Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Profound Lore Records. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Profound Lore Records. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Subrosa - For This We Fought The Battle Of Ages

 
Από το Salt Lake City της Γιούτα προέρχονται οι φοβεροί Subrosa, όπου το καλοκαίρι του 2005 σχηματίστηκαν από τις Rebecca Vernon σε κιθάρα και φωνή και Sarah Pendleton σε ηλεκτρικό βιολί και φωνή αντίστοιχα, οι οποίες λίγο αργότερα πλαισιώθηκαν από την Kim Pack στο βιολί κι έπειτα από κάποιες προσθαφαιρέσεις ακόμη στο σχήμα πλαισιώνονται πλέον και από τον Levi Hana σε μπάσο και φωνητικά, καθώς κι από τον Andy Patterson στα ντραμς.
 
Σε αυτόν οφείλουν οι τρομεροί Subrosa την αψεγάδιαστη πραγματικά παραγωγή της νέας τους full length δουλειάς, που είναι η αφορμή για τούτες τις γραμμές, την οποία σε συνδυασμό με το mastering από τον έμπειρο Brad Boatright, απογειώνουν, μιας και προσφέρουν στο περί ου ο λόγος, For This We Fought The Battle Of Ages, ένα εξαιρετικά ογκώδες και στιβαρό heavy εκτόπισμα, που κολακεύει την αβυσσαλέα sludge αύρα της αέρινης του doom ευωδίας.
 
Όμως, εκτός από την απαράμιλλης δυναμικής παραγωγή του, το φανταστικό For This We Fought The Battle Of Ages, χρωστά λίγη από την αιθέρια ομορφιά του, τόσο στο γεμάτο δυνατά συναισθήματα στιχουργικό του περιεχόμενο, όσο και στο λιτό του artwork, που σε συνδυασμό με την επιεικώς εξαιρετική απόδοση των Subrosa, καθιστούν αδιαμφισβήτητο το γεγονός, πως το αποτελεί το πλέον μεστό και ποιοτικό άλμπουμ της ως τώρα πορείας τους.
 
Μελαγχολικά sludge ηχοχρώματα ποτισμένα με σχεδόν αναιμικής goth υφής δηλητήριο συνθέτουν αρμονικά τον σχεδόν αβάσταχτα heavy καμβά του For This We Fought The Battle Of Ages, τα έξι κομμάτια συνολικής διάρκειας 64 λεπτών του οποίου, οφείλουν στον έμφυτο folk χαρακτήρα και στις εύθραυστες ambient ατασθαλίες των Subrosa, την death αρώματος ομορφιά, που διακρίνει την σκεπασμένη με black σκόνη κι έμφυτη τους doom ιδιοσυγκρασία.
 
Ιδιαιτέρως αισθαντικά είναι τα στην συντριπτική τους πλειοψηφία καθαρά φωνητικά του For This We Fought The Battle Of Ages, τα οποία ερμηνεύουν με περισσή θεατρικότητα κι απαράμιλλο πάθος τους νοσταλγικά θλιμμένους του στίχους, ενώ η ομαλή του ροή και η πλούσια του ποικιλία οφείλονται στην αστείρευτη έμπνευση και την αχαλίνωτη φαντασία των Subrosa, μα και στη σωστή χρήση των guest μουσικών σε φλάουτο, έγχορδα και σαξόφωνο.
 
Βέβαια τον πλέον σημαντικό ρόλο στην συμπαγή και ρωμαλέα υπόσταση του For This We Fought The Battle Of Ages παίζει το μεστό rythm section, που χάρη στα στιβαρά του ντραμς το πασπαλίζει με κατατονικής σπιρτάδας groove και με το συμπαγές και fuzz ευωδίας του μπάσο του χαρίζει άπλετο ηχητικό βάθος, ενώ η κιθάρα δεν σταματά να υφαίνει πελώρια riffs, καθώς κι αμαρτωλής γοητείας leads, στολίζοντας έτσι με doom λουλούδια το νέο πόνημα των Subrosa.
 
Ηλεκτρισμένες folk πινελιές και ανατριχιαστικής ομορφιάς ambient υφής ψήγματα ξεπηδούν από τις τραχιές χορδές των δυο βιολιών, βυθίζοντας μας έτσι σε μια παλιακής doom/death σαγήνης δίνη, χάρη στα ερεβώδη τους goth αρώματα, τα οποία με περισσή μαεστρία καλύπτουν αρμονικά τα ελεγχόμενα sludge ξεσπάσματα των Subrosa και διανθίζουν με παγερές black σκιές τα βάναυσης γοητείας doom θέλγητρα του For This We Fought The Battle Of Ages.
 
Νομίζω, πως τα λόγια δεν είναι αρκετά για να περιγράψουν όπως θα έπρεπε το φαντασμαγορικά πεσιμιστικό For This We Fought The Battle Of Ages των Subrosa, το οποίο μαρτυρά τον συνθετικό κι εκτελεστικό τους οίστρο και την εκπληκτική τους πρόοδο σε όλους τους τομείς, καθώς οι γαλήνια ορμητικές και πνιγηρά δροσιστικές του sludge μελωδίες, βρίθουν doom έμπνευσης και ξεχειλίζουν αγνό heavy μεράκι, καθιστώντας το έτσι σχεδόν ακαταμάχητο.
 
Profound Lore Records: Official Website
 

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Bell Witch - Four Phantoms

 
Οι ραγδαίως ανερχόμενοι Bell Witch σχηματίστηκαν το 2010 στο Σιάτλ της Ουάσινγκτον από τον Dylan Desmond σε φωνητικά και μπάσο και τον Adrian Guerra σε φωνητικά και ντραμς, οι οποίοι πρόσφατα κυκλοφόρησαν τη νέα δουλειά τους, υπό τον τίτλο Four Phantoms, η οποία είναι η τρίτη συνολικά στην ως τώρα πορεία τους, μα δεύτερη με full length μορφή, μέσω της φημισμένης κι ιδιαιτέρως εκλεκτικής δισκογραφικής από τον Καναδά, Profound Lore Records.
 
Το εν λόγω άλμπουμ περιέχει 4 θηριώδη κι άκρως απολαυστικά κομμάτια συνολικής διάρκειας 66 λεπτών, η στιχουργική θεματολογία των οποίων, έχει να κάνει με την ανθρώπινη απώλεια σε συνάρτηση με την σχέση της με τα 4 βασικά στοιχεία της φύσης, ενώ ξεχωρίζει για την πραγματικά αψεγάδιαστη παραγωγή του, που απογειώνει την θλιμμένη υφή των συνθέσεων του και το επιεικώς φανταστικό του artwork, το οποίο μαρτυρά την διάχυτη μουσική του μελαγχολία.
 
Ο σκοτεινός μουσικός κόσμος του Four Phantoms οφείλει την απόκοσμη doom ευωδία του, τόσο στα εξαιρετικά στιβαρά riffs από το μπάσο, που ισοπεδώνουν τα πάντα στο βασανιστικό κι αργόσυρτο διάβα τους, όσο και στα σαγηνευτικά κι αβυσσαλέα leads του, τα οποία εντείνουν τα sludge ξεσπάσματα των Bell Witch και συνάμα προσφέρουν σχεδόν ανεπαίσθητες αχτίδες stoner αρμονίας στις συνθέσεις τους, που ευωδιάζουν doom/death σαπίλα σε κάθε τους νότα.
 
Τα φωνητικά εναλλάσσονται επιτυχώς από κραυγές απελπισίας κι ουρλιαχτά ανείπωτου πόνου σε καθαρής χροιάς ψαλμωδίες, που ενισχύονται από την guest εμφάνιση του Erik Moggridge, ο οποίος πασπαλίζει με στοιχεία παραδοσιακού doom το τελικό σύνολο, χάρη στη γαλήνια και στεντόρεια φωνή του, ενώ τα δυναμικά ντραμς των Bell Witch σιγοντάρουν υπέροχα το 6χορδο μπάσο και συνεισφέρουν με το λυσεργικό τους groove στην ανίερη μαγεία του Four Phantoms.
 
Η ερεβώδης μυρωδιά του Four Phantoms μας ταξιδεύει σε σκληρά κι αχαλίνωτα ηχοτοπία της heavy μουσικής, χάρη στην αρχέγονη και τραχιά funeral doom υφή της, το σκοτεινό sludge άρωμα της οποίας, μας βυθίζει σε μια αέναη doom/death δίνη, που καθηλώνει το πνεύμα και σκλαβώνει τις αισθήσεις, ενώ συγχρόνως μαρτυρά την εντυπωσιακή σε όλα τα επίπεδα πρόοδο των Bell Witch, που μοιάζουν ικανοί κι έτοιμοι να κυριαρχήσουν στον extreme heavy χώρο.
 
Εν ολίγοις, η ζοφερή ευωδία doom φρεσκάδας του σαγηνευτικά θλιμμένου κι αφοπλιστικά γοητευτικού Four Phantoms, επιβεβαιώνει τα όσα καλά είχαν ακουστεί για τους Bell Witch όλα τα προηγούμενα έτη και καθιστά με το μακάβρια όμορφο προσωπείο του άκρως συναρπαστική την ακρόαση του, καθώς οι ακραία ευαίσθητες κι ιδιαιτέρως οδυνηρές μελωδίες του, παραλύουν το σώμα κι υπνωτίζουν το μυαλό, χάρη στην παγερή κι απόκοσμη σαγήνη τους. Εξαίρετο.
 
Bell Witch: Official Blog / Facebook
Profound Lore Records: Official Website
 

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Pallbearer - Foundations Of Burden


Οι ραγδαίως ανερχόμενοι Pallbearer, που γεννήθηκαν το 2008 στο Αρκάνσας, επιστρέφουν στην δισκογραφία, δυο χρόνια μετά το εξαιρετικό τους ντεμπούτο κι έπειτα από μια αλλαγή στη σύνθεση τους, που πλέον περιέχει τους Joseph Rowland σε μπάσο, πιάνο και πλήκτρα, Devin Holt σε κιθάρα και φωνητικά, Brett Campbell σε φωνή και κιθάρα και τον εισελθών πριν από δυο χρόνια στη μπάντα, Mark Lierly στα ντραμς, με την δεύτερη full length δουλειά τους.

Το εν λόγω άλμπουμ φέρει τον τίτλο Foundations Of Burden και περιέχει 6 κομμάτια συνολικής διάρκειας 55 λεπτών, ενώ ξεχωρίζει για το πραγματικά εκπληκτικό artwork του ταλαντούχου Sean Williams και την διαυγή κι άκρως δυναμική παραγωγή του φημισμένου Billy Anderson, η οποία αναδεικνύει περίφημα τις περιπετειώδεις συνθέσεις του, σε συνδυασμό πάντα με την τρομακτική πρόοδο των Pallbearer, που μοιάζουν και είναι βελτιωμένοι σε όλους τους τομείς.

Η αψεγάδιαστη απόδοση των Pallbearer μαρτυρά την εκτελεστική δεινότητα τους, η οποία αποτυπώνει εύγλωττα τον συνθετικό τους οίστρο, που σε σχέση με το προηγούμενο πόνημα τους, στο χορταστικό Foundations Of Burden ξεχειλίζει αυτοπεποίθηση και τρανή απόδειξη για αυτό, αποτελούν τα παθιασμένα κι αισθαντικά φωνητικά του, τα οποία χαρίζουν μια σχεδόν ανεπαίσθητη αύρα αισιοδοξίας στο τελικό μουσικό σύνολο με την έμφυτη μελαγχολία τους.

Τα ντραμς εδώ είναι περισσότερο τεχνικά κι αυτό έχει ως συνέπεια τα κομμάτια του εξαιρετικού Foundations Of Burden να ξεχειλίζουν groove, ενώ το πυκνό μπάσο εντείνει τις prog και retro rock λεπτομέρειες, που διακρίνουν το παραδοσιακό doom μοτίβο των Pallbearer, το οποίο πηγάζει κυρίως από τις δυο κιθάρες τους, που άλλοτε πλέκουν στιβαρά riffs σε traditional ύφος κι άλλοτε υφαίνουν doom / death αισθητικής leads κι εθιστικά solos με έντονο epic άρωμα.

Ο πλούσιος κι εξόχως heavy ήχος του Foundations Of Burden, που περιέχει ακόμη κι ambient σημεία, καθώς και κάμποσα ψήγματα κλασικού heavy metal, αποτελεί μια ωδή στη traditional doom μουσική, μιας και γεννάει ποικίλα και δυνατά αισθήματα με κάθε νότα του, ενώ η έντονη συναισθηματική φόρτιση του, εντείνεται από τους αιχμηρά ειλικρινείς στίχους των Pallbearer, που καταθέτουν την πληγωμένη ψυχή τους, σε τούτο το ιδιαιτέρως απολαυστικό άκουσμα.

Εν ολίγοις, το εξαιρετικό Foundations Of Burden επιβεβαιώνει το τεράστιο ταλέντο, καθώς και την μεγάλη δυναμική των πολλά υποσχόμενων δημιουργών του και συναντά τις πολύ υψηλές προσδοκίες, που το εξίσου εντυπωσιακό ντεμπούτο τους είχε καλλιεργήσει και συγχρόνως μας γεμίζει ελπίδες για το λαμπρό, όπως όλα δείχνουν, μέλλον των Pallbearer, που κάτι μου λέει ότι σε λίγα χρόνια θα λογίζονται ως μια από τις διαχρονικά καλύτερες doom μπάντες. Υπόκλιση.

Pallbearer: Facebook / Official Website
Profound Lore Records: Official Website


Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Wolvhammer - Clawing Into Black Sun


Το 2008 στη Μινεσότα σχηματίστηκαν οι Wolvhammer, οι οποίοι κυκλοφορούν τούτες τις μέρες μέσω της Profound Lore Records, τον αποτελούμενο από 8 κομμάτια συνολικής διάρκειας περίπου 47 λεπτών, τρίτο full length δίσκο τους, με τίτλο: Clawing Into Black Sun, στον οποίο συμμετέχουν οι Adam Clemans στα φωνητικά, Jeff Wilson σε μπάσο / κιθάρα κι ο Heath Rave στα ντραμς, που είναι το μοναδικό από τα ιδρυτικά τους μέλη, που παραμένει στη σύνθεση τους.

Ο ήχος των Wolvhammer μοιάζει στο νέο τους πόνημα πιο συμπαγής από ποτέ κι αυτό είναι απόρροια της δομής των συνθέσεων του, που συνδυάζουν άψογα το black metal υπόβαθρο τους με τις αχνές post rock αναφορές τους, ενώ στολίζουν τα ερεβώδη doom ηχοτοπία τους με δηλητηριώδεις sludge μελωδίες, καθιστώντας έτσι το διακριθέν για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, Clawing Into Black Sun, ως ένα εξόχως χορταστικό άκουσμα του ακραίου heavy ήχου.

Η κιθάρα πότε υφαίνει αργόσυρτα doom ύφους riffs και πότε πλέκει black μελωδίες, τις οποίες συχνά στολίζει με βαλτώδεις sludge πινελιές, ενώ τα μελωδικά της leads ξεχωρίζουν για την ισχνή post υπόσταση τους, που λαμπυρίζει σαν φλόγα μες τη θολή και πυκνή ατμόσφαιρα του Clawing Into Black Sun, η οποία οφείλεται εν πολλοίς στο μεστό μπάσο των Wolvhammer, που οφείλει τον όγκο του, στο υπέρ του δέοντος heavy εκτόπισμα του fuzz χαρακτήρα του.

Τα δυναμικά ντραμς των Wolvhammer αποτελούν το καλύτερο στήριγμα για τα έγχορδα τους και συμβάλουν συνάμα σημαντικά με το τραχύ κι απύθμενο groove τους στην ομαλή ροή του απολαυστικού Clawing Into Black Sun, που διακρίνεται για την ποικιλία στα φωνητικά του, τα οποία προσφέρουν θεατρικότητα στον πλούσιο ήχο του, άλλοτε με την καθαρή τους χροιά κι άλλοτε με την σχιστή και μελαγχολική υπόσταση των post punk αύρας, ουρλιαχτών τους.

Οι σκαιές μελωδίες των Wolvhammer αποκαλύπτουν με εύγλωττο τρόπο τον συνθετικό τους οίστρο και μαρτυρούν, τόσο την εκτελεστική τους δεινότητα, όσο και την αψεγάδιαστη απόδοση τους, που συνοδεύεται από περίσσια έμπνευση, η οποία καθιστά το συναρπαστικό και βάναυσα όμορφο, Clawing Into Black Sun, εξόχως απολαυστικό, μιας κι αναδεικνύει περίφημα τις doom σκοτεινές και black σπινθηροβόλες μελωδίες τους σε μια ακραία heavy πανδαισία. Υπόκλιση.

Wolvhammer: Facebook
Profound Lore Records: Official Website
 

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

The Atlas Moth - The Old Believer


Το 2007 στο Σικάγο σχηματίστηκαν οι The Atlas Moth, που απαρτίζονται από τον Alex Klein στο μπάσο, από τον David Kush σε κιθάρα και φωνή, από τον Σταύρο Γιαννόπουλο σε κιθάρα κι ουρλιαχτά, από το νεοφερμένο στη μπάντα Dan Lasek στα ντραμς κι από τον Andrew Ragin σε πλήκτρα και κιθάρα, οι οποίοι ξόρκισαν τις έντονες και δυσάρεστες προσωπικές καταστάσεις, που τους ταλαιπώρησαν τους περασμένους μήνες, κυκλοφορώντας το The Old Believer.

Ο εν λόγω δίσκος, που αποτελεί την τρίτη full length δουλειά τους, βγήκε μέσω της Καναδικής Profound Lore Records και περιέχει 10 κομμάτια συνολικής διάρκειας σχεδόν 50 λεπτών, ενώ ξεχωρίζει για την αψεγάδιαστη παραγωγή του, που προσδίδει μια έξτρα δυναμική στις σκοτεινές συνθέσεις των The Atlas Moth και διακρίνεται για το εντυπωσιακό του artwork, το οποίο αλλάζει μορφή όταν βραχεί με νερό κι επιστρέφει ξανά στην αρχική του κατάσταση όταν στεγνώσει.

Η διττή υπόσταση του τρομερού artwork του The Old Believer, αντανακλάται και στο μουσικό του περιεχόμενο, το οποίο άλλοτε είναι βυθισμένο στην doom άβυσσο και ξερνάει μελαγχολικές black μελωδίες κι άλλοτε βγαίνει στην επιφάνεια της κολάσεως, εκεί όπου οι ψυχεδελικές stoner νότες των The Atlas Moth φλέγονται υπό το πύρινο φως των experimental ηχοχρωμάτων τους, καθιστώντας έτσι τη γεμάτη πόνο ειλικρίνεια των βιωματικών στίχων τους, σχεδόν αβάσταχτη.

Τα αρκούντως heavy κι εξόχως απολαυστικά riffs από τις κιθάρες, φέρουν ανάγλυφα black metal σημάδια στην γδαρμένη τους ραχοκοκαλιά κι αποτελούν τον καλύτερο σύντροφο για τα ζοφερά κι έχοντα death αιχμές leads τους, τα οποία αναδεικνύουν περίφημα τόσο τα καθαρά φωνητικά των The Atlas Moth, που κυριαρχούν στο The Old Believer, όσο και τα σχιστά ουρλιαχτά τους, που απογειώνονται από τα παρανοϊκής αύρας guest φωνητικά των μελών των Gojira.

Οι guest εμφανίσεις στο The Old Believer δεν σταματούν εδώ όμως, καθώς τα δύο βιολιά των Subrosa εντείνουν με τις δηλητηριώδεις τους μελωδίες την αποπνικτική ατμόσφαιρα απόγνωσης του, η οποία οφείλει την πυκνή doom υφή της στο γιγαντιαίο μπάσο των The Atlas Moth, που συντροφεύει με την αιθέρια sludge υπόσταση του, τις κιθάρες και τα δυναμικά τους ντραμς, τα οποία ενισχύουν παρέα με τα πλήκτρα την ομαλή ροή του έσχατου χρονικά πονήματος τους.

Εν ολίγοις, τούτο το άκουσμα αποτελεί τον πλέον εσωστρεφή και πολυσχιδή συνάμα δίσκο των φοβερών The Atlas Moth και θαρρώ παρά τον φαινομενικά δύσκολο χαρακτήρα του, πως είναι το πιο εύκολο ως προς την ακρόαση του άλμπουμ τους, καθώς το πλούσιο The Old Believer συνδυάζει άψογα τα ανάγλυφα heavy ηχοτοπία τους με τις βάναυσες κι ακραίες metal πινελιές τους, καθιστώντας έτσι το ήδη απολαυστικό τελικό ηχητικό σύνολο, μαγευτικό σαν αμαρτία.

The Atlas Moth: Facebook
Profound Lore Records: Official Website


Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Subrosa - More Constant Than The Gods


Από το 2005, οπότε και οι Subrosa δημιουργήθηκαν στο Salt Lake City της Αμερικής, έχουν πετύχει να κυκλοφορήσουν μόνο εξαιρετικά ποιοτικές κι ενδιαφέρουσες δουλειές και αυτό το σερί, ευτυχώς για εμάς, δεν χαλάει ούτε με τον φετινό, τρίτο συνολικά στην καριέρα τους, full length δίσκο, που κυκλοφορεί εδώ και λίγες εβδομάδες από την φημισμένη κι επίσης έχουσας θαυμάσιο σερί, Profound Lore Records, υπό τον τίτλο: Μοre Constant Than The Gods.

Ο εν λόγω δίσκος, που διακρίνεται εκτός όλων των άλλων και για το πανέμορφο κι άκρως ταιριαστό με το μουσικό του περιεχόμενο, artwork, το οποίο με μεράκι φιλοτέχνησε ο Glyn Smith, αποτελείται από 6 κομμάτια συνολικής διάρκειας 68 λεπτών περίπου, ενώ ξεχωρίζει και για τους εμπνευσμένους από διάφορες μυθοπλασίες, μα έχοντες μια ισχυρή δόση σαρκασμού, κυνικούς στίχους του, που ολοκληρώνουν τέλεια την πνιχτή ατμόσφαιρα των έξι συνθέσεων του.

Το μουσικό περιεχόμενο του εξαίσιου, More Constant Than The Gods, χαρακτηρίζεται από μια γοητευτική για το ίδιο, experimental αύρα, που εκτός από την ηχητική ποικιλία, που του προσφέρει, συμβάλει σημαντικά και στην αψεγάδιαστη ροή του, την οποία βοηθά και η εξόχως δυναμική παραγωγή του άλμπουμ, καθώς ο νέος ντράμερ της μπάντας, Andy Patterson, συνεργάστηκε άψογα με τον Devo Andersson, που ανέλαβε μίξη και mastering, αντίστοιχα.

Η δουλειά του στα τύμπανα εξίσου εντυπωσιακή, μιας και κρατά τα ηχητικά μπόσικα του νέου πονήματος της μπάντας, προσφέροντας του παράλληλα και γενναίες ποσότητες groove, τις οποίες ο Christian Creek ενισχύει με το μεστό του μπάσο, προσφέροντας έτσι στην σκοτεινή και συχνά πυκνά πνιγηρή ατμόσφαιρα του More Constant Than The Gods, μια υφέρπουσα αίσθηση απειλής, που κρατά το ενδιαφέρον του ακροατή αμείωτο σε όλη την διάρκεια του.

Σε αυτό συμβάλει και η άκρως λειτουργική και ψαρωτική σε σημεία συνεργασία των δύο ηλεκτρικών βιολιών, που μαεστρικά χειρίζονται οι Sarah Pendleton και Kim Pack, οι οποίες σκορπούν ανατριχίλες με τις ηλεκτρισμένες τους μελωδίες, που κυριαρχούν σε τούτο τον δίσκο, ενώ άξια ειδικής μνείας είναι και η αλληλεπίδραση τους στα φωνητικά, τα οποία και μοιράζονται με τον πλέον σωστό τρόπο, προσδίδοντας την απαραίτητη θεατρικότητα στους στίχους.

Πολύ σημαντική και η προσφορά της κιθάρας στο More Constant Than The Gods, καθώς τα riffs και τα solos, που η ταλαντούχα, αλλά κι επίσης έχουσα σημαντική συμβολή στα φωνητικά του, Rebecca Vernon, σκαρώνει, πλαισιώνουν με τον καλύτερο τρόπο τα υπόλοιπα μουσικά όργανα, ενώ συγχρόνως δημιουργούν έναν τερατώδους μεγέθους heavy τοίχο, τον οποίο και στολίζουν με ηχοχρώματα και πινελιές διάφορων παρακλαδιών της rock κι όχι μόνο μουσικής.

Χαμηλά κουρδισμένες doom rock μελωδίες έρπονται πάνω σε σακατεμένο stoner υπόβαθρο έχοντας στραμμένο το βλέμμα τους στα ψυχεδελικά ξεσπάσματα του sludge ταμπεραμέντου των Subrosa, το οποίο έχει παραδοθεί στην γαλήνια, μα πένθιμη συνάμα, goth αισθητική τους, η οποία συμπλέκεται με τις νέο-κλασικές νότες της chamber μουσικής, που έχει κυρίαρχο ρόλο στο More Constant Than The Gods, αναδεικνύοντας έτσι την pop πλευρά του drone ήχου.

Με λίγα λόγια, η folkore αύρα της Americana διαχέεται ύπουλα μέσα στο μονολιθικό heavy ήχο των Subrosa, προσφέροντας στο νέο και πλουσιότερο από όλες τις πλευρές, δίσκο τους, μια γλυκιά αίσθηση κυνικής μελαγχολίας, που σε συνδυασμό με τον έμφυτο doom χαρακτήρα τους και τις εύθραυστες rock ανησυχίες τους, καθιστούν την καλύτερη ως τώρα δουλειά τους, το ήδη μεγαλοπρεπές κι εντυπωσιακό, More Constant Than The Gods, μεγαλειώδες. Εύγε.

Profound Lore Records: Official Website


Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Bell Witch - Longing


Η εξαιρετικά ελπιδοφόρα μπάντα από το Σιάτλ, που έρπει στα πλέον ακραία κι ανήλια σοκάκια του heavy ήχου κι ακούει στο όνομα Bell Witch, κυκλοφόρησε μόλις, την πρώτη της full length δουλειά, με τίτλο: Longing. Το υποφαινόμενο άλμπουμ, που βγήκε μέσω της φημισμένης Profound Lore Records, αποτελείται από 6 κομμάτια, 2 εκ των οποίων τα βρίσκουμε και στο περσινό demo της μπάντας με λίγο διαφορετική μορφή, ενώ διαρκεί 67 λεπτά περίπου.

Την παραγωγή του Longing επιμελήθηκε ο πολύ καλός στον τομέα του, Brandon Fitzsimmons, ο οποίος κατάφερε να προσδώσει διαύγεια και βάθος στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα, ενώ ειδικής μνείας αξίζει το γκρίζας ατμόσφαιρας artwork, το οποίο πλαισιώνει υπέροχα τα ζοφερής μελαγχολίας κομμάτια και τους γεμάτους πόνο στίχους, που οι ταλαντούχοι Adrian Guerra σε ντραμς και φωνητικά και Dylan Desmond σε μπάσο και φωνή, μαεστρικά συνέθεσαν.

Η αποπνικτική ατμόσφαιρα του Longing αναδεικνύεται από τον γλυκό ήχο του μπάσου, αλλά κι από τα καταιγιστικά σε στιγμές ντραμς, ενώ εντείνεται τόσο από τα καθαρά και ξεχειλίζοντα απελπισία φωνητικά του Dylan, όσο κι από τα σπαρακτικά ουρλιαχτά του Adrian. Ο πρώτος, που ίσως σας είναι γνωστός από την πορεία του με τους ανερχόμενους Samothrace, υφαίνει κατατονικές μελωδίες απαράμιλλης ομορφιάς κι έντονης συναισθηματικής φόρτισης, ενώ..

..Ο δεύτερος, είτε οδηγεί τις συνθέσεις με τα δυναμικά του χτυπήματα, είτε απλώς συντροφεύει το μπάσο του ηχητικού του συνοδοιπόρου στις αέναες μουσικές του βόλτες σε ηχοτοπία απόγνωσης, το κάνει με εμφατικό τρόπο. Αμφότεροι, δείχνουν εξαιρετικά βελτιωμένοι στα φωνητικά τους καθήκοντα, καθώς τα ουρλιαχτά έχουν πλέον μια ανθρώπινη υπόσταση, που ραγίζει την καρδιά, ενώ τα καθαρά φωνητικά, βρίθουν θεατρικότητος, προσδίδοντας έτσι..

..Στους ιδιαιτέρως καταθλιπτικούς στίχους του Longing, μια κολακευτική για αυτούς, άκρως ρεαλιστική μορφή, η οποία αποκτά μια ανεπαίσθητη ζωντάνια, από το σωστά τοποθετημένο για την ήδη εξαιρετική ροή του δίσκου, sample φωνητικών του Vincent Price, που προέρχεται από την βασισμένη σε μια ιστορία του Edgar Allen Poe, horror ταινία του 1964, The Masque of the Red Death, ενώ άξια αναφοράς είναι η guest συμμετοχή του Erik Moggridge στα φωνητικά.

Ο υπέρ του δέοντος heavy χαρακτήρας των πολλά υποσχόμενων Bell Witch στηρίζεται σε ένα ψυχρό funeral doom μοτίβο, το οποίο παρά το αργόσυρτο του χαρακτήρα του, ξεχωρίζει για τα sludge ψήγματα του, που αναδεικνύουν με τρομακτικά όμορφο τρόπο τα θηριώδους υπόστασης και τερατώδους ομορφιάς, doom/death ξεσπάσματα τους, ενώ τα στοιχεία παραδοσιακού doom, που στολίζουν τις σκοτεινές συνθέσεις τους, καθιστούν το Longing, σχεδόν συγκλονιστικό.

Οι σφόδρα εξελίξιμοι Bell Witch αποδεικνύουν με το πρώτο ολοκληρωμένο πόνημά τους, πως είναι μια εξαιρετικά προικισμένη μπάντα, που έχει όλα τα φόντα για να ξεχωρίσει στον χώρο της ακραίας heavy μουσικής, μιας και το εξαιρετικό από κάθε άποψη ντεμπούτο τους, που φέρει τον ταιριαστό με το ηχητικό του περιεχόμενο τίτλο: Longing, μαρτυρά ζηλευτές ηχητικές αρετές, ενώ κοιτάζει στα μάτια τις πολύ καλές δουλειές, που μεγαθήρια του είδους, κυκλοφόρησαν φέτος.

Bell Witch: Facebook / Official Blog
Profound Lore Records: Official Website
 

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Pallbearer - Sorrow And Extinction


Οι Αμερικάνοι Pallbearer, οι οποίοι γεννήθηκαν το 2008 στο Little Rock του Αρκάνσας, όπως μαρτυρά το εύγλωττο όνομα τους, εξερευνούν μέσω της πένθιμης μουσικής τους τα πλέον μίζερα από τα γεμάτα λύπη ηχοτοπία του heavy ήχου, καθώς οι θλιμμένες τους μελωδίες, που ξεχειλίζουν από κατήφεια, αποτελούν τον ορισμό της αγνής doom μουσικής, μιας και οι ως επί τω πλείστον αργόσυρτες συνθέσεις τους, τόσο αυτές, που περιέχονται στο Demo, που η μπάντα κυκλοφόρησε το 2010, όσο κι αυτές που είναι το περιεχόμενο του ντεμπούτου τους full length δίσκου, Sorrow And Extinction, ξεχειλίζουν από συναίσθημα.

Ο εν λόγω δίσκος, ο οποίος κυκλοφόρησε στα τέλη του τρέχοντος Φλεβάρη από την Profound Lore Records, αποτελεί δημιούργημα των Joseph D. Rowland (μπάσο), Brett Campbell (φωνητικά, κιθάρες), Zach Stone (ντραμς) και Devin Holt (κιθάρες), ενώ τα 5 κομμάτια, που τον αποτελούν, διαρκούν συνολικά 49 λεπτά. Την πυκνή παραγωγή του, που κολακεύει τις μεγαλειώδεις συνθέσεις του, έχει επιμεληθεί σε συνεργασία με την ίδια την μπάντα, ο Chuck Schaaf, ο οποίος αμέσως μετά το πέρας των ηχογραφήσεων αντικατέστησε τον Zach Stone, που αποχώρησε από τούτο το νεοσύστατο κι άκρως ελπιδοφόρο μουσικό συγκρότημα.

Τα εκπληκτικής ποιότητας, παθιασμένα φωνητικά, προσδίδουν υπαρξιακή διάσταση στους στίχους, ενώ το ηχόχρωμα τους μοιάζει βγαλμένο από κλασικές doom κυκλοφορίες της δεκαετίας του '90. Οι κιθάρες κινούνται σε αργό, σχεδόν funeral doom, τέμπο, ενώ τα solos τους, αντί να αποτελέσουν νησίδα ευδαιμονίας στην μέση του αχαλίνωτου και μελαγχολικού ηχητικού ωκεανού, που τιτλοφορείται Sorrow And Extinction, εντούτοις, σε παρασύρουν όλο και πιο βαθιά στην γοητευτικά αποπνικτική τους δίνη, η οποία θυμίζει κάτι από τις απελπισμένα πικρόχολες ηχητικές πινελιές του doom/death ήχου. Το μπάσο με τον υπόκωφο ήχο του, στέκει αγέρωχο παρά το δυσβάσταχτο σε στιγμές φορτίο του, ενώ στηρίζει υποδειγματικά τα δυναμικά ντραμς.

Εν κατακλείδι, οι Pallbearer έδειξαν με το προ διετίας demo τους, το οποίο προσφέρετε για δωρεάν download από την επίσημη ιστοσελίδα τους, ότι είναι αποφασισμένοι να αφήσουν ανεξίτηλο για πάντα το στίγμα τους στον heavy ήχο, ενώ οι μεγάλες προσδοκίες, που είχαν δημιουργήσει με αυτό, όχι μόνο εκπληρώθηκαν, αλλά παραχώρησαν την θέση τους σε άλλες, ακόμη μεγαλύτερες, μιας και το Sorrow And Extinction είναι ένας εξαιρετικός -από όλες τις απόψεις- δίσκος, που έχω την εντύπωση, πως θα αρέσει στην πλειοψηφία των φίλων του σκληρού ήχου, ενώ κάτι μου λέει, πως όσοι -όπως η αφεντιά μου- γουστάρουν την heavy μουσική λίγο παραπάνω, από ότι τις υπόλοιπες εκφάνσεις του ακραίου ήχου, όχι μόνο θα λατρέψουν τούτο το άκουσμα, αλλά -δικαίως- θα το κατατάξουν και στις πλέον αγαπημένες τους κυκλοφορίες, για την χρονιά, που ήδη διανύουμε.


Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

The Atlas Moth - An Ache For The Distance


The Atlas Moth είναι η ονομασία ενός σπάνιου είδους πεταλούδας, που συναντάται κυρίως στην Νοτιοανατολική Ασία, αλλά και το όνομα μιας heavy μπάντας, που κατάγεται από το Chicago του Illinois των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Το εν λόγω συγκρότημα δημιουργήθηκε το 2007 και είναι ιδιαίτερα κινητικό ως προς τη δισκογραφία του, μιας και έχει κυκλοφορήσει ως τώρα ένα Single, δυο EPs και δυο full length δίσκους, με τον τελευταίο χρονικά εξ αυτών, να κυκλοφορεί επίσημα, μόλις πριν λίγες μέρες, μέσω της Profound Lore Records -η οποία κυκλοφόρησε κάποιες απίστευτα ποιοτικές δουλειές εσχάτως.

Ο υποφαινόμενος δίσκος, τιτλοφορείται: An Ache For The Distance και περιέχει 9 κομμάτια, η συνολική διάρκεια των οποίων αγγίζει τα 45 λεπτά. Το μουσικό του περιεχόμενο δεν διαφοροποιείται πολύ από το ντεμπούτο της μπάντας, μιας και το παράξενο, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον μείγμα doom, sludge, blues και ψυχεδέλειας -που πρώτη αυτή η πεντάδα μας παρουσίασε πριν λίγα χρόνια, υπάρχει και σε αυτόν τον δίσκο. Η μοναδική διαφορά σε σχέση με την πρώτη τους δουλειά είναι ότι η πεντάδα των ατόμων, που αποτελεί αυτή τη μπάντα, έχει προοδεύσει σε όλους τους τομείς -κυριολεκτικά σε όλους. Και εξηγούμαι:

Η παραγωγή είναι εμφανώς βελτιωμένη σε σχέση με το ντεμπούτο τους, αφού καταφέρνει να αναδείξει με τον καλύτερο τρόπο όλα τα όργανα -ίσως αυτό να οφείλεται στο το ότι την επιμελήθηκαν οι 2 από τους 3 κιθαρίστες του συγκροτήματος. Οι εν λόγω 2 κιθαρίστες συνεργάζονται άψογα με τον τρίτο της παρέας και θαρρώ, πως είναι περιττό να αναφερθεί ότι η κιθαριστική δουλειά που γίνεται εδώ είναι απλά υποδειγματική -κάτι που θα αντιληφθείτε εύκολα εάν ακούσετε τον δίσκο με ακουστικά. Το rythm section, δηλαδή μπάσο και ντραμς, παίζουν τον σημαντικό ρόλο τους σχεδόν τέλεια ενώ, η χρήση των πλήκτρων είναι απλά μαγική. Το δε σαξόφωνο που κάνει guest εμφάνιση στον δίσκο, μπορεί άνετα να χαρακτηρισθεί σαν το κερασάκι στην τούρτα ενώ, τα φωνητικά ξεχωρίζουν -τόσο τα καθαρά όσο και τα brutal, όχι μόνο διότι κινούνται σε υψηλά επίπεδα, αλλά διότι η χρήση τους είναι πανέξυπνη. Σχιστές black στριγγλιές συνοδεύονται από ψαλμωδίες ενώ, απόκοσμα ουρλιαχτά σφιχταγγαλιάζουν τα μελωδικά φωνητικά σαν να μην υπάρχει αύριο. Το θέμα είναι πως όλα αυτά, συμβαίνουν ταυτόχρονα, χωρίς το ένα να υπερκαλύπτει το άλλο -κάτι που νομίζω, πως μόνο εύκολο δεν είναι, διότι το δέσιμο και ο σωστός συντονισμός που απαιτείται να υπάρχει ανάμεσα στους μουσικούς για να βγει ένα τόσο καλό αποτέλεσμα, πρέπει να αγγίξουν εξωπραγματικά επίπεδα -και όπως σωστά μαντεύετε, τούτοι εδώ οι Αμερικάνοι, όλα αυτά, τα κατάφεραν και μάλιστα, με περίσσιο στυλ.

Το An Ache For The Distance είναι ένα περίεργο κι απόμερο σημείο του Πλανήτη Μουσική, όπου η οδύνη και η ευδαιμονία -δύο έντονα και εκ διαμέτρου αντίθετα συναισθήματα, μοιάζουν και είναι, περισσότερο μονοιασμένα από ποτέ και΄αυτό αντανακλάται και στις σχέσεις των μουσικών ιδιωμάτων που κατοικούν εκεί. Για παράδειγμα, το sludge αν και βρίσκεται σε κατάθλιψη, την πέφτει στο drone, την ίδια στιγμή που τα blues προξενεύουν το doom στην ψυχεδέλεια, η οποία όμως γλυκοκοιτάζει πιο έντονα από ποτέ τον μινιμαλισμό. Όλα αυτά, έχουν ως αποτέλεσμα το μυαλό του ακροατή να ταξιδεύει σε ηχοτοπία γεμάτα υγρασία, που κάνουν τις λάσπες να ξεχειλίζουν από τους βάλτους ενώ, η έντονη δυσωδία που κυριαρχεί στον παράξενο αυτό τόπο, δεν είναι ικανή να αποτρέψει το βλέμμα του αποσβολωμένου επισκέπτη από το διαυγές ουράνιο τόξο -που στέκει αγέρωχο μπροστά από τον πάντα καυτό ήλιο. Οι The Atlas Moth είναι άξιοι θερμών συγχαρητηρίων, διότι, ζωγράφισαν ένα μουσικό τοπίο, που πραγματικά σε μαγεύει διότι, αν και αρχικά σε απωθεί, στο τέλος, παραδίδεσαι αμαχητί στα άψογα κρυμμένα κάλλη του, που σε μαγνητίζουν και σε τραβούν εκεί απ' όπου δεν θα θελήσεις ποτέ να φύγεις: στην ζεστή μα βρώμικη αγκαλιά τους.