Το 2011 υπήρξε μια άθλια χρονιά στους περισσότερους τομείς, όμως, όσον αφορά την μουσική, οφείλω να παραδεχθώ πως το περασμένο πλέον έτος, υπήρξε πάρα πολύ καλό, καθώς πολλές νέες μπάντες μας συνεπήραν με τις ντεμπούτο κυκλοφορίες τους, ενώ πολλές ποιοτικές κυκλοφορίες δημιουργήθηκαν και από συγκροτήματα ήδη καταξιωμένα. Φυσικά, δεν έλειψαν και οι απογοητεύσεις, αν και σε τούτο το κείμενο δεν θα ασχοληθούμε με αυτές, αλλά με τις κυκλοφορίες που για τον έναν ή τον άλλο λόγο, μ' ανάγκασαν να τις ακούσω περισσότερο από τις υπόλοιπες. Όπως ίσως υποψιάζεστε, παρακάτω θα βρείτε τα καλύτερα ή μάλλον, για να θέσω το ζήτημα στη σωστή του βάση, παρακάτω θα βρείτε τα άλμπουμ που το 2011 με σαγήνευσαν. Άρα, η λίστα που ακολουθεί, απαρτίζεται από τα αγαπημένα μου άλμπουμ της περσινής χρονιάς. Nothing More, Nothing Less.
Οι Bell Witch, που προέρχονται από το Seattle της Washington των Η.Π.Α., είναι μια νεοσύστατη μπάντα, που αποτελείται από δυο μόλις άτομα: τον Dylan Desmond σε μπάσο και φωνητικά και τον Adrian Guerra σε ντραμς και φωνητικά. Οι δυο τους συνυπήρξαν σε άλλες μπάντες παλαιότερα, αλλά πριν από λίγους μήνες αποφάσισαν να συνεργαστούν εκ νέου. Αποτέλεσμα αυτής της απόφασης ήταν η δημιουργία μιας -εξαιρετικά ελπιδοφόρας, μπάντας, αλλά και η ηχογράφηση ενός πολύ καλού demo -που φέρει το όνομα της μπάντας, το οποίο όνομα, είναι εμπνευσμένο από έναν ιδιαίτερα δημοφιλή θρύλο της Αμερικάνικης λαογραφίας.
Λίγους μήνες μετά την δημιουργία τους και έχοντας ήδη στην πλάτη τους ένα σεβαστό αριθμό live εμφανίσεων, η μπάντα επισκέφθηκε τα Airport Grocery Studios, που βρίσκονται στην γενέτειρα τους, όπου ηχογράφησε το παρθενικό της demo -με την βοήθεια του καλού τους φίλου, Brandon Fitzsimons. Το demo αποτελείται από τέσσερα κομμάτια και διαρκεί περίπου 38 λεπτά ενώ, ειδικής μνείας αξίζει το υπέροχο artwork του. Η μουσική που περιέχει περιγράφεται από την μπάντα ως κάτι ανάμεσα σε sludge και doom, αλλά έχω την εντύπωση πως η ταμπέλα funeral doom, είναι η ιδανικότερη για την μουσική τους.
Οι συνθέσεις που περιέχονται στο demo -το οποίο η μπάντα προσφέρει δωρεάν για download, είναι ζοφερές, heavy και φυσικά, βασανιστικά αργόσυρτες, αλλά συγχρόνως ευάκουστες ενώ, πρέπει να αναφέρω ότι ξεχώρισα τα φωνητικά, τα οποία και μοιράζονται ανάμεσα σε στρυφνά ουρλιαχτά και αλλόκοτες -αλά ψαλμωδίες, φωνές. Η χρήση τους είναι πραγματικά έξυπνη και ευεργετική για τις συνθέσεις. Οι Bell Witch, δείχνουν να έχουν όλα τα φόντα για να καθιερωθούν στον χώρο -κάτι το οποίο εύχομαι και ελπίζω να πετύχουν. Το ομώνυμο ντεμπούτο demoτους, είναι σίγουρα άξιο προσοχής από τους fan τους είδους -κι όχι μόνο.
Οι Αθηναίοι, The Dive, δημιουργήθηκαν το 2000 και το βιογραφικό τους είναι γεμάτο από live εμφανίσεις, πολλές εκ των οποίων έγιναν παρέα με σημαντικά ονόματα του heavy χώρου. Η δισκογραφική τους παρουσία -αν και η ύπαρξη τους στα μουσικά δρώμενα ξεπερνάει τα δέκα χρόνια, αποτελείται από μια και μόνο δουλειά, την ομώνυμη, η οποία ηχογραφήθηκε κάπου μέσα στο 2008 και live ως επί το πλείστον, αλλά τελικά κυκλοφόρησε πριν λίγους μόλις μήνες, με τη βοήθεια της Spinalonga Records, στο site της οποίας θα μεταφερθείτε αν κάνετε κλικ πιο πάνω -στο όνομα της, όπου θα βρείτε διαθέσιμο προς δωρεάν download τον εν λόγω εξαιρετικό -από πολλές απόψεις, δίσκο -και όχι μόνο.
Το The Dive, που διαρκεί περίπου 45 λεπτά και αποτελείται από 11 τραγούδια -αλλά κι ένα instrumental καλά κρυμμένο προς το τέλος του δίσκου κομμάτι, περιέχει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την μουσική της μπάντας, η οποία είναι επηρεασμένη από την αμερικάνικη 90's σκηνή κυρίως. Με άλλα λόγια, grunge, punk, garage, desert, ψυχεδέλεια, stoner, συνδυάζονται και αναμειγνύονται με εκπληκτικό τρόπο απ' το συγκρότημα, που σαν σφουγγάρι απορρόφησε τα καλύτερα σημεία από τις επιρροές του και τις φίλτραρε με τον πλέον κατάλληλο τρόπο, παρουσιάζοντας μας ένα ηχητικό απόσταγμα, πλούσιας περιεκτικότητας, μουσικής ωριμότητας, ιδιόμορφης ομορφιάς, μα και το κυριότερο: ένα μουσικό έργο ποιοτικό -με όλη τη σημασία της λέξης.
Η παραγωγή του δίσκου είναι εξαιρετική, οι συνθέσεις το ίδιο -δεν θα μπορούσε άλλωστε να ίσχυε κάτι άλλο, διότι αυτά που ακούμε στον δίσκο, είναι απόρροια δεκαετούς περιπλάνησης στα δαιδαλώδη σοκάκια της rock μουσικής. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και με τις μουσικές ικανότητες των τεσσάρων ατόμων που αποτελούν το συγκρότημα καθώς, πέρα απ΄τον χρόνο που χρειάζεται για να βγάλεις ένα τέτοιο άλμπουμ, απαιτούνται και κάποια ακόμη πολύ σημαντικά συστατικά: το ταλέντο, το μεράκι, αλλά και η σκληρή δουλειά. Όπως σωστά μαντεύετε, τούτοι εδώ, έχουν όλα τα παραπάνω στοιχεία και μάλιστα, σε υπερθετικό βαθμό.
Θα μπορούσα να γράψω πολλά παραπάνω για τους The Dive και το ομώνυμο ντεμπούτο τους, αλλά νομίζω πως κάτι τέτοιο θα ήταν περιττό, διότι θεωρώ προτιμότερο να σας προτείνω να ακούσετε τον δίσκο με την πρώτη ευκαιρία και εάν σας αρέσει -κάτι που θεωρώ δεδομένο, να αγοράσετε και την φυσική του κόπια -το artwork της οποίας είναι εξαίσιο, κάτι που μπορείτε να κάνετε επικοινωνώντας με την μπάντα μέσω email. Κλείνοντας, θέλω να πιστεύω ότι οι live εμφανίσεις τους δεν θα περιοριστούν, αλλά θα παραμείνουν συχνές, διότι για κάποιο άγνωστο λόγο, ανήκω σε εκείνους που δεν τους έχουν δει ακόμη ζωντανά, κάτι που ελπίζω να αλλάξει το συντομότερο, μιας και οι φήμες που θέλουν τις συναυλίες τους να είναι δυναμίτες, τελευταία εντείνονται επικίνδυνα. Μέχρι όμως να μου/μας δοθεί αυτή η ευκαιρία, ο δίσκος θα παίζει στο repeat, διότι αν δεν το καταλάβατε ήδη.. τα σπάει!
Οι δημιουργημένοι το 2004 και προερχόμενοι από την Ινδιάνα των Η.Π.Α. Apostle of Solitude, μαζί με τους δημιουργημένους το 2008 και προερχόμενους απ' το Κολοράντο συμπατριώτες τους, The Flight of Sleipnir, αλλά και τους γεννημένους στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας το 2008, Rituals of the Oak, κυκλοφόρησαν ένα τριπλό split δίσκο την περασμένη άνοιξη, υπό τη σκέπη της κοινής δισκογραφικής τους εταιρίας, της Γερμανικής Eyes Like Snow, που ειδικεύεται σε doom/heavy ζητήματα και αποτελεί θυγατρική της Northern Silence Productions, η οποία, προσανατολίζεται σε πιο ακραίες εκφάνσεις της σκληρής μουσικής.
Τα split, που έχουν γίνει -σχεδόν, της μόδας τον τελευταίο καιρό, είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για κάποιον, να γνωρίσει διαφορετικές μπάντες μέσα από μόνο μια κυκλοφορία ενώ, αποτελεί και μια πρώτης τάξεως αφορμή, για να παραμείνει το όνομα κάποιου συγκροτήματος στον αφρό -σε περίπτωση που αυτό, για τον οποιοδήποτε λόγο, δεν έχει κάτι άλλο στα σκαριά για ένα σεβαστό χρονικό διάστημα. Βέβαια, οι συγκρίσεις μεταξύ των συγκροτημάτων που περιλαμβάνονται στο εκάστοτε split δεν λείπουν, κάτι που είναι απολύτως φυσιολογικό και που ισχύει και σε αυτή τη περίπτωση, οπού οι δυο Αμερικάνικες μπάντες συμμετέχουν με δυο κομμάτια έκαστη ενώ, οι Αυστραλοί με ένα, η διάρκεια του οποίου όμως, ισοφαρίζει ή/και ξεπερνάει σε συνολική διάρκεια τα κομμάτια των συναδέλφων τους. Όσο για τη συνολική διάρκεια του δίσκου, αυτή αγγίζει τα 50 λεπτά. Πριν περάσουμε να δούμε τα τραγούδια ξεχωριστά, πρέπει να ξεκαθαρίσω, πως οι όποιες συγκρίσεις για μένα σταμάτησαν, με το που τέλειωσε ο δίσκος και πατήθηκε το repeat, διότι, πολύ απλά, όλοι όσοι συνέβαλαν για να δημιουργηθεί αυτό το split, έκαναν φανταστική δουλειά.
Τα δύο κομμάτια των Apostle Of Solitude είναι στο κλασικό παραδοσιακό κι επικό doom ύφος τους ενώ, έχω την εντύπωση ότι το εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου, This Mania, είναι λίγο πιο αδύναμο -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κακό σαν τραγούδι, από το μεγαλύτερης διάρκειας και όχι μόνο, Transgressions, που αν και δεν είναι ένα κλασικό doom κομμάτι, θεωρώ εντούτοις, πως είναι εξαιρετικό. Οι Rituals of the Oak συμμετέχουν με το κομμάτι, Hallward, το οποίο είναι στο γνωστό -από το προ διετίας ντεμπούτο τους, ύφος: μεγαλειώδες epic doom με αρκετές υφέρπουσες funeral αναφορές και επιβλητικά γυναικεία φωνητικά, που δίνουν παραπάνω πόντους τόσο στο συγκεκριμένο τραγούδι, όσο και στην μπάντα γενικότερα. Τώρα αν πω ότι ανυπομονώ για τον δεύτερο δίσκο τους -που αναμένεται να κυκλοφορήσει κάπου στα τέλη του τρέχοντος έτους, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα πω ψέματα. Το A Legacy Of Iron, που είναι ένα από τα δύο κομμάτια των The Flight Of Sleipnir στον δίσκο, κυμαίνεται στα γνωστά viking/doom ηχοτοπία της μπάντας ενώ, το έτερο κομμάτι, Draugr, νομίζω, πως είναι από τις καλύτερες συνθέσεις ever, αυτού του πολύ καλού κι αγαπημένου μου, συγκροτήματος. *Με ένα κλικ στους τίτλους των κομματιών, θα μπορέσετε να τα ακούσετε, κι έτσι, θα βγάλετε και τα δικά σας συμπεράσματα.
Το εξώφυλλο, αλλά και το όλο artwork αυτής της κυκλοφορίας, είναι εξαιρετικά ενώ, η παραγωγή του δίσκου είναι πολύ καλή για όλες της μπάντες καθώς, ο ήχος είναι ακριβώς ο ίδιος για όλους: βρώμικος όσο πρέπει για αυτού του είδους τη μουσική και αρκούντως δυνατός. Όλες οι συνθέσεις είναι καινούριες, κάτι που σημαίνει ότι δεν συμπεριλαμβάνονται σε καμία άλλη δουλειά των συγκροτημάτων καθώς, γράφτηκαν και ηχογραφήθηκαν αποκλειστικά για αυτή την κυκλοφορία. Η οποία, είναι μια πολύ καλή και σχολαστικά προσεγμένη δουλειά, από μια εταιρία κι από τρεις μπάντες, που σέβονται τον εαυτό τους, αλλά και τους πελάτες-οπαδούς τους ταυτόχρονα. Γι' αυτό, αυτή η κυκλοφορία, προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όσους κι όσες, γουστάρουν την μελαγχολικά επική, heavy/doom μουσική. Όσοι πάλι δεν τρελαίνονται με το είδος, νομίζω, πως αυτή η κυκλοφορία είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, για να γνωρίσουν όχι μόνο τρία διαφορετικά παρακλάδια του doom, αλλά και τρεις από τις καλύτερες και πολλά υποσχόμενες μπάντες, της νέας γενιάς αυτής της μουσικής. Συμπέρασμα: Επενδύστε άφοβα και χωρίς αναστολές.
Η Dark Symphony Tour, των Γερμανών και δημιουργημένων το 1991, Haggard, έκανε στάση και στην Ελλάδα, όπου και δόθηκε, στο metal κοινό της Θεσσαλονίκης αλλά και της Αθήνας, η ευκαιρία να τους δει ζωντανά, για τρίτη φορά τα τελευταία τρία χρόνια. Δυστυχώς, αυτή ήταν η πρώτη φορά για εμένα, καθώς, λόγο διάφορων καταστάσεων, δεν είχα μπορέσει να παραβρεθώ σε κάποια απ' τις προηγούμενες εμφανίσεις τους. Αποδείχτηκε, ότι όσα μου είχανε μεταφέρει για τα live τους, ήταν απολύτως αληθινά, καθώς, η απόδοση της μπάντας ήταν -το λιγότερο, εξαιρετική. Αν το support συγκρότημα, οι Γερμανοί και δημιουργημένοι το 2005, Crow7, είχε καλύτερο ήχο ή έπαιζαν λιγότερη ώρα, το βράδυ μας, ίσως, άγγιζε και το χαρακτηρισμό: τέλειο. Αλλά ας μην είμαστε και πλεονέκτες! Κάτι παραπάνω από τρεις ώρες live παρακολουθήσαμε οπότε δεν δικαιούμαστε να' χουμε παράπονο πόσω μάλλον όταν η τιμή του εισιτηρίου δεν ξέφυγε απ΄το 25άρι.
Η ώρα ήταν 20:45 και το κοινό αποτελούνταν από περίπου 500 άτομα εκείνη τη στιγμή, όταν και ανέβηκαν στη σκηνή οι Βεστφαλοί Crow7. Αφού παρέβλεψα το παιδιάστικο όνομα τους, που είναι ταμάμ για παρατσούκλι έφηβου υποστηρικτή λιμανίσιας ομάδας, προσπάθησα να επικεντρωθώ στη μουσική τους. Φευ! Ο ήχος ήταν άθλιος στα πρώτα τρία κομμάτια, αλλά και οι διορθώσεις που έγιναν στα επόμενα τραγούδια, δεν έκαναν μεγάλη διαφορά. Anyway, οι συνθέσεις τους δεν με ενθουσίασαν, ενώ, με ξένισε κάπως και η χρήση προηχογραφήμενων σημείων στα κομμάτια τους, καθώς, θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα αν συμμετείχε και η τραγουδίστρια τους στο show. Οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι είχαν κέφι τα παλικάρια και χαιρότανε που παίζανε για εμάς, έστω κι αν ο κόσμος ήταν αρκετά έως πολύ μουδιασμένος με την πάρτη τους. Αυτοί, υπήρξαν φιλότιμοι και προσπάθησαν να μας ζεστάνουν, όχι μόνο με τη μουσική τους, αλλά και με διάφορα άλλα μικρά happenings. Μας μοίρασαν εσώρουχα -ανδρικά και γυναικεία, με το λογότυπο των Haggard αλλά και μπλουζάκια με το λογότυπό τους, κατά τη διάρκεια του 10λεπτου λόγου/παρουσίασης των μελών. Μας καληνύχτισαν όταν, μετά από παραμονή περίπου 50 με 55 λεπτών στο σανίδι, έπαιξαν μια διαφορετική εκδοχή του γνωστού hit, Beat It, που ανήκει στον ένα και μοναδικό, αείμνηστο Βασιλιά της Ποπ, Michael Jackson.
Η προσέλευση του κόσμου έκλεισε κάπου στα 650-700 άτομα και το ρολόι έδειχνε 22:05 όταν και πάτησαν στη σκηνή του Fuzz οι Haggard. Αυτή τη φορά μας ήρθαν 12 άτομα και αφού μας καλησπέρισαν, έκαναν ένα μικρό και σύντομο soundcheck, κατά τη διάρκεια του οποίου έλαβε χώρα και το αστείο της βραδιάς. Η κοπέλα που είχε αναλάβει εξ' ολοκλήρου τα οπερετικά φωνητικά -μιας και έλειπε λόγω ασθένειας ο τενόρος-μορφή Fiffi, δοκίμαζε τον ήχο του μικροφώνου της και μόλις τελείωσε ακούστηκε μια μπάσα ανδρική φωνή να λέει: ''Αηδόνι!'' και αμέσως πλημμύρισε γέλια και χειροκροτήματα η αίθουσα. Η θερμή και όμορφη ατμόσφαιρα που επικράτησε αμέσως μετά το εν λόγω συμβάν, έδωσε στην μπάντα το έναυσμα και κάπως έτσι, με το παρακάτω κομμάτι, άρχισε το ταξίδι..
..Ένα ταξίδι σε ηχοτοπία ονειρικά με συντροφιά θεατρικούς στίχους και παραμυθένιες μελωδίες. Ο ήχος, σε αντίθεση με το supporting act, ήταν εξαιρετικός και επέτρεψε στην μπάντα να αποδώσει τα μέγιστα χωρίς σκοτούρες. Η συνεργασία και η χημεία μεταξύ των μελών ήταν εντυπωσιακά, λαμβάνοντας υπόψη, τη συχνή αλλαγή του line up της μπάντας από live σε live όπως κι από δίσκο σε δίσκο, αλλά και το δύσκολο του όλου εγχειρήματος, καθώς, μιλάμε για 12 άτομα και 14 όργανα επί σκηνής. Η μπάντα γούσταρε που ήταν πάνω στη σκήνη και το έδειχνε με κάθε τρόπο. Η απόδοσή της κυμάνθηκε σε υψηλότατα επίπεδα, το κέφι είχε χτυπήσει κόκκινο απ΄την πρώτη κιόλας νότα που έπαιξαν και η επικοινωνία με το κοινό ήταν εξαιρετική, καθώς, υπήρχε αλληλοεκτίμηση εκτός των άλλων.
Η αλληλεπίδραση μπάντας-κοινού ήταν τόσο καλή ώστε όταν μας ζητήθηκε να τραγουδήσουμε το ρεφρέν από το κομμάτι The Final Victory, το κάναμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Όμως, η μπάντα δεν εντυπωσιάστηκε από το αποτέλεσμα που βγάλαμε κι έτσι ο τραγουδιστής/κιθαρίστας, Asis, μας ρώτησε εαν περνάμε καλά. Η απάντηση ήταν ένα θορυβώδες Υeah! Χωρίς να χάσει χρόνο ο Asis μας είπε πως έτσι, με τέτοια ένταση, ήθελε να τραγουδήσουμε πριν και για να μας ανεβάσει κι άλλο ξεκίνησε να παίζει το riff του South Of Heaven των γνωστών και μη εξαιρετέων Slayer! Αυτή ήταν και η πρώτη από τις συνολικά δύο διασκευές που έπαιξε το συγκρότημα. Πριν από αυτό όμως, κατά τη διάρκεια του εκπληκτικού -και προσωπικού αγαπημένου, Herr Mannelig, ο κιθαρίστας, Claudio, παρέα με τον mainman του γκρουπ, Asis, έφυγαν απ' τη σκηνή και εμφανίστηκαν ξαφνικά ανάμεσα στο κοινό, απ' όπου και έπαιξαν τα μέρη που τους αναλογούσαν για τον εν λόγο κομμάτι. Μια αναμφισβήτητα όμορφη πινελιά. Το καλύτερο όμως το άφησαν για το τέλος. Ποιο ήταν αυτό? Διαβάστε την επόμενη παράγραφο.
Τελευταίο κομμάτι της κανονικής διάρκειας της συναυλίας ήταν το Awakening The Centuries απ΄τον ομώνυμο δίσκο. Η μπάντα κατέβηκε για λίγο απ΄τη σκήνη, στην οποία επέστρεψε, μετά από τα ''We Want More'' και τα ρυθμικά ''Haggard'' που το κοινό φώναξε. Πρώτα, ανέβηκε ο Asis, οπού αφού φώναζε ένα-ένα τα μέλη της μπάντας, εκείνα, ανέβαιναν στη σκηνή όπου και τους χάριζε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο, παρουσιάζοντάς/συστήνοντας τους. Μόλις τελείωσε το come back της μπάντας στο σανίδι, μας είπανε ότι θα παίξουν ένα τελευταίο τραγούδι. Τι το ήθελαν, να μας το ανακοινώσουν αυτό? Υπήρξε αμέσως αντίλογος απ' το κοινό και τελικά, μετά από συζήτηση αλλά και ύστερα από λίγα παζάρια, καταλήξαμε στο ότι θα μας παίξουνε τρία τραγούδια ακόμη. Κι όμως, μας έπαιξαν τέσσερα! Με το ένα από αυτά να είναι το You Suffer των Napalm Death, που όπως μας εξομολογήθηκαν, το προβάρανε ώρες επί ωρών για να μας το παίξουνε.Το συγκεκριμένο κομμάτι, διαρκείας μόλις ενός δευτερολέπτου, είναι εξαιρετικά δύσκολο ως προς την τεχνική του -αν μη τι άλλο και λογικό να απαιτεί ιδρώτα και κόπο για να αποδοθεί όπως πρέπει.
Τέλος, πρέπει να αναφέρω πως η μπάντα αποτελείται από άτομα προσγειωμένα, ευγενέστατα και συμπαθέστατα και καθόλου μα καθόλου σνομπ ή ψωνισμένα. Αυτό το λέω διότι, μας προέτρεψαν να παραμείνουμε στο χώρο μετά το τέλος της συναυλίας για κουβεντούλα, φωτογραφίες και τα σχετικά -άσχετα αν οι securitάδες του μαγαζιού είχαν διαφορετική άποψη και προσπάθησαν να την επιβάλουν με όχι και τόσο κομψό τρόπο. Τουλάχιστον, ήμουν στους τυχερούς που πρόλαβαν να γνωρίσουν κάποια μέλη της μπάντας. Επίσης, αξίζει να αναφέρω πως, το επόμενο άλμπουμ τους θα έχει θεματολογία δανεισμένη ή/και εμπνευσμένη απ' τα παραμύθια των αδερφών Grimm και οι ηχογραφήσεις του δίσκου θα ξεκινήσουν μέσα στο καλοκαίρι, όπως μας ενημέρωσε ο Asis. Περιττό να αναφέρω, πως δήλωσε ότι θα μας ξαναεπισκεφθούν με την πρώτη ευκαιρία.
Όσοι για οποιοδήποτε λόγο τους χάσατε, φροντίστε την επόμενη φορά να δώσετε το παρόν, γιατί πραγματικά, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα το ευχαριστηθείτε. Ακόμη κι αν δεν ξέρετε όλα τα τραγούδια ή τους στίχους, ή νομίζετε ότι είστε περισσότερο μικροί/μεγάλοι από ότι συνήθως είναι ο μέσος όρος ηλικίας για τέτοιου είδους συναυλία, μην κολλάτε σε αυτά. Η μουσική είναι μια και είναι για όλους και οι Haggard, όταν παίζουνε live, δίνουν τα πάντα επί σκηνής, σεβόμενοι τον εαυτό τους αλλά πάνω από όλα, σεβόμενοι το κοινό που πλήρωσε για να τους δεί. Respect. Πάντα τέτοια. Το setlist αποτελούταν από τα κάτωθι κομμάτια:
In Des Konigs Hallen
The Sleeping Child
Eppur Si Muove
Tales Of Ithiria
Herr Mannelig
South Of Heaven (Slayer Cover)
Per Aspera Ad Astra
Heavenly Damnation
The Final Victory
In A Fool Moon Procession
Upon Fallen Autumn Leaves
Origin Of A Crystal Soul
In A Pale Moon's Shadow
Awaking The Centuries Encore:
Lost
You Suffer (Napalm Death cover)
The Observer
All Inizio e la Morte
19 Μαρτίου 2011. Το φεγγάρι θα πλησιάσει τη γη τόσο κοντά όσο πότε άλλοτε τις τελευταίες δεκαετίες. Ήδη κάποιοι ειδικοί και μη, έχουν αρχίσει τις καταστροφολογίες. Οι αστρονόμοι λένε, ότι το σεληνιακό περίγειο όπως ονομάζεται το φαινόμενο- που συμπίπτει πάντα με πανσέληνο, δεν είναι κάτι το παράξενο ή επικίνδυνο. Ούτε καν ασυνήθιστο. Όμως, οι εκ Φινλανδίας ορμώμενοι, Moonsorrow, επιμένουν να μας διηγηθούν την δική τους ιστορία. Μια ιστορία που θα επιβεβαιώσει τους επιστήμονες ή τους καταστροφολάγνους, ομιλούντες περί Αποκαλύψεως. Το μόνο σίγουρο είναι ότι μέσα από αυτήν την ιστορία δεν θα δικαιωθούν και οι δύο παραπάνω ομάδες ανθρώπων αλλά μόνο η μια. Ποια όμως?
Σύμφωνα με την ιστορία -πραγματική ή όχι, θα φανεί σύντομα- περπατάμε σαν τις σκιές στη χώρα των νεκρών, όπως είναι ελληνιστί, ο τίτλος του άλμπουμ, Varjoina Kuljemme Kuolleiden Maassa, που σημειωτέων, είναι ο έκτος της καριέρας τους. Η αναζήτηση ανακούφισης κι ελπίδας των πρωταγωνιστών της ιστορίας ξεδιπλώνετε μέσα από 4 τραγούδια 12 και άνω λεπτών, έκαστο, αλλά και μέσα από τρία, διαρκείας κάτω των δύο λεπτών, τραγούδια-γέφυρες, κομμάτια περάσματα, 7 δηλαδή το σύνολο. Κρίνοντας απ' τη διάρκειά τους λοιπόν, όλοι καταλαβαίνουμε ότι αυτή η ιστορία δεν είναι εύπεπτη, πράγμα που αποκλείει το ευκαιριακό άκουσμα της, γιατί αυτή, σε θέλει προσηλωμένο και απόλυτα συγκεντρωμένο. Ίσως έτσι καταφέρεις να φτάσεις ως το τέλος της ζωντανός.Ίσως, γιατί δεν στο έχει υποσχεθεί κιόλας.Είσαι καταδικασμένος να παρακολουθήσεις αυτή την ιστορία που περνάει μέσα από μέρη κατεστραμμένα και χαοτικά, μέσα από τοπία άκρως αφιλόξενα και άγρια, ζοφερή μουντίλα απ' άκρη σ' άκρη. Όχι δεν περιγράφουμε σεληνιακά τοπία αλλά αυτό που βλέπεις τριγύρω. Κάθε μορφή ζωής έχει αφεθεί στην άσπλαχνη μοίρα, όπως κι εσύ, ο ίδιος ο δημιουργός αυτής της μοίρας, τώρα βρίσκεσαι στο έλεος της.
Εξού και τα doom περάσματα που είναι περισσότερο εμφανή από ποτέ. Τραχιά riffs απέραντης doom μαυρίλας σε διαπερνούν. Όσο και να ουρλιάξεις δεν θα σε ακούσει κανείς. Κι αν σε ακούσει, ίσως να μην καταλάβει τι λες, γιατί η γλώσσα που ξαφνικά άρχισες να χρησιμοποιείς είναι ακαταλαβίστικη, μοιάζει με μια διάλεκτο σκανδιναβική, σαν τα φινλανδικά. Τα φωνητικά είναι πιο μαύρα και πιο πονεμένα από ποτέ και πως να μην είναι άλλωστε, αφού είναι βουτηγμένα στην απόγνωση και δεν τα σώζει κανείς και τίποτα. Ούτε και τα μικρά -σε διάρκεια και μόνο- folk περάσματα ούτε και τα paganικά πλήκτρα που σαν άλλες Σειρήνες προσπαθούν να απλώσουν τα μάγια τους. Διότι γνωρίζουν πολύ καλά πως σε αυτό το concept άλμπουμ, κυριαρχεί η μυρωδιά του θανάτου, μυρωδιά που λατρεύουν. Γιαυτό μην παρασύρεσαι απ' τις μαγικές τους μελωδίες γιατί θα το πληρώσεις ακριβά.
Όμως, η σωτηρία αν υπάρχει, θα πρέπει να κατακτηθεί διότι δεν πρόκειται να χαριστεί σε κανέναν. Είναι μακρυά, καλά κρυμμένη και ο μόνος -ίσως- τρόπος να την ανακαλύψεις και να την κάνεις δική σου, να είναι ο χειρότερος, ο τραγικότερος όλων. Σωστά κατάλαβες, περί θανάτου ο λόγος. Μη μου απογοητεύεσαι τώρα που είσαι χαμένος στα βάθη της απόγνωσης γιατί έτσι δεν πρόκειται να καταφέρεις τίποτα απολύτως αλλά δεν νομίζω ότι είναι κι ότι πιο κατάλληλο για την περίσταση να βιάζεσαι να πιστέψεις ότι έφτασες στο τέλος όπου έτσι κι αλλιώς κάποτε θα έφτανες, αλλά μη βιάζεσαι, είναι νωρίς ακόμη. Προσπάθησε να μην χάσεις το βηματισμό σου. Μην σε αγχώνει που παραπατάς, λογικό είναι τα καταπονημένα σου πόδια να μην αντέχουν για πολύ ακόμη.
Κάνε μια στάση, όχι σωματική, μα μόνο ψυχική, γύρε το κεφάλι σου προς τα πάνω, πάρε μια βαθιά ανάσα, κοίταξε το φεγγάρι, προσεχτικά όμως, γιατί ίσως αποδειχθεί ότι είναι ο Δούρειος Ίππος της ιστορίας σου, χωρίς φόβο στο βλέμμα και προσπάθησε να αντλήσεις λίγη απ' τη φωτεινότητα και τη δύναμη του για να συνεχίσεις το ταξίδι. Ένα ταξίδι, που αν και ξέρεις που θα σε οδηγήσει, πρέπει να το κάνεις. Άλλωστε δεν θα είσαι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος. Το έκαναν πριν από σένα πολλοί, αγαπημένοι κι εχθροί, γνωστοί κι άγνωστοι. Ένας από αυτούς είναι κι ο Quorthon που τώρα περιπλανιέται κάπου μέσα στο λαβύρινθο που υπάρχει εκεί ψηλά, ήσυχος πια, καθώς η κληρονομιά που άφησε, είναι σίγουρος πλέον, ότι βρίσκεται σε ασφαλή και άξια, χέρια.
Τελειώσαμε με τη μίνι ανασκόπηση του 2010 και πλέον, ανυπομονούμε για τα καλούδια του 2011. Καλούδια τα οποία έκαναν ήδη την εμφάνισή τους και περιμένουν να τα προσέξουμε. Αν και μερικά από αυτά κλέβουν την προσοχή μας με το έτσι θέλω, χωρίς μάλιστα να καταβάλουν ιδιαίτερη προσπάθεια. Ελπιδοφόρα λοιπόν ξεκίνησε το 2011 και αυτό είναι άκρως ενθαρρυντικό. Δεν θα σας κουράσουμε με τούτο το ποστ. Θα αναφέρουμε απλά, λιτά και.. ονομαστικά μερικές από τις κυκλοφορίες που περιμένουμε να ακούσουμε ή που ήδη ακούσαμε και μας άρεσαν ή.. όχι και τόσο.
Amorphis, Amon Amarth, Ajattara, Brotherhood Of Sleep, Blood Ceremony, Crowbar, Darkest Era, Doomsword, Dropkick Murphys, Earth, Falkenbach, Fen, Gorillaz, Mogwai, Moonsorrow, Orchid, Ordog, Primordial, Radiohead, Septic Flesh, Subrosa, Sun Of Nothing, Tia Carrera, Virus, Wo Fat. Αυτά είναι μόνο λίγα από τα ονόματα που περιμένουμε να μας δώσουν ή ήδη μας έδωσαν full length κυκλοφορίες μέσα στο τρέχον έτος. Το κατά πόσο μας άρεσαν ή όχι, θα το δούμε σε επόμενα ποστ πιο αναλυτικά για το κάθε ένα ξεχωριστά.
Με την παραπάνω ονοματολογία είμαστε σίγουροι ότι όλο και κάποιο συγκρότημα που έχει προγραμματίσει κυκλοφορία για το 2011 έχουμε ξεχάσει να αναφέρουμε. Αυτό, όπως είναι φυσικό, θα διορθωθεί άμα τη εμφανίσει της εκάστοτε κυκλοφορίας. Δεν είμαστε εδώ άλλωστε, για να αναφέρουμε απλά όλες τις κυκλοφορίες, όλων των συγκροτημάτων, αλλά για να γράφουμε τη γνώμη μας για αυτές που ξεχωρίσαμε, θετικά ή αρνητικά, ώστε να έχετε μια πρώτη ιδέα για το τι πρόκειται να ακούσετε σε κάποιον δίσκο.
Κλείνοντας, θα πρέπει να αναφέρουμε πως τα πρώτα δείγματα της φετινής δισκογραφίας είναι ως επί τω πλείστον θετικά. Σε αυτό έχουν συμβάλει μέχρι στιγμής εκτός από ήδη αναγνωρίσιμα συγκροτήματα, νέα ή πρωτοεμφανιζόμενα. Το νου μας λοιπόν για τυχόν νεογέννητη βόμβα. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που μας αιφνιδίασαν ευχάριστα νέες μπάντες με τα ντεμπούτα τους το προηγούμενο έτος. Περισσότερα και αναλυτικότερα όμως, σε επόμενες αναρτήσεις, όταν ακροάσεις και κυκλοφορίες θα έχουν αυξηθεί.