Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Grayceon. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Grayceon. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Grayceon - Pearl and The End of Days


Εντυπωσιακή μπάντα οι δημιουργημένοι το 2005 στο San Francisco της Καλιφόρνια, Grayceon, οι οποίοι απαρτίζονται από τρεις εκπληκτικά ταλαντούχους μουσικούς και πιο συγκεκριμένα από τους: Max Doyle σε φωνητικά και κιθάρα, Zack Farwell σε ντραμς και Jackie Perez Gratz σε τσέλο και φωνητικά, που με κάθε τους κυκλοφορία, έχουν βαλθεί να προοδεύουν μουσικά, αλλά και συνθετικά, συνδυάζοντας επιτυχώς αρκετά διαφορετικά ιδιώματα του ακραίου ήχου.

Τούτη η εξαιρετική μπάντα, κυκλοφόρησε την τρέχουσα εβδομάδα μέσω της Flenser Records τη νέα της δουλειά, που έχει την μορφή EP και αποτελείται από δύο κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 28 λεπτών, με τίτλο: Pearl & The End Of Days. Τα δύο κομμάτια, που βάφτισαν τούτο το EP, είναι από τα καλύτερα της μπάντας, μιας και στολίζουν τις post rock αναφορές τους με doom στοιχεία και το progressive μοτίβο τους με black metal ψήγματα.

Ο τρόπος με τον οποίο οι Grayceon ακροβατούν ανάμεσα στα διάφορα μουσικά ιδιώματα, που έχουν ενσωματώσει στη μουσική τους, είναι απαράμιλλης ομορφιάς, καθώς η κινηματογραφική αύρα των συνθέσεων τους, καθίσταται σαγηνευτική από την θεατρικότητα, που η περιπετειώδης ενορχήστρωση τους αποπνέει, μιας και καλύπτει ιδανικά την αδύναμη παραγωγή, που αδικεί την εξαιρετική απόδοση του ντράμερ της μπάντας, καθώς άφησε τα ντραμς πίσω στη μίξη του EP.

Αυτό δεν σημαίνει όμως, πως ο Zack δεν παίζει καλά, κάθε άλλο μάλιστα, καθώς τα χτυπήματα του γεμίζουν ιδανικά της συνθέσεις, ενώ τα black υφής ξεσπάσματα του, κολακεύουν τις έντονες doom μελωδίες του αιθέριου τσέλου της Jackie, που χειρίζεται πιο ώριμα από ποτέ τα φωνητικά σε τούτο το EP. Τα φωνητικά του Max σιγοντάρουν την μεστή θηλυκή ερμηνεία, ενώ η κιθάρα του οδηγεί τις συνθέσεις σε δαιδαλώδη ηχοτοπία ανείπωτης ομορφιάς με τις γλυκές νότες της.

Εν ολίγοις, το νέο πόνημα των εξόχως ταλαντούχων Grayceon, ενδείκνυται για όσους και όσες θέλουν να ακούσουν κάτι γαλήνιο, μα φοβούνται να παραδοθούν στον όρο post, αλλά και για όσους και όσες ψάχνουν την περιπέτεια του progressive στη μουσική τους, μα φοβούνται την φλυαρία του, καθώς το Pearl and The End Of Days, χρησιμοποιεί τα πλέον γοητευτικά στοιχεία αυτών, αναδεικνύοντας έτσι ιδανικά, τον ακάνθινο heavy χαρακτήρα του. Επενδύστε άφοβα.

Flenser Records: Official Website

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

A Brief Glimpse To The Tunes Of '11


Έχοντας πλέον διανύσει την πρώτη εβδομάδα του 2012, θαρρώ, πως είναι μια καλή ευκαιρία να κάνουμε μια προσπάθεια για να βάλουμε σε τάξη κάποιες από τις μουσικές μας σκέψεις για την προηγούμενη χρονιά, κατά την οποία κυκλοφόρησαν πολλές και καλές μουσικές δουλειές, μερικές εκ των οποίων, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν καταφέραμε να ακούσουμε όπως ή/και όσο θα θέλαμε. Όμως, όπως ο θυμόσοφος λαός υποστηρίζει: κάλλιο αργά, παρά ποτέ.

Όπως ίσως καταλάβατε, τούτο το κείμενο είναι αφιερωμένο σε κάποιες μπάντες, αλλά και κάποιους δίσκους, που εντοπίστηκαν από το φαντασμαγορικό μας ραντάρ, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο δεν αναφέρθηκαν ποτέ σε τούτη την μικρή διαδικτυακή γωνιά. Βέβαια, κάπου εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσω πως δεν πρόκειται για κάποιο είδος ανασκόπησης, αλλά για κάποια σχόλια εν είδη ευχαριστήριου προς τα περσινά ακούσματα που μου κράτησαν καλή συντροφιά.


Ένας δίσκος που ποτέ μου δεν κατάλαβα όχι μόνο γιατί δεν μπήκε στην λίστα με τα αγαπημένα μου της περασμένης χρονιάς, αλλά και γιατί ποτέ δεν του αφιέρωσα κάποιο κείμενο είναι το μαγευτικό Plains Of The Purple Buffalo των Καλιφορνέζων *Shels, ενώ το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το εξαιρετικό από κάθε άποψη ντεμπούτο full length δίσκο των Φιλανδών Syven, Aikaintaite, που περιέχει κάποιες από τις καλύτερες μελωδίες που άκουσα το 2011.


Εξαιρετικό ντεμπούτο αποτελεί και ο ομώνυμος δίσκος των Ουρουγουανών Ufesas, που βρίθει groovy στοιχείων, ενώ ξεχωρίζει για την desert αισθητική του, αλλά και την bluesy χαλαρή του ατμόσφαιρα. Σε αντίθεση με το Noisy Spirit, που αποτελεί το ντεμπούτο των ιταλών Otehi, και περιέχει κάποια γιγαντίαια stoner riffs, ενώ η ψυχεδελική προσέγγιση της μελωδίας από το μουσικό τρίο εκ Ρώμης, απογειώνει το ήδη πολύ καλό τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.


Σε περισσότερο πειραματικά και σκοτεινά metalικά ηχοτοπία, οι Ισλανδοί Solstafir με τον τέταρτο -και διπλό- δίσκο τους, Svartir Sandar, επέστρεψαν με άκρως δυναμικό και γοητευτικό τρόπο στο προσκήνιο, ενώ αρκετό θόρυβο γύρω από το όνομα τους έκαναν οι Γάλλοι Blut Aus Nord, οι οποίοι πέρσι κυκλοφόρησαν δύο full length δίσκους, τους: 777-Sect(s) και 777-The Desanctification, που αμφότερα έτυχαν θερμής υποδοχής από κοινό και μουσικό τύπο.


Σε παρόμοιο μουσικό μοτίβο και οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι Νορβηγοί Virus, οι οποίοι αφού κυκλοφόρησαν την τρίτη τους δουλειά, The Agent That Shapes The Desert, μας επισκέφθηκαν για μια ζωντανή εμφάνιση στα πλαίσια του Rockwave Festival. Η ευχάριστη έκπληξη όμως στον σκληρό πειραματικό ήχο μας ήρθε από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, καθώς οι Bloodiest από το Σικάγο με το ντεμπούτο τους, Descent, άφησαν πάρα πολλές υποσχέσεις για το μέλλον.



Πολύ καλές δουλειές είχαμε κι από τους Βρετανούς Caina, το τέταρτο full length των οποίων, Hands That Pluck, κατέδειξε πως το πειραματικό πρίσμα μέσα από το οποίο η μπάντα προσεγγίζει το black metal είναι το ενδεδειγμένο για τον ήχο της, αλλά κι από τους Φινλανδούς Demonic Death Judge, το ντεμπούτο των οποίων, The Descent, άφησε πολύ κόσμο άφωνο με την ποιότητα του, καθώς το blackened sludge που περιέχει είναι αρρωστημένα όμορφο.


Άκρως ενδιαφέρουσες δουλειές είχαμε και από τους Σουηδούς Koloss, το ντεμπούτο των οποίων, End Of The Chayot, δεν δυσκολεύτηκε να με συγκλονίσει κάθε μια από τις φορές που το άκουσα, ενώ άκρως ενδιαφέρουσες ήταν και οι νέες κυκλοφορίες από τους Ολλανδούς DeWolff -η περσινή και τρίτη τους συνολικά κυκλοφορία ονομάζεται Orchards/Lupine- αλλά και από τους Αμερικάνους Tombs, που ο νέος τους δίσκος, Path Of Totality, βρίθει συναισθηματικής έντασης.



Τέλος, αξίζουν αναφοράς και οι νέες κυκλοφορίες από σταθερά καλές μπάντες όπως οι Wooden Shjips και Grayceon, οι οποίες φέτος μας πρόσφεραν ωραίες στιγμές με τα πολύ καλά άλμπουμ τους, West και All We Destroy, αντίστοιχα, ενώ οι Αμερικάνοι Across Tundras συνέχισαν την μίνι παράδοση των τελευταίων χρόνων, καθώς κυκλοφόρησαν για ακόμη μια χρονιά δύο full length δίσκους και πιο συγκεκριμένα το αρκετά καλό Tumbleweeds και το μαγευτικό Sage.