.
 
Noisolution: Official Website
 

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Superchief - Trophy Room

 
Η Αϊόβα είναι η πατρίδα των Superchief οι οποίοι πήρανε σάρκα και οστά πριν από σχεδόν επτά χρόνια όταν σχηματίστηκαν από μερικούς φίλους και μουσικούς με σκοπό να παίξουν δυνατή metal μουσική κι αν κρίνω από το τελευταίο τους πόνημα με τίτλο Trophy Room, που βγήκε από την Magnetic Eye Records, τότε πέτυχαν στον στόχο τους και με το παραπάνω.

Το χειμαρρώδες κι ορμητικό Trophy Room αποτελεί την δεύτερη full length δουλειά των Superchief και περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 40 λεπτών, ενώ πλαισιώνεται από ένα λεπτομερές artwork, που κολακεύει το τραχύ κι αγριεμένο του μουσικό περιεχόμενο, το οποίο χρωστά στην εξαίρετη του παραγωγή την σκαιή και παλιομοδίτικης αύρας του δυναμική.

Οι δηλητηριώδεις μελωδίες των Superchief διακρίνονται για την αρχέγονη heavy metal αύρα τους και για την έντονη southern ευωδία τους, ενώ το λυσσαλέο και βίαιο σχεδόν stoner άρωμα του Trophy Room, ταιριάζει γάντι στους αχνούς και σχεδόν διαφανείς hardcore βρυχηθμούς του και κολακεύει συνάμα τις πρωτόγονες κι αιχμηρές doom πινελιές του hard rock του υποβάθρου.

Τα παθιασμένα και βραχνά φωνητικά στάζουν γρέζι κι ευωδιάζουν αλκοόλ southern υφής, ενώ οι στιβαρές κιθάρες των Superchief σκαρώνουν συνεχώς βαριά και ρωμαλέα riffs σε διάφορους heavy ρυθμούς κι εμπλουτίζουν επιτυχώς με blues ψήγματα και κλασικά metal στοιχεία το έξοχο Trophy Room, το οποίο χρωστά στα μεθυσμένα τους leads και solos την hard rock του αύρα.

Ο πυκνός κι εμποτισμένος με stoner αναθυμιάσεις χαρακτήρας του Trophy Room οφείλει την συμπαγή του υπόσταση στο μεστό και υπέρβαρο μπάσο, καθώς και στα δυνατά ντραμς των Superchief, που συγκροτούν ένα εξαιρετικά βαρύ rythm section, χαρίζοντας έτσι όγκο στο τεράστιο εκτόπισμα του, ενώ η διακριτική τους φυσαρμόνικα το πασπαλίζει με southern αλητεία.

Εν ολίγοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια διασκεδαστική κι αρκούντως heavy κυκλοφορία, που μας ταξιδεύει στα πλέον αλήτικα metal ηχοτοπία με την ειλικρινή της hard rock υπόσταση και μας παρουσιάζει συνάμα με πειστικό τρόπο την stoner δυναμική των Superchief, η οποία με το Trophy Room καθιστά ιδιαιτέρως απολαυστικό το heavy rock τους ταμπεραμέντο. Εξαίρετο.
 
Superchief: Bandcamp / Facebook
Magnetic Eye Records: Official Website
 

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

The Black Wizards - Lake Of Fire

 
Οι ανερχόμενοι κι άκρως ταλαντούχοι The Black Wizards προέρχονται από την Πορτογαλία όπου πριν 2 χρόνια σχηματίστηκαν από 4 έξοχους μουσικούς, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα τη νέα δουλειά τους και πιο συγκεκριμένα από την Joana Brito σε κιθάρα και φωνή, τον Paulo Ferreira στην κιθάρα, τον Joao Mendes στο μπάσο και την Helena Peixoto στα ντραμς.
 
Το νέο πόνημα των άκρως ελπιδοφόρων The Black Wizards, το οποίο αποτελεί την δεύτερη συνολικά δουλειά τους και πρώτη με full length μορφή, φέρει τον τίτλο Lake Of Fire και περιέχει 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας 60 λεπτών περίπου, ενώ πλαισιώνεται από ένα πολύχρωμο και λεπτομερές artwork, που μαρτυρά την retro αισθητικής και vintage αύρας του ψυχεδέλεια.
 
Ο μεστός κι εύφλεκτος ήχος του Lake Of Fire χρωστάει την αναλογική του υφή και το ισχνό live αίσθημα, που αποπνέει η παλιομοδίτικη rock ραχοκοκαλιά του, στην αψεγάδιαστη παραγωγή του, η οποία υπέροχα αναδεικνύει τα κομμάτια των πολλά υποσχόμενων The Black Wizards, χάρη στην αχαλίνωτη fuzz θέρμη και την υφέρπουσα blues δυναμική της heavy διαύγειας της.
 
Τα γήινα κι αισθαντικά φωνητικά φέρουν στην σχεδόν ανεπαίσθητη βραχνάδα τους ένα εξόχως κολακευτικό για τις ατίθασες συνθέσεις του Lake Of Fire πάθος, το οποίο ταιριάζει αρμονικά με την σπιρτάδα των ρωμαλέων ντραμς, που τις πλημμυρίζει με το χειμαρρώδες της groove, καθώς και με το ισχνό fuzz ταμπεραμέντο, που διακρίνει το μεστό μπάσο των The Black Wizards.
 
Η σχεδόν διάφανη κι αχνή funk αύρα του Lake Of Fire, η οποία προέρχεται από το δυναμικό rythm section των The Black Wizards, αναδεικνύει το περιπετειώδες blues τσαγανό τους, ενώ οι δυο κιθάρες τους άλλοτε σκαρώνουν ορμητικά riffs, πότε σε παλιακό doom rock και πότε με σύγχρονα heavy rock ηχοχρώματα κι άλλοτε υφαίνουν εθιστικά solos και leads σε stoner ύφος.
 
Εν ολίγοις, θαρρώ ότι οι έξοχοι The Black Wizards αν συνεχίσουν σε παρόμοιο μοτίβο και με την ίδια δυναμική την ως τώρα πορεία τους στα heavy δρώμενα τότε σύντομα θα καθιερωθούν ως μια από τις καλύτερες μπάντες του χώρου, μιας και το εξαιρετικό Lake Of Fire προδίδει το πλούσιο ταλέντο τους και μας χαρίζει δυνατές κι ανεξίτηλες στιγμές rock ευδαιμονίας. Εξαίρετο.
 
The Black Wizards: Bandcamp / Facebook