Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Gallhammer - The End


Τον Φλεβάρη του 2003, μετά από πολλά χρόνια πειραματισμών στην ακραία και underground μουσική σκηνή του Τόκιο, η Vivian Slaughter, δημιούργησε την δική της μπάντα. Το όνομα που διάλεξε για το συγκρότημά της είναι: Gallhammer. Ένα όνομα που μαρτυρά και τη σύνθεση της μπάντας, που εκτός της Vivian σε μπάσο και φωνητικά, περιέχει ακόμη δύο θηλυκές παρουσίες, την Risa Reaper σε ντραμς και φωνητικά και την Mika Penetrator στη κιθάρα. Σκοπός τους ήταν να παίξουν ακραίο metal, όπως οι αγαπημένες τους μπάντες, κάτι που τελικά κατάφεραν.

Το θηλυκό τρίο κυκλοφόρησε αρκετά demo και δύο full length δουλειές, όταν στα μέσα του 2010 και λίγο πριν ξεκινήσουν οι ηχογραφήσεις του τρίτου τους full length δίσκου, και χωρίς κάποια προφανή αιτία, η Mika αποχώρησε. Οι δύο εναπομείνασες δεν πτοήθηκαν όμως και αποφάσισαν να συνεχίσουν ως ντουέτο, έστω και χωρίς την πολύτιμη ύπαρξη της κιθάρας. Έτσι, στα τέλη του περασμένου Απριλίου, κυκλοφόρησαν το τρίτο τους άλμπουμ με τίτλο The End. Ένας δίσκος, που έχει διάρκεια 46 λεπτά και περιέχει 7 κομμάτια. Η παραγωγή του -που την έχει αναλάβει ο γνωστός στους μαυρομεταλικούς κύκλους Maniac υπό την επίβλεψη της Vivian, είναι βρώμικη και μπουκωμένη, αλλά ταιριάζει γάντι στην έλλειψη συναισθηματισμού που το διακρίνει.

Το Drone διοργανώνει πιτζάμα πάρτι στο ανήλιαγο καταγώγιο όπου διαμένει και καλεί την μαυρίλα του black και την μιζέρια του doom ενώ, χρέη Dj αναλαμβάνει η punk που παίζει αποκλειστικά death metal. Η αποθέωση της σαπίλας δεν αποτέλεσε ποτέ ξανά ως τώρα αφορμή για εορτασμό. Η έλλειψη κιθάρας, αν και δεν είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται σε metal δίσκο, δεν αποτέλεσε τροχοπέδη για τις μινιόν Ιαπωνεζούλες, οι οποίες πρόσθεσαν στον ήχο τους το σαξόφωνο, το οποίο χειρίζεται με παρανοϊκό τρόπο η Vivian, προσθέτοντας λίγη παραπάνω τρέλα στις καταθλιπτικές τους μελωδίες. Η διπλή στρώση brutal φωνητικών ενισχύεται με την προσθήκη κοριτσίστικων -σχεδόν παιδικών, φωνητικών. Μια λεπτομέρεια: ανατριχιαστικά τρομακτική.

Σίγουρα το The End δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας, όπως και οι Gallhammer δεν διεκδικούν κάποιο βραβείο για την μουσική κατάρτιση τους. Όμως, η μουσική δεν υπάρχει για να μοιράζονται βραβεία στο όνομά της, αλλά για να εκφράζονται όλοι όσοι ασχολούνται μαζί της. Μουσικοί και ακροατές. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προσοχή όλων να εστιάζεται κυρίως στο έργο που παράγεται από τους καλλιτέχνες παρά στο promotion ή στο φύλλο τους. Ειδικά όταν πρόκειται για ένα δύσκολο άκουσμα όπως είναι αυτός ο δίσκος. Ο οποίος, αποτελεί εξαιρετική ευκαιρία για βουτιά στα δυσώδη έγκατα της σκληρής μουσικής, για όσους έως τώρα το σκέφτονταν αλλά δεν το επιχείρησαν, μιας και δεν ξέρω αν θα υπάρξει ανάλογη περίσταση στο μέλλον.


Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Tia Carrera - Cosmic Priestess


Τέταρτη full length δουλειά, αλλά πέμπτη κυκλοφορία συνολικά, αποτελεί το Cosmic Priestess για τους Τεξανούς, Tia Carrera. Το τρίο, που έχει σαν βάση την πόλη του Όστιν, απαρτίζουν οι Erik Conn στα ντραμς, Jamey Simms στο μπάσο και Jason Morales στην κιθάρα, με τους δύο που χειρίζονται τα έγχορδα, να αλλάζουν συχνά ρόλους. Στο δίσκο συμμετέχει και ο Ezra Reynolds, που χειρίζεται το ηλεκτρικό πιάνο σ' ένα κομμάτι. Ο δίσκος, που ηχογραφήθηκε live στο ιδιόκτητο studio της μπάντας, περιέχει 4 κομμάτια, όλα τους insturmental ενώ, η διάρκειά του ξεπερνά την μια ώρα καθώς, αγγίζει τα 65 λεπτά.

Η παραγωγή του άλμπουμ, που έγινε με την παραδοσιακή αναλογική μέθοδο,  καταφέρνει να δώσει πυκνότητα στα κομμάτια, χωρίς να επισκιάσει την διαύγεια του ήχου, καθώς όλα τα όργανα ακούγονται πεντακάθαρα, δίχως να μειώνεται η τραχύτητα τους. Το αποτέλεσμα είναι τόσο καλό και τόσο ζωντανό, που νομίζεις πως η μπάντα παίζει live στο σαλόνι σου. Όσο για την απόδοση της, τα λόγια είναι περιττά. Τα παλικάρια είναι εξαιρετικοί μουσικοί και το καταλαβαίνεις απ΄τις πρώτες κιόλας νότες που ακούς πατώντας το play, είτε στον υποφαινόμενο δίσκο, είτε σε κάποια απ' τις παλαιότερες δουλειές τους.

Οι ίδιοι χαρακτηρίζουν την μουσική τους ως: Sex Metal. Ένας χαρακτηρισμός πρωτότυπος και χιουμοριστικός αλλά νομίζω ότι είναι και πολύ εύστοχος καθώς, το stoner ερωτοτροπεί με την jazz, τα blues καμακώνουν την ψυχεδέλεια, ενώ η rock αγκαλιάζει τη metal. Ο αυθορμητισμός με τον αυτοσχεδιασμό σχηματίζουν μια δυνατή δυάδα, και όπως οι Χιώτες, πάνε παρέα να συναντήσουν την θελκτική επιδεξιότητα, με σκοπό να ανταποκριθούν στο ερωτικό κάλεσμά της. Τα κεράκια έχουν ανάψει, μεθυστικά αρώματα έχουν πλημμυρίσει την ατμόσφαιρα, τα αστέρια σκορπίζουν απλόχερα λίγη απ' την αστρόσκονη τους, η θερμότητα σπάει κάθε ρεκόρ, καθώς νιώθεις πως στις φλέβες σου δεν κυλάει αίμα, αλλά λάβα. Είναι προφανές ότι εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή ξεπέτα ή ένα ακόμη ψυχοφθόρο one night stand, αλλά μιλάμε για κεραυνοβόλο έρωτα και καψούρα ολκής, που όμοιά της δεν συναντάμε ούτε στα πλέον μελίσταχτα και δακρύβρεχτα blockbuster του Hollywood.

Όσο περνά η ώρα και ξεδιπλώνονται οι πελώριες συνθέσεις του δίσκου μπροστά σου, νιώθεις σαν μια άυλη δίνη να σε περικυκλώνει με απειλητικές διαθέσεις. Το μουσικό μονοπάτι που διασχίζεις ακούγοντας αυτό το άλμπουμ, καλύπτεται από ένα τοίχο φυτών, η μυρωδιά των οποίων, είναι τόσο έντονη, που προκαλεί αναθυμιάσεις ικανές να σε ταξιδέψουν σε άλλους πλανήτες -για την ακρίβεια, σε άλλα αστρικά συστήματα. Αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι δεν υπάρχει γυρισμός, διότι υποψιάζεσαι πως ο λαβύρινθος απ'τον οποίο προσπαθείς να βγεις, βρίσκεται μόνο μέσα στο μυαλό σου. Αυτή η σκέψη σε τρομοκρατεί, αν και γνωρίζεις πως ο πανικός είναι ο χειρότερος σύμβουλος σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν μπορείς να του αντισταθείς και μοιραία, τα χάνεις. Ο δίσκος σε έχει κερδίσει κατά κράτος και η νίκη αυτή οφείλεται στην ύπουλη στρατηγική του. Επιχείρησε να παίξει με το μυαλό σου, και τα κατάφερε, σε αιχμαλώτισε. Προσπαθείς για τελευταία φορά να σπάσεις τα δεσμά σου όμως και πάλι, αποτυγχάνεις παταγωδώς.  Έτσι, χωρίς άλλη επιλογή, αποδέχεσαι την ήττα σου και αφήνεσαι ξανά στο έλεος του, καρτερώντας με ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό σου, τις εθιστικές του μελωδίες να σε κατακλύσουν ξανά και ξανά και ξανά..



Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

The Atomic Bitchwax - The Local Fuzz


Οι Αμερικάνοι, γεννημένοι στο New Jersey κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '90, The Atomic Bitchwax, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα της stoner σκηνής. Η μουσική τους περιέχει ψυχεδελικά, space rock και progressive στοιχεία, λιγοστά έως καθόλου φωνητικά -εξαρτάται τον δίσκο (εδώ δεν έχει), και φυσικά πολλά heavy riffs. Με την πάροδο του χρόνου και από δίσκο σε δίσκο, όλα αυτά τα στοιχεία εναλλάσσονταν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, μα το αποτέλεσμα παρέμενε πάντα πολύ καλό για τους ακροατές. Δεν θα μπορούσε να αλλάξει αυτό με την φετινή τους δουλειά -πέμπτη full length συνολικά, η οποία κυκλοφόρησε τον περασμένο Απρίλη και τιτλοφορείται The Local Fuzz, ενώ περιέχει ένα μόνο κομμάτι, το οποίο όμως, έχει διάρκεια 42 λεπτά.

Το τρίο των TAB -που απαρτίζεται από τους Chris Kosnik στο μπάσο, Bob Pantella στα ντραμς και Finn Ryan στην κιθάρα, δεν θα μπορούσε παρά να φροντίσει το νέο τους πόνημα να έχει παραγωγή τόσο καθαρή όσο κι ο ουρανός -όταν δεν φοβάται τις αστραπές, καθώς όλα τα όργανα ακούγονται σωστά, χωρίς το ένα να υπερκαλύπτει το άλλο. Νομίζω πως είναι περιττό να αναφερθώ στην απόδοση της μπάντας, γιατί εδώ ακούμε τρεις μουσικούς να ξεσαλώνουν -κανονικά και με το νόμο. Όσοι έχετε ακούσει κάποια από τις παλαιότερες δουλειές τους, θα γνωρίζετε ότι είναι εξαιρετικοί σε αυτό που κάνουν, ενώ, όσοι τους ακούσετε για πρώτη φορά, δεν θα δυσκολευτείτε να αναγνωρίσετε το ταλέντο, την μουσική παιδεία και την αρτιότητα τους. Άλλωστε, μια ματιά στο βιογραφικό τους, θα σας πείσει.

Το The Local Fuzz ξεκινά με space διάθεση -την οποία διατηρεί καθόλη τη διάρκεια του, συνεχίζει με ανεβασμένες ταχύτητες -που πέφτουν μόνο για λίγα λεπτά, τότε που αναλαμβάνει να μας ταξιδέψει σε αστρικά ηχοτοπία η ψυχεδέλεια, η οποία ταιριάζει άψογα με τα jazz περάσματα που επιχειρεί η μπάντα. Το blues στοιχείο είναι εμφανές, πάρα το ότι το proggressive είναι αυτό που κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο εδώ, ενώ το stoner έχει αυτοπεριοριστεί σε δεύτερο, αν όχι τρίτο ρόλο, οικειοθελώς. Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα να ακούγεται εύκολα το άλμπουμ, καθώς η ροή του μοιάζει με αυτή ενός ποταμού που οδεύει ολοταχώς προς καταρράχτη, αν και νομίζω πως ο δίσκος άνετα θα μπορούσε να είχε χωριστεί σε 5-6 κομμάτια, κάνοντας έτσι την ακρόαση ευκολότερη για όλους, δεδομένου ότι διαφορετικά σημεία του δίσκου αρέσουν περισσότερο ή λιγότερο στον κάθε ένα ξεχωριστά. Μια λεπτομέρεια, η οποία δεν στάθηκε δυνατό να χαλάσει την πολύ καλή εντύπωση που μου προκάλεσε το άκουσμα του νέου δίσκου των The Atomic Bitchwax.


Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Graveyard - Hisingen Blues


Το φθινόπωρο του 2006 γεννήθηκαν οι, εκ Σουηδίας ορμώμενοι, Graveyard. Ένα χρόνο μετά, η τετράδα, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο και ομώνυμο άλμπουμ της, φανερώνοντας με περίσσια ειλικρίνεια και χωρίς αναστολές τις προθέσεις και τις επιρροές τους: '70s Rock. Σίγουρα δεν είναι ούτε οι πρώτοι, ούτε και οι τελευταίοι που παίζουν τέτοιου είδους μουσική, αλλά υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι είναι οι καλύτεροι που επιχειρούν κάτι τέτοιο στις μέρες μας. Και εξηγούμαι: Με δεδομένο πως το 99% των συγκροτημάτων του χθες, του σήμερα και του αύριο, δηλώνουν ως επιρροή συγκροτήματα που μεγαλούργησαν την δεκαετία που εξαπλώθηκε το κίνημα των hippies, είναι σχεδόν απίθανο να ακούσουμε κάτι που δεν θα μοιάζει με παρελθόντες ήχους και κατά την ταπεινή μου γνώμη, αυτό δεν είναι καθόλου άσχημο -κάθε άλλο. Ειδικά όταν μιλάμε για δίσκους όπως το Hisingen Blues.

Το συγκεκριμένο άλμπουμ έχει διάρκεια περίπου 40 λεπτά και αποτελείται από 9 τραγούδια. Η παραγωγή του είναι υπερβολικά καλή, καθώς αναδεικνύει την μουσική που περιέχει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ίσως αυτό να οφείλεται και στο ότι το γκρουπ χρησιμοποίησε την καθόλου ξεπερασμένη -κατά τη γνώμη μου, αναλογική μέθοδο ηχογράφησης. Άλλωστε, το ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν ηλεκτρονικά τεχνάσματα για τη βελτίωση του ήχου δεν σημαίνει ότι αυτός ακούγεται παρωχημένος, αλλά, μάλλον προσδίδει ένα vintage συναίσθημα στο ηχητικό αποτέλεσμα, που σε τέτοιου είδους κυκλοφορίες είναι χρησιμότατο. Το εξώφυλλο νομίζω πως αξίζει ειδικής μνείας, διότι αν και δεν παρουσιάζει κάτι το εξωπραγματικό, παραμένει πανέμορφο, ενώ έξυπνη μου φάνηκε και η κίνηση να το αποκαλύψουν σταδιακά: 1/4 τη φορά, σε διάστημα λίγων εβδομάδων πριν τη κυκλοφορία.

Ωραία όλα αυτά, αλλά τι ακριβώς ακούμε εδώ; Το Doom υποβάλει τα σέβη του στο κλασικό Rock, το οποίο με τη σειρά του παραδέχεται πως χωρίς τα Blues, τίποτα δεν θα υπήρχε όπως το ξέρουμε σήμερα. Φανταστείτε μια μπάντα με τους Jimmy Hendrix και Jimmy Page στις κιθάρες, τον Robert Plant στη φωνή, τον Geezer Buttler στο μπάσο και τον Ian Paice στα ντραμς να διασκευάζουν Rolling Stones έχοντας παραχωρήσει την ευθύνη των ενορχηστρώσεων στον Eric Clapton -εποχής Cream, και αφήνοντας τον Jim Morrison να βάλει τη δικιά του πινελιά στους στίχους -με την βοήθεια των απαγορευμένων και ιδιαιτέρως διαδεδομένων φυτικών και όχι μόνο, ουσιών της εποχής. Κάπως έτσι ακούγονται οι Graveyard στο πολύ καλό Hisingen Blues, στο οποίο μάλλον ανακάλυψαν το στυλ που τους ταιριάζει.

Καθαρόαιμο Rock 'n' Roll από μια μπάντα που νομίζω ότι τα καλύτερα τα έχει μπροστά της. Υπέγραψε συμβόλαιο με μια εταιρία μεγαθήριο στο χώρο της σκληρής μουσικής αλλά από ότι φαίνεται αυτό δεν επηρέασε καθόλου τη μουσική, αλλά ούτε και την γενικότερη αισθητική της, κι αυτό είναι αισιόδοξο. Μακάρι η εταιρία να τους στηρίξει όπως πρέπει δίχως να προσπαθήσει να τους επιβάλει αλλαγές. Η αρχή της συνεργασίας τους μοιάζει θετική μιας και το promotion που τους γίνεται είναι πολύ καλό, κάτι που αντανακλάται και στις πολυάριθμες συναυλίες που έχουν κανονίσει ως τώρα για το ερχόμενο καλοκαίρι. Δυστυχώς, δεν έχει ανακοινωθεί κάποια ημερομηνία στη χώρα μας αλλά θέλω να ελπίζω ότι αυτό θα αλλάξει το συντομότερο διότι νομίζω πως η καθημερινότητά μας χρειάζεται λίγη ξεγνοιασιά και μια συναυλία από μια μπάντα που παίζει τέτοιου είδους μουσική -που θαρρείς πως φτιάχτηκε για πάρτι, θα είναι ταμάμ για να ξεδώσουμε λιγάκι. Anyway, σημασία έχει πως αυτός ο δίσκος, σαν το παλιό καλό κρασί, σου αφήνει μια γεύση μεθυστικά όμορφη.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Planet Of Zeus - Macho Libre


Οι Αθηναίοι Planet Of Zeus, ξεκίνησαν την πορεία τους το 2000 αλλά χρειάστηκε να έρθει το 2004 για να ασχοληθούν εντατικά με την μπάντα. Μετά από μερικά demos και promos, μια αλλαγή στη σύνθεση τους, μπόλικα live στο ενεργητικό τους και ένα συμβόλαιο με γνωστή δισκογραφική, κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους τον Απρίλη του 2008, το οποίο, έτυχε θερμής υποδοχής τόσο από τον τύπο όσο κι από το κοινό. Αυτό μάλλον τους έδωσε την απαραίτητη ενέργεια για να λιώσουν στις πρόβες και να βελτιωθούν όσο περισσότερο μπορούν τόσο σε συνθετικό όσο και σε εκτελεστικό επίπεδο, έτσι ώστε, τρία χρόνια μετά, την Άνοιξη του 2011, έχοντας πλέον αλλάξει και δισκογραφική εταιρία, να κυκλοφορήσουν τον δεύτερο δίσκο τους, Macho Libre, με 11 κομμάτια και διάρκεια 45 λεπτών περίπου.

Και τα κατάφεραν περίφημα διότι, η βελτίωση τους είναι εμφανής απ' τις πρώτες κιόλας νότες του άλμπουμ. Η παραγωγή είναι πεντακάθαρη και ογκώδης, ενώ, σου δίνει την αίσθηση ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε live στο studio -κάτι που μπορεί και να ισχύει, αλλά δυστυχώς, δεν μπορώ να το γνωρίζω με σιγουριά. Τα φωνητικά βρωμάνε bourbon από μακρυά, καθώς, θαρρείς πως δεν προέρχονται από Ελληνικό λαρύγγι αλλά από κάποιο μεθύστακα του Αμερικάνικου Νότου. Οι κιθάρες παράγουν υπέρβαρα riffs, ενώ, το groove στον ήχο που βγάζουν, έχει χτυπήσει κόκκινο. Σ' αυτό το groovy feeling έχει συμβάλει καθοριστικά και το μπάσο, που προσδίδει την απαραίτητη πυκνότητα στα κομμάτια. Τα ντραμς, είναι τόσο αγριεμένα και δυναμικά, που θαρρείς πως έχουν κάποιο προσωπικό πρόβλημα μαζί σου και σκέφτηκαν να το λύσουν, γρονθοκοπώντας σε. Κατάμουτρα.

Ίσως ψυλλιαστήκατε ότι επιρροές του συγκροτήματος αποτελούν μπάντες όπως οι Down, Corrosion Of Conformity, Clutch, που έχουν southern αισθητική στον ήχο τους. Υπάρχουν όμως και αναφορές σε μεγαθήρια τύπου Black Sabbath και Motorhead. Όλα αυτά μπορεί να σας φανούν τετριμμένα, αλλά τα παλικάρια κατάφεραν να τα φιλτράρουν στον ήχο τους με τέτοιο τρόπο, που το απόσταγμα τους να έχει μια ξεχωριστή και original γεύση. Άλλωστε, ποτέ δεν υποστήριξαν πως θέλουν να αλλάξουν τον ρου της μουσικής ιστορίας και ποτέ δεν προσπάθησαν να κάνουν κάτι τέτοιο. Αυτό που πάντα ήθελαν να κάνουν, είναι να παίξουν δυνατή Rock μουσική και αυτό κάνουν. Και μάλιστα, το κάνουν, με τον καλύτερο τρόπο, διότι ο δίσκος που μόλις κυκλοφόρησαν είναι σκέτος δυναμίτης -το φιτίλι του οποίου, όχι μόνο είναι αναμμένο, αλλά βρίσκεται και σε απόσταση αναπνοής απ' την εκρηκτική ύλη.

Τσιγάρα, παγωμένες μπύρες, κέφι, καλή παρέα, καθώς και η αναπόφευκτη ζέστη του ελληνικού θέρους, είναι τα απαραίτητα, για να απολαύσετε αυτό το άλμπουμ και όσοι έχετε την ευκαιρία να τους δείτε live, αφήστε τις δικαιολογίες και φροντίστε να την αρπάξετε απ΄τα μαλλιά. Η μουσική της μπάντας, είναι φτιαγμένη για συναυλίες, αλλά και η ενέργειά που βγάζουν επί σκηνής, μπορεί να συγκριθεί μόνο με την αντίστοιχη ενός οδοστρωτήρα.